Η κάμερα ανοίγει και εμφανίζεται μια νεαρή όμορφη κοπέλα που δοκιμάζει την βέλτιστη τοποθέτηση της συσκευής ώστε να φαίνεται το πρόσωπό της. Ακούγεται από τον υπολογιστή που έχει δίπλα της, δυνατά το ‘Whatever’ των Oasis. Ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα έχει αποφασίσει την σωστή θέση της κάμερας στο σαλόνι της και χαμηλώνει την μουσική. Ωστόσο το τραγούδι συνεχίζει να ακούγεται σαν υπόκρουση όσων λέει. Πιάνει πίσω τα μαλλιά της και φτιάχνει την κοντομάνικη μπλούζα της, κοιτάει γύρω της μια τελευταία φορά σα να θέλει να σιγουρευτεί πως κανείς δεν υπάρχει στον χώρο και ξεκινάει να μιλάει…

Γεια σου εαυτέ μου… Φύγανε όλοι τους… ναι ναι είμαστε μόνοι, μίλησε… ώρες τώρα βέβαια μόνη… Ουφ… μα είχα να τελειώσει τα μαθήματά μου… καλοκαιριάτικα θα μου πεις… η γνώση δεν σταματάει ποτέ λέει η μαμά μου και το γαλήνιο της ύφος όταν το ξεστομίζει με βεβαιώνει για το δίκιο της… Ησυχία… Τώρα μπορώ να σου μιλήσω… θα μου πεις γιατί δεν τα γράφεις, είναι πιο δυνατό να γράφεις λέει ο μπαμπάς μου… εξηγούνται όλα πιο σωστά επιμένει πάντα ο μπαμπάς μου… εγώ όμως θέλω την εικόνα μου να εκφράζεται, θέλω εμένα να βλέπω, να με θυμάμαι για να μην έχω δικαιολογίες αργότερα και άλλοθι… οι μορφασμοί του προσώπου μου και η νιότη μου είναι αδιάψευστοι μάρτυρες. Καλοκαίρι με γονείς δεν υποφέρεται… σαν σχολική χρονιά χωρίς αργίες και γιορτές… ευτυχώς λείπουν συχνά το καλοκαίρι… τι κακό και αυτό να ευχόμαστε  να εξαφανιστούν όλοι γύρω μας για να βρούμε λίγη  ιδιωτικότητα… έτσι δεν το λένε; Δεν μπορούνε οι άνθρωποι απλώς να κάθονται στο ίδιο μέρος χωρίς να μιλάνε για λίγο, έστω για λίγο… αν και πιστεύω πως οι γονείς μου μέσα τους εύχονται να εξαφανιστούν παρά να μείνουνε σιωπηλοί, καλά όσο για την θεία μου πάω στοίχημα εύχεται να μεταμορφωθεί σε λουλούδι… για έναν ανεξήγητο λόγο τους απευθύνεται όπως ακριβώς και σε εμάς τους ανθρώπους… τι έλεγα; Α ναι ιδιωτικότητα… δεν έβλαψε ποτέ κανέναν… πώς θα μπορούσε να μας βλάψει λίγη παρέα με τον εαυτό μας, δεν καταλαβαίνω… λίγη ιδιωτική ειλικρίνεια… κάποιοι είμαι σίγουρη θα πληρώνουν για να την απολαμβάνουν… Μισό να φέρω λίγο καρπούζι! (σηκώνεται, πηγαίνει στην κουζίνα που βρίσκεται ακριβώς πίσω της, ανοίγει το ψυγείο και φέρνει σε ένα πιάτο καρπούζι με ένα μαχαίρι).

Λοιπόν! (μιλάει μπουκωμένη αλλά καθαρά, κουνάει τα χέρια της κρατώντας μαχαίρι). Θα πηγαίνανε στην παραλία, ώρα τους καλή! Αυτοί οι μεγάλοι πάντα πιστεύουνε ότι είναι χρήσιμοι, κάθε ώρα και σε κάθε μέρος, ότι χωρίς αυτούς δεν μπορούμε αλλιώς! Έχω καταλήξει ότι βαριούνται τόσο πολύ που θέλουν πάντα να απασχολούνται με κάτι: με εμένα, με τον γάμο τους, με τα νεανικά τους κατορθώματα, με καθετί που προκύπτει κάθε βράδυ στις ειδήσεις, με την ζωή των φίλων τους… ελπίζω να γράφεις καλή μου κάμερα! Όταν μεγαλώσω θέλω να με θυμάμαι, μην με απογοητεύσεις καλή μου κάμερα … ο χρόνος δεν σταματάει ποτέ, τρέχει με τα δικά του πόδια, τρέχει πάνω στον σβέρκο μας, πάνω στις παλάμες μας, στη μαμά μου τον βλέπω στον λαιμό της και στα χέρια της ενώ στον μπαμπά μου τον παρατηρώ στην ομιλία του, στην θεία μου πάλι στον ιδρώτα της… ο χρόνος δεν σταματάει ποτέ μα καμιά φορά νιώθω να μου σταματάει το μυαλό… καμιά φορά μου σταματάει και τις εξόδους το Σάββατο βράδυ και θυμώνω πολύ στ’ αλήθεια… συγχρονίζομαι με την ώρα των γονιών μου και δεν υπάρχει πιο αποθαρρυντικό πράγμα μόλις το συνειδητοποιήσεις. (ξανασηκώνεται και επιστρέφει με μια coca cola, την ανοίγει, πίνει λίγο, τεντώνεται ως τον υπολογιστή και βάζει ένα νέο τραγούδι, το δυναμώνει – είναι το Will you still love tomorrow της AMY WINEHOUSE – και σιγοτραγουδάει για λίγα δευτερόλεπτα… επανέρχεται αφού το χαμηλώνει όσο για να ακούγεται καθαρά η φωνή της).

