Μ’ αγαπάς;

Όχι, όχι μη μου απαντήσεις. Ναι, ναι ούτε και εγώ θα σου απαντήσω. Πάρε το αμάξι και φύγαμε. Κάθε άστρο είναι και ένας διαφορετικός τρόπος να πονέσουμε και η Πανσέληνος ο μεγάλος τροχονόμος να μας δίνει πάντα προτεραιότητα κι ας κορνάρουνε νευριασμένοι αυτοί που δεν αγαπούνε. Πάρε ότι δεν γίνεται σκόνη γιατί σκόνη θα βρούμε μπόλικη στον δρόμο και μίλησε μου όλο το βράδυ για τα πράσινα φανάρια του ουρανού, για το σιρόπι στις γωνίες του. Για την επίπεδη γη και την στρογγυλή μας κατάκτηση.

Μίλησέ μου με όλα τα βλέμματα που έχεις. Η σιωπή των εραστών ανεβάζει την ένταση της ηδονής. Είναι ο ιδρώτας τους που γλιστράει τον κόσμο παρακάτω, στην επόμενη πληγή ή στην επόμενη πηγή. Τόση ομορφιά πηγαινοέρχεται όπως μια κούνια σε παιδική χαρά κι όλο πεταγόμαστε μπροστά της μπας και μας χτυπήσει. Ξέρεις, είναι ο κακός μου εαυτός που σε θέλει πιο πολύ. Ξέρεις, κι αυτό δεν με τρομάζει καθόλου.

Ίσως σου μιλήσω κι εγώ, έχω να σου πω. Ν’ αφήσεις ότι σε κρατάει πίσω μα μην αφήσεις το χέρι μου. Να χαθείς στο ηλιοβασίλεμα μα μην χάσεις τον δρόμο για το σπίτι. Να ξεχάσεις το αγαπημένο σου βιβλίο ανοιχτό σε κάποια παραλία, όλο και κάποια σκιά θα επαναστατήσει και θα θέλει ν’ αποκτήσει την δική της ζωή. Να στείλεις τους πόθους σου να μεγαλώσουν στον Παράδεισο, έτσι και μόνο έτσι, θα μάθουν την σπουδαιότητα της απώλειας. Το λάθος και το σωστό είναι δυο γεροντοκόρες θείες που κανείς δεν τους μίλησε έγκαιρα για τον έρωτα. Τον έρωτα που είναι ο μόνο τρόπος να μην γίνει το κορμί σου λόγια γραμμένα στην άμμο…

Δεν ξέρω πολλά για την ζωή κι όσα λίγα, τα έμαθα από τότε που σ’ αγάπησα. Κι αν δεν φοβόμαστε μαζί, δεν αξίζει να φοβόμαστε καθόλου. Γιατί θέλω τη δόξα του έρωτα να την καυχιέμαι από εσένα. Θέλω την διαύγεια του έρωτα, αυτή που σε κάνει να φαίνεσαι χαζός μα πάντα σε κρατάει άνθρωπο. Είναι ένα τίμιο, για εμένα, πεπρωμένο.

Θα σε ακολουθήσω κι ας μείνω έκπληκτος απ’ τους φόβους σου, κι ας είναι όλες οι θάλασσες ανηφορικές. Εκεί που το φως σπάει το τσόφλι της ημέρας και σα νεογέννητο πουλί ουρλιάζει για να τρομάξει τον θάνατο και να διώξει το χθες μακριά. Το σήμερα είναι το μόνο  μέρος που μπορούμε να πάμε και ο ήλιος ο μόνος ιερέας που μπορεί να μας ενώσει ισόβια με τα δεσμά της μνήμης. Χάρισε τις ηλεκτρονικές σου συσκευές στο πρώτο τυχαίο κύμα και θάψε τα δαχτυλικά σου αποτυπώματα εκεί που θες να φυτρώσουν καρποί με κουκούτσια. Κι αν στο τέλος όλα μπαίνουν στην ζυγαριά του χρόνου, θυμήσου ν’ ανέβεις μαζί με τα όνειρά σου.

Θα φτιάξω ένα τραγούδι για εσένα να το σφυρίζουν όσοι πετούν ανάμεσα στις εποχές. Γλάροι, χελιδόνια και όποιος άλλος φτιάχνει φωλιές κάτω απ’ τον ουρανό. Κι αν μπερδεύεται στα πόδια μας ένας τόσο δα μικρός κίνδυνος, θα πει πως δεν θα ζήσουμε τόσο μέλλον μάταια. Κι αν η πόλη που μεγαλώσαμε δεν είναι αυτή που έχουμε σήμερα, κι αν η πρώτη μας αγάπη δεν κέρδισε την αιωνιότητα μέσα μας, δεν πειράζει… Σημασία έχει τα πράγματα να μας κάνουν αίσθηση και όχι να μας φαίνονται λογικά.

Αν δεν γράφονταν τόσο υπέροχες τραγωδίες, δεν θα χτίζονταν και τέτοια θέατρα. Κι αν δεν υπήρχαν φιλιά να φυγαδευτούν, δεν θα φτιάχνανε τις σοφίτες. Ο άλλος και η έλλειψή του, το είδωλό του δηλαδή, είναι που μας κάνει ν’ αγωνιζόμαστε και να μαχόμαστε γι’ αυτόν. Να διεκδικούμε απ’ το τίποτα να μας δώσει την ελευθερία να ξοδέψουμε το πάντα. Να σηκωνόμαστε το πρωί και να πέφτουμε το βράδυ και όχι το αντίθετο. Ο κόσμος όλος για την καρδιά ενός άντρα και το νεύμα μιας γυναίκας.

Christos Koukis

About Christos Koukis

Ήθελε τόσο να μεγαλώσει και τα κατάφερε στην Αθήνα. Ήθελε τόσο να σπουδάσει σε ένα πιο βαρετό ίδρυμα από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο μα στάθηκε άτυχος. Ήθελε τόσο να ταξιδέψει σε πολλά και διαφορετικά μέρη που κάπου ανάμεσα ξέχασε το μυαλό του. Η κακιά η ώρα τον έκανε ποιητή και του μπέρδεψε μια μελωδία στην γλώσσα. Λατρεύει την σοκολάτα και κάθε παράγωγο της φαντασίας. Δεν του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του όταν είναι μπροστά ο ίδιος. Πάντα θυμάται πως δεν είναι όσα λένε οι άλλοι πως είναι.