Η ΜΕΡΑ

Θυμάσαι τότε; Στην αρχή; Όταν ξεκίνησε όλο αυτό; Όταν στ’ αυτιά σου ξέσπαγαν χιλιάδες μουσικές; Όταν ένιωθες πως ήθελες απλά να βγεις έξω και να τρέξεις χαρούμενος. Χαμογελούσες στον κόσμο και έλαμπες όλος – Ζωντανός – . Τότε πού όλα ήταν δυνατή μουσική κι εσύ χόρευες στο ρυθμό της ασταμάτητα, μέχρι να σου κοπεί η ανάσα. Κι έλεγες δυνατά από μέσα σου: Λες; Λες να κρατήσει; Και η μουσική δυνάμωνε, ο ρυθμός πιο δυνατός κυλούσε στις φλέβες σου κι εσύ έμενες να κοιτάς και να μη θες να το πιστέψεις, γιατί κάτι μέσα σου, σου φώναζε να κρατηθείς. Να μην φωνάξεις ακόμα γιατί ίσως να μην είναι αυτό που νομίζεις.

Και πέρασε ο καιρός και ανήσυχος από τη δύναμη ένιωθες ότι δε θες τίποτα άλλο. Ένιωθες τόσο πλήρης. Ολόκληρος. Εσύ. Όλος ο κόσμος σου. Η μουσική σου δεν άλλαξε, ωρίμασε. Πάντα έπαιζε περιπαικτικά γύρω απ’ το μυαλό σου και σε συντρόφευε. Σε έπαιρνε στην αγκαλιά της και σε πήγαινε ταξίδια. Εκεί που ήθελες να πας. Κι ας μη γυρίσεις. Τι σε νοιάζει; Ωραία δεν είναι εδώ; Νομίζω είναι. Νομίζω..

Η ΝΥΧΤΑ

Και ξύπνησες απρόσμενα. Σε ξύπνησε μία απότομη αλλαγή σε όλα. Το νιώθεις στη γεύση σου είναι όλα ξερά. Άλλαξε η μουσική μου; Ποιος την άλλαξε; Ακούω λύπη; Γιατί; Άνοιξες τα μάτια σου να δεις που είσαι. Όλα σκοτεινά είναι. Πάλι τρέχεις. Πάλι τρέχεις αλλά αυτή τη φορά σε κυνηγούν και κλείνεις τα μάτια και τα αυτιά σου γιατί δεν θές. Άλλα θυμάσαι εσύ. Τι έγιναν τα άλλα τα ωραία; Τότε που ξεκίνησες να ξαναζείς και όλα ήταν δικά σου; Μέσα σου; Και ξαφνικά πέφτεις στο νερό και χάνεις όλα αυτά και βυθίζεσαι. Μόνος σου παλεύεις.. Η μουσική χάνεται, απομακρύνεται και μένεις μόνος να ακούς τους χτύπους της καρδίας σου να βαραίνουν.

Και μετά;

*Αφιερωμένο σε όλες τις αρχές μας που άλλαξαν και έγιναν τέλη που δεν τα θελήσαμε. Και στις μουσικές τους…

 

 

George Mylonas

About George Mylonas

Είναι 26 και περίπου στα μισά της ηλικίας του κατάλαβε πως βαριέται ό,τι μπορεί να χαρακτηριστεί στατικό και σύνηθες. Γι’ αυτό ρίχτηκε με τα μούτρα στις σάλτσες της ζωής, όχι στο κυρίως πιάτο της. Έτσι γεννήθηκε. Μέσα στην τέχνη. Οι δοτικοί γονείς του, τον έσπρωξαν μαλακά και πριν το καταλάβει βρέθηκε να σπουδάζει την τέχνη και τον πολιτισμό στο πιο φιλότεχνο νησί της Ελλάδας. Τελείωσε και τώρα βγάζει το ψωμί του στο καζάνι της Αθήνας δουλεύοντας σε ένα περιοδικό. Έχει δύο χέρια. Ένα για την κιθάρα του και ένα για τη φωτογραφική του μηχανή. Λατρεύει τη μουσική και δεν θα σταματήσει να το κάνει. Φωτογραφίζει μόνο αυτά που κάτι του λένε. Αυτά που πίσω τους κρύβουν μια ιστορία, που κάποιος πρέπει να την πει. Του αρέσει το χουχουλιαστό σινεμά, η σούπα με λεμόνι και τα eurotrips. Του τη σπάνε οι μισάνθρωποι, η αδικία και το blue cheese. Τον τρομάζουν τα αεροπλάνα και η έλλειψη χιούμορ.