Τα μπαλκόνια είναι το δάχτυλο της σκέψης που μας δείχνει τον λόγο να βγούμε από το σπίτι. Μας υποδεικνύει πως η ζωή είναι εκεί ψηλά, κάπου απέναντι, κάπου σε αντίθετη κατεύθυνση από την πορεία της ακινησίας των τοίχων.. Πως η θέα δεν είναι άυλος ορίζοντας, δεν είναι ένας άπιαστος θεός… Αναστροφή λοιπόν, έξω το βλέμμα και η αναβλητικότητα ρουφηγμένη. Ας φορέσουμε στα πόδια μας καλά σχεδιασμένες επιλογές – γιατί μας περιμένουν κραδασμοί και στραβοπατήματα –  και ας βάλουμε λίγους στίχους στις τσέπες γιατί θα μας ρωτήσουν το όνομά μας…

Κάθομαι στο μπαλκόνι μου και ο ήλιος αποφασισμένος να φύγει. Ο σκύλος των απέναντι κάτι μου λέει αλλά έχω ξεχάσει την γλώσσα του. Όταν έρθει το καλοκαίρι θα έχω τη μνήμη να του απαντήσω.

Το καλοκαίρι με αρκετά ελαφρά χτυπήματα και λίγα δυνατά σπάει το τσόφλι του καιρού και σιγά σιγά αντικρίζει το μέλλον του. Κι όπως όλα τα νεογέννητα κλαίει… λίγες βροχές λοιπόν δεν μας φοβίζουν μιας και το αύριο έχει γεννηθεί και περιμένει από εμάς να το βοηθήσουμε να ζήσει και να επιβιώσει… να το ταΐσουμε μα και να το θρέψουμε, να το απολαύσουμε και να το προικίσουμε… το καλοκαίρι δεν είναι μία από τις τέσσερις εποχές, είναι η παύση του χρόνου, μια ζεστή παύση που κανείς δεν σταματάει να δημιουργεί, που όλοι την αντιλαμβάνονται σαν το μοναδικό διάστημα ικανό για δράση. Δυο χείλη που ανοίγουν, σ΄ ένα μπαλκόνι • όπως οι διώρυγες και οι πηγές στους ορεινούς βράχους..σαν πομποί και δέκτες των αισθήσεων που διανύουν την αιωνιότητα πάνω στα ημίτονα των κυμάτων.

Κορίτσια με τον άνεμο ποιητή των μαλλιών σας και αγόρια με τον άνεμο μέγα ποταμό για την θάλασσα των κοριτσιών, μην γυρίζετε σπίτι πριν βυθιστείτε σε ακόμα μια αρετή. Όσες περισσότερες, τόσα και τα πρόσωπα που θα γνωρίστε να συμπεριφέρονται και να περιφέρονται μέσα σας. Μετά γυρίστε σπίτι και φτιάξτε μια φωλιά για καθένα από τα πρόσωπά σας, να νιώθετε οικεία μέσα στο ψέμα και στην αλήθεια σας, να νιώθετε οικεία μέσα σας, τουλάχιστον αυτό…

Φεύγουν τα νεανικά μας χρόνια και πάνε και κρύβονται μέσα μας βαθειά. Άντε μετά να τα ξαναβρείς και να τους μιλήσεις και πάλι με την ίδια ειλικρίνεια και το ίδιο βλέμμα όπως παλιά. Να ψάξεις τις σημειώσεις σου, τους διαλόγους, τα γέλια και να τα προβάλεις νοητά μπροστά σου, σε έναν τοίχο λευκό σαν αυτούς που έχουν τα πρώτα θερινά σινεμά. Τότε που ήμασταν τόσο ελεύθεροι που το μόνο που ξέραμε ήταν η νύχτα… η μέρα ήταν μια χαμένη υπόθεση και μια χαμένη πυξίδα στα αμπάρια ενός χάρτη… στα χέρια μας, το χάος μια κατανοητή οδός… για να το πούμε απλά, όταν ήμασταν νέοι γνωρίζαμε με ακρίβεια που είχαμε πετάξει το προηγούμενο βράδυ την ζακέτα μας και τα κλειδιά μας και ας ήμασταν φουλ μεθυσμένοι και ερωτευμένοι.

Αυτά θα άκουγα και θα σκεφτόμουνα, με λίγα λόγια, αν πήγαινα στο reunion των παλιών συμφοιτητών! Δεν πήγα, πήρα ένα βιβλίο παλιό με ιστορίες φαντασίας και κάθισα στο μπαλκόνι

δεν θυμάμαι να μεγάλωσα

δεν θυμάμαι να πέρασαν τα χρόνια

Christos Koukis

About Christos Koukis

Ήθελε τόσο να μεγαλώσει και τα κατάφερε στην Αθήνα. Ήθελε τόσο να σπουδάσει σε ένα πιο βαρετό ίδρυμα από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο μα στάθηκε άτυχος. Ήθελε τόσο να ταξιδέψει σε πολλά και διαφορετικά μέρη που κάπου ανάμεσα ξέχασε το μυαλό του. Η κακιά η ώρα τον έκανε ποιητή και του μπέρδεψε μια μελωδία στην γλώσσα. Λατρεύει την σοκολάτα και κάθε παράγωγο της φαντασίας. Δεν του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του όταν είναι μπροστά ο ίδιος. Πάντα θυμάται πως δεν είναι όσα λένε οι άλλοι πως είναι.