Δεν υπάρχει τίποτα πιο λυπηρό σε αυτό τον κόσμο από το να ξυπνάς το πρωί των Χριστουγέννων και να μην είσαι παιδί»- Erma Bombeck (1927-1996)

 

Ξύπνησα ένα χριστουγεννιάτικο πρωινό και ανακάλυψα πως δεν ήμουν πια παιδί. Πώς το κατάλαβα; Όχι κοιτάζοντας στον καθρέφτη αλλά γιατί είχα πάψει να αισθάνομαι τη μαγεία που συνήθιζα να νιώθω εκείνο το πρωινό. Πού είχε πάει; Κάθησα κοιτάζοντας το Χριστουγεννιάτικο δέντρο με τα χρωματιστά φωτάκια να αναβοσβήνουν και πίνοντας ένα ζεστό κακάο… Τίποτα… Άρχισα να ξετυλίγω τα δώρα. Α…, τα μάλλινα γάντια που ήθελα… Μπα…τίποτα… Χτύπησε το κουδούνι- άνοιξα απρόθυμα… δύο πιτσιρίκια είχαν έλθει να πουν τα κάλαντα… «Πείτε τα», τους λέω… μήπως και νιώσω κάτι… αλλά μπα, τίποτα…

Τίποτα δεν ήταν πια εκεί από τη χαρά, από τον ενθουσιασμό, από τη μαγεία των Χριστουγέννων- κι έμεινα να κοιτάζω το δέντρο αποχαυνωμένη.

Πού είχε πάει η μαγεία, τι είχε απογίνει; Είχα μια κρυφή ελπίδα ότι αν έψαχνα καλά θα την έβρισκα ξανά αλλά πάντως εκ πρώτης όψεως δεν υπήρχε πουθενά.

 Χμ… θυμήθηκα. Είχε να κάνει με εκείνο τον Άγιο, ναι ναι αυτό το χοντρό μουσάτο που φέρνει τα δώρα. Κάθε χρόνο με έβαζε να του υποσχεθώ ότι αν ήμουν καλό κορίτσι θα μου έφερνε αυτά που του είχα ζητήσει… Και κάθε χρόνο μου έφερνε άλλα αντί άλλων… Κάποιες χρονιές με είχε ξεχάσει και τελείως… Η ματαίωσή μου δεν περιγράφεται… Να του ετοιμάζεις, τον προβλεπόμενο κουραμπιέ με γάλα και να πηγαίνεις νωρίς για ύπνο… Να είσαι όλη τη χρονιά καλό κορίτσι, να κάνεις όλα αυτά που «πρέπει», να προσπαθείς για το «σωστό», να μην «ενδίδεις» στους κάθε είδους πειρασμούς, να «μην κάνεις λάθη», να «μην το βάζεις κάτω»…, να «είσαι δυνατή», κ.ο.κ., και κάθε χρόνο οι απαιτήσεις να αυξάνονται… κι αυτός ο αναίσθητος κάθε φορά κάτι να βρίσκει να παρατηρήσει (ανικανοποίητος παιδί μου)- για να δικαιολογήσει την αφηρημάδα του… Είναι να μη σε πάρουν τα δάκρυα πάνω από τους κουραμπιέδες; Και όχι μια και δύο φορές αλλά επανειλημμένα…

Έ, έπαψα κι εγώ να πιστεύω σε αυτόν… Έπαψα να τον βλέπω σαν ένα καλόκαρδο, μαλακό, καλοπροαίρετο, αθώο, γενναιόδωρο πρόσωπο και άρχισα να θεωρώ ότι ήταν μάλλον επικριτικός, επιλεκτικός, αδιάφορος και συχνά άδικος. Και έγινα σκληρή μαζί του… εκεί που στην αρχή… έλεγα «εντάξει, μωρέ το ξέχασε ο καημένος… είναι και μεγάλος άνθρωπος και έχει να εξυπηρετήσει τόσο κόσμο» σταμάτησα να τον συγχωρώ και το πήρα προσωπικά. Και όποτε κανείς με ρωτούσε τη γνώμη μου γι αυτόν – δεν ήμουν διατεθειμένη να πω καλό λόγο: «Αη Βασίλης και μα*ακίες…», μετά συγχωρήσεως!

