Στο αποκορύφωμα του καλοκαιριού, σας ζητάω μόνο για λίγα λεπτά να σκεφτείτε όπως σκέφτονται τα μυρμήγκια τέτοια εποχή και όχι όπως τα λουόμενα τζιτζίκια.

Η πόλη τρέμει όταν οι κάτοικοί της ακολουθούν τον ήλιο και όχι αυτήν. Η πόλη φοβάται την απόρριψη περισσότερο απ’ τους πιστούς της κατοίκους. Μιλάω φυσικά για τους πολίτες που επιλέγουν μια παραλία ερημική, ένα road trip με λίγα ρούχα και πολλά τραγούδια, ένα χωριό χαμένο στην ανωνυμία της ομορφιάς. Ας το πάρουμε απόφαση πως ο συμβιβασμός με το γκρίζο δεν είναι μια απώλεια που μας διδάσκει αλλά μια ήττα που μας καταπίνει. Η πόλη, όπως είναι σήμερα, είναι το αδιέξοδο δρομάκι που μας προσφέρει ιδιωτικότητα και μια θέση parking μα διακόπτει σταδιακά κάθε φυσική σχέση και επαφή.

Σ’ ένα ανέκδοτο, δυο παλιοί φίλοι συναντώνται μετά από χρόνια στην πόλη και διηγούνται τις ιστορίες τους. Κάποια στιγμή λέει ο ένας «μένω άναυδος» και απαντάει ο άλλος χωρίς περιστροφές «εγώ μένω Σόλωνος»! Είναι φανερό πως υπάρχει ένα κενό επικοινωνίας ανάμεσά μας κι όμως συνεχίζουμε να τρέχουμε σαν παίκτες σε πίστα του Tetris και να κυνηγιόμαστε χωρίς σκοπό, χωρίς να είναι κανείς κανενός. Τουλάχιστον, αντί να τρώμε ο ένας τον άλλον, ας τον δαγκώνουμε στον λαιμό. Έτσι κερδίζεται η αιωνιότητα…

Πότε αλήθεια θα μάθουμε να αντιμετωπίζουμε την αρχή κάθε εποχής ως μια λαμπρή πρεμιέρα και να ζούμε στην αισθητική μιας παράστασης καθημερινής; Δεν φθάνει μια υπεύθυνη δήλωση για τις καλές μας προθέσεις, δεν αρκούν οι αθώες εξορμήσεις στην εξοχή. Οι ρωγμές στην βιτρίνα της πόλης δεν είναι ούτε αστοχία, ούτε αδυναμία αλλά μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να δούμε στο εσωτερικό της και να την απομυθοποιήσουμε μια και καλή. Όχι, δεν λέω να τις διαλύσουμε τις πόλεις, μα να τις εξανθρωπίσουμε, να τις εξημερώσουμε.

Έχουμε ανάγκη να κατοικηθεί η χώρα πάλι από επικίνδυνα νιάτα. Ανθρώπους που έχουν μεταχειριστεί πρωτίστως τον πλούτο της νεότητας με ύφος πυρπολητή και δεν έχουν την διάθεση να γεράσουν πριν τους βρει ο θάνατος. Που έχουν προτάξει το σώμα τους για να υπερασπιστούν το πνεύμα και έχουν βάλει υποθήκη το σκοτάδι τους για ένα κουτάκι σπίρτα. Άνθρωποι που χτυπήθηκαν από την αστραπή της ηδονής και έκτοτε κάθε εκδοχή του φωτός τούς ανατριχιάζει. Που δεν παρασύρθηκαν στην κατανάλωση εξαιτίας κάποιου χρυσού καπρίτσιου των γονιών τους ή μιας μετωπικής σύγκρουσης με κάποιο βιβλίο. Νέοι που ξέρουν πως η μόνη αμαρτία είναι το αλάθητο και πως το κόκκινο των χειλιών τους δεν βγαίνει από τα ρούχα της πόλης, σε όσους βαθμούς κι αν πλυθούν.

Αν ο νέος μονοθεϊσμός είναι το χρήμα, τότε ας φτιάξουμε ένα πολυθεϊκό σύστημα. Η απόλαυση τότε θα είναι κοινωνικό αγαθό και οι θεοί απευθείας συνομιλητές του ανθρώπου.

Τα δάκρυα της πόλης δεν καθαρίζουν τις συνειδήσεις μας ούτε ποτίζουν παραμελημένες καρδιές. Αντιθέτως ενισχύουν την τοξικότητας της ενοχής μας κι αν μας βρούνε αφηρημένους μέσα σε κάποια ιστορία αγάπης πάνε να μας πνίξουν. Μα το άγριο ένστικτο της ελευθερίας, που μας ακολουθεί από την εποχή που ξεφύγαμε απ’ τα δέντρα και γίναμε κύριοι του εαυτού μας, πάντα μας σώζει ακόμα και από τις κατασκευές της αυτοκαταστροφικής μας φύσης.

Διότι η ζωή έγινε αιώνια όταν της δώσαμε όνομα. Και το όνομά αυτής «Δημιουργία».

 (*Έργο της ποιήτριας, συγγραφέως και ζωγράφου Παυλίνας Παμπούδη)

Christos Koukis

About Christos Koukis

Ήθελε τόσο να μεγαλώσει και τα κατάφερε στην Αθήνα. Ήθελε τόσο να σπουδάσει σε ένα πιο βαρετό ίδρυμα από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο μα στάθηκε άτυχος. Ήθελε τόσο να ταξιδέψει σε πολλά και διαφορετικά μέρη που κάπου ανάμεσα ξέχασε το μυαλό του. Η κακιά η ώρα τον έκανε ποιητή και του μπέρδεψε μια μελωδία στην γλώσσα. Λατρεύει την σοκολάτα και κάθε παράγωγο της φαντασίας. Δεν του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του όταν είναι μπροστά ο ίδιος. Πάντα θυμάται πως δεν είναι όσα λένε οι άλλοι πως είναι.