Να σου πω κάτι ρομαντικό… (τρώγοντας καρπούζι και πίνοντας coca cola με παιδικότητα λερώνοντας τον τόπο). Τα καλοκαίρια χαζεύω τα κύματα και τους περιέργους ίσκιους των ανθρώπων, κινούνται αδιάκοπα σα να μας ρωτάνε τα ίδια και τα ίδια και παίρνουν τις ίδιες βυθισμένες απαντήσεις… κανείς δεν θα απαντήσει, στεναχωριέμαι, αισθάνομαι ένοχη για κάτι που δεν ξέρω ή έχω ήδη ξεχάσει ή δεν μου μάθανε ή έπρεπε να έχω διδαχτεί μόνη μου και δεν πρόσεξα ή πρόσεχα κάπου αλλού, το ίδιο πάντα δεν κάνει άλλωστε; Η προσοχή είναι σημαντικό πράγμα λένε μα ποτέ δεν σου λένε την κατεύθυνση την σωστή, να είσαι κάπως προετοιμασμένη μα και πάλι ο μπαμπάς μου συνεχώς εκθειάζει την αίσθηση της έκπληξης στην ζωή μας… μα εγώ δεν έχω ισχυρή συγκέντρωση, σκέφτομαι ταυτόχρονα όλα όσα συμβαίνουν γύρω μου, η μαμά μου λέει ότι έχω βαθύ υποσυνείδητο και μια φίλη της που είναι κάτι πολύ σπουδαίο στην κοινωνία μας – όμως δεν θυμάμαι τι ακριβώς, συγκράτησα μονάχα την σπουδαιότητα, να να τι σας έλεγα μόλις τώρα… – λέει και είναι πεπεισμένη ότι έχω συνείδηση της αλήθειας και αυτό θα με κατατρέχει σε όλη μου την ζωή… βαριά κουβέντα να πεις σε ένα νέο κορίτσι, το λες; Αμ δεν το λες! Βέβαια δεν κρίνω, δεν ξέρω και ούτε θέλω να υποθέσω… Μια φορά της είπα με αξιοθαύμαστη σιγουριά πως είμαι ευτυχισμένη και πως έχω γεννηθεί να ζήσω ευτυχισμένη – πώς μου ήρθε και εμένα απορώ – και η οικογενειακή μας φίλη μου είπε με ύφος χιλίων καρδιναλίων πως οι ευτυχισμένοι άνθρωποι είναι βαρετοί για όλους τους άλλους και οι ζωές τους βαρετές και ευθείες γραμμές… και έλεγε και ξαναέλεγε τονίζοντας τις λέξεις πως η δυστυχία δίνει ποικιλία στην ζωή μας… (πίνει όλη την coca cola μονομιάς και σηκώνεται όρθια απότομα) …α θυμήθηκα τι επαγγέλλεται αυτή η κυρία! Είναι συγγραφέας ρομαντικών ιστοριών με τρελές πωλήσεις! Τα σκέφτηκα λοιπόν κι εγώ καλά όλα αυτά που μου είπε, μια μέρα που έβρεχε χωρίς έλεος και της απαντάω… ε λοιπόν κυρία μου η δυστυχία είναι επιλογή και μάλιστα πολυτελής! Είναι ακριβή η δυστυχία, στοιχίζει πολύ επειδή είναι πολύ εύκολη και όλα τα άλλα υπεκφυγές των ανθρώπων που απλά βαριούνται ή φοβούνται να ευτυχήσουν… (ξανακάθεται γρήγορα) …εγώ θα διαλέξω να ευτυχήσω και όποτε δεν είμαι καλά δεν θα δυστυχώ, θα πηγαίνω στην θάλασσα και θα κλαίω! Τόσο απλά.

(Πηγαίνει στο ψυγείο, γυρνάει με ένα παγωτό και ένα κουτάλι… βάζει στον υπολογιστή το CAVE από τους Mumford and sons… κοιτάει ευθεία την κάμερα).

(to be continued…)

Christos Koukis

About Christos Koukis

Ήθελε τόσο να μεγαλώσει και τα κατάφερε στην Αθήνα. Ήθελε τόσο να σπουδάσει σε ένα πιο βαρετό ίδρυμα από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο μα στάθηκε άτυχος. Ήθελε τόσο να ταξιδέψει σε πολλά και διαφορετικά μέρη που κάπου ανάμεσα ξέχασε το μυαλό του. Η κακιά η ώρα τον έκανε ποιητή και του μπέρδεψε μια μελωδία στην γλώσσα. Λατρεύει την σοκολάτα και κάθε παράγωγο της φαντασίας. Δεν του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του όταν είναι μπροστά ο ίδιος. Πάντα θυμάται πως δεν είναι όσα λένε οι άλλοι πως είναι.