Γύρισα σπίτι αργά, τόσο αργά που ο ύπνος παραήταν μια εύκολη λύση.

Κάθομαι κουκουλωμένος με μια κουβέρτα στον καναπέ με κλειστή την τηλεόραση και ανοιχτό το ταβάνι μου. Δεν περιμένω ούτε να μου απαντήσει, ούτε να με πείσει, απλώς να με ακούσει. Η ανάγκη απλώς κάποιος να μας ακούσει και να μας κοιτάξει με κατανόηση γίνεται κάποιες φορές εφάμιλλη της ανάγκης της επιβίωσης… κατανοώ τους ανθρώπους που μιλάνε σε αγνώστους στα μακρινά ταξίδια και αυτούς που παίρνουνε σκύλο και τις νύχτες τον αγκαλιάζουν και του μιλούν με τις ώρες. Και στις δυο περιπτώσεις αυτή η παράξενη και ωραία αφωνία τους, μας γεμίζει εμπιστοσύνη και αφοπλίζει την διστακτικότητά μας να φανερωθούμε. Κάθομαι μες στο κρύο και τρώω παγωτό, όχι γιατί μου λείπει το γλυκό αλλά γιατί μου λείπει το καλοκαίρι ως έννοια, η ακοή του. Σα να ακούς το χαμόγελο ενός παιδιού που ονειρεύεται.

Αυτή η αίσθηση ότι μπορώ να γυρνάω και μάλιστα άσκοπα πάνω σε ταράτσες και πάνω σε άσκεπες σκέψεις και να μην μου περνάει απαρατήρητη κάθε απόχρωση της ελευθερίας. Μου λείπει η πολυτέλεια αυτής της μελαγχολίας που δεν απελπίζει, δεν ακινητοποιεί… Διότι κορίτσια και αγόρια τα περισσότερα γύρω μας απελπίζουνε. Οι κυλιόμενες σκάλες ανεβαίνουν και κατεβαίνουνε μα δεν προχωράνε. Οι απέραντοι δρόμοι και οι εθνικές οδοί εκτείνονται και επεκτείνονται μα δεν προχωρούν. Μια καθημερινή δουλειά που διεκπεραιώνει την κίνηση των λογαριασμών σου μα δεν σε προχωράει. Όνειρα που γυμνάζονται στο μυαλό σου ώρες και μέρες με κάθε καιρό μα δεν κατεβαίνουν ποτέ σε πραγματικούς αγώνες, δεν προχωράνε. Τρέχεις γύρω από το μηδέν και τερματίζεις φυσικά και ο χρόνος είναι κάθε φορά καλύτερος, όχι επειδή γίνεσαι καλύτερος εσύ αλλά γιατί ο χρόνος λιγοστεύει… όσο δεν προχωράς, λιγοστεύει.

Δεν είναι θρίαμβος να γυροφέρνεις το μηδέν και αυτό να ανταποκρίνεται πότε αμέσως και πότε μετά από μερικά νάζια. Δεν προχωράς άμα κατακτάς ξανά και ξανά το γνωστό και κατά-πατημένο ήδη. Διότι σε αυτήν την περίπτωση ο χρόνος δεν σε εκδικείται όπως πιστεύουν οι περισσότεροι ˑ ο χρόνος σου λέει ψέματα, σε ξεπερνάει.

Το ταβάνι μας, ο άγνωστος των μακρινών ταξιδιών μας και ο σκύλος μας, αυτοί μας προχωρούν. Όπως ακριβώς κάνει η θάλασσα, μας πηγαίνει πότε πιο μέσα και πότε πιο έξω και ας μην κινείται η ίδια καθόλου. Όπως ακριβώς κάνει ένα σπασμένο παιχνίδι που ακίνητο πια, μας σπρώχνει την ίδια στιγμή και στην ανατομία του λάθους και στο επόμενο παιχνίδι.

Πολλά ψέματα είπαμε που δεν άξιζαν μία αλήθεια…Ας πούμε και μια ιστορία που θα μας οδηγήσει στην αλήθεια, που θα μας παραμυθιάσει τόσο όμορφα όσο να παραιτηθούμε αύριο πρωί από όλα αυτά που μας δουλεύουν κανονικά.

Όλα έχουνε ειπωθεί και όλα έχουνε συμβεί μα πόσα πράγματα δεν έχουν ακόμα γίνει, δεν έχουνε ακόμα φτιαχτεί…

Γύρισα σπίτι αργά, τόσο αργά που όλα τα ψέματα είχανε κοιμηθεί…

Christos Koukis

About Christos Koukis

Ήθελε τόσο να μεγαλώσει και τα κατάφερε στην Αθήνα. Ήθελε τόσο να σπουδάσει σε ένα πιο βαρετό ίδρυμα από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο μα στάθηκε άτυχος. Ήθελε τόσο να ταξιδέψει σε πολλά και διαφορετικά μέρη που κάπου ανάμεσα ξέχασε το μυαλό του. Η κακιά η ώρα τον έκανε ποιητή και του μπέρδεψε μια μελωδία στην γλώσσα. Λατρεύει την σοκολάτα και κάθε παράγωγο της φαντασίας. Δεν του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του όταν είναι μπροστά ο ίδιος. Πάντα θυμάται πως δεν είναι όσα λένε οι άλλοι πως είναι.