Είχα γίνει κι εγώ επικριτική, επιλεκτική και άδικη μαζί του… τώρα το βλέπω. Γιατί εντάξει, όπως εγώ έκανα την προσπάθειά μου, έτσι έκανε και αυτός τη δική του. Όμως η ματαίωση που ένιωθα κάθε φορά που οι προσδοκίες μου δεν ικανοποιούνταν, κάθε φορά που παρά τoυς κόπους που είχα καταβάλλει όλη τη χρονιά έμενα να τον περιμένω κι αυτός δεν ερχόταν ή μου έφερνε τα πιο αλλοπρόσαλλα και άσχετα δώρα, με έκανε όλο και πιο σκληρή και κυνική. Αφού εκείνος με ξεχνούσε ή αδιαφορούσε για τις πραγματικές μου επιθυμίες, δεν θα πρέπει να άξιζα και πολύ. Εφόσον με αποδεχόταν υπό προϋποθέσεις, άρχισα να αποδέχομαι κι εγώ τον εαυτό μου και τους άλλους (κι εκείνου συμπεριλαμβανομένου) υπό όρους, αφού εκείνος δεν ήταν γενναιόδωρος στην αγάπη του- δεν θα’ μουν κι εγώ. Και όσο εντεινόταν ο κυνισμός μου τόσο ξεθώριαζε η μαγεία των Χριστουγέννων.

Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο δε μπορούσα να απολαύσω εκείνο το Χριστουγεννιάτικο πρωινό. Δεν ήμουν πια παιδί όχι απλά γιατί είχα μεγαλώσει αλλά γιατί είχα χάσει την πίστη μου… Προκειμένου να διαχειριστώ τις όποιες ματαιώσεις, είχε χρειαστεί να πάψω να πιστεύω στον Άγιο Βασίλη και τα όσα ενσάρκωνε αυτή η φιγούρα.

Δεν είναι μόνο οι υποχρεώσεις, οι ευθύνες και οι δυσκολίες κάθε είδους που μας εμποδίζουν να νιώσουμε τη μαγεία των Χριστουγέννων. Είναι, σε μεγάλο βαθμό, η αδυναμία μας να διαχειριστούμε τη ματαίωση των προσδοκιών μας, ο θυμός και η απογοήτευση που γεννιέται στην ιδέα ότι δεν έχουμε αυτά που θα θέλαμε, είναι η απαίτηση που έχουμε από τον εαυτό μας, από τους άλλους, από τη ζωή την ίδια. Η ματαίωση μας κάνει να γινόμαστε ολοένα και πιο κυνικοί, δήθεν για να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα- ή αυτό που αντιλαμβάνεται ο καθένας ως  πραγματικότητα.

Ίσως είναι  καιρός να συγχωρήσουμε τον Άγιο Βασίλη και να πάψουμε να παίρνουμε τη συμπεριφορά του προσωπικά. Έχει άλλωστε τόσο κόσμο να εξυπηρετήσει- Και, εντάξει δεν είναι τέλειος- μπορεί να πίνει λίγο παραπάνω, μέρες που είναι και να ξεχνάει (αλλιώς γιατί η μύτη του είναι πάντα τόσο κόκκινη;) Μπορεί να είχε και επικριτική μητέρα…

Και μαζί με αυτόν, να συγχωρήσουμε τον εαυτό μας και όσους χρειάζεται. Να άρουμε για λίγο αυτό το στρώμα κυνισμού που έχουμε χτίσει, να έλθουμε ξανά σε επαφή με την ευαλωτότητά μας, αυτό το πιο “soft” κομμάτι του εαυτού μας και να αντλήσουμε από εκεί αγάπη και αποδοχή για εμάς και τους γύρω μας ανεξάρτητα με το αν κι εμείς κι εκείνοι ήμασταν naughty or nice αυτή τη χρονιά…

Και τότε μπορεί να μας συνεπάρουν τα φωτάκια του δέντρου, η μυρωδιά από το βούτυρο του κουραμπιέ που ψήνεται, ο ήχος από τα τρίγωνα κάλαντα και να  κάνουμε πολλές αγκαλιές, να ανταλλάξουμε δώρα της πλάκας μηδενικής αξίας, να κυλιστούμε στο χαλί, να παίξουμε, να φλερτάρουμε, να εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας…

Γιατί τελικά, ίσως  δεν είναι ότι παύουμε να πιστεύουμε στον Άγιο Βασίλη ή στη μαγεία των Χριστουγέννων. Είναι ότι παύουμε να πιστεύουμε στον εαυτό μας και στη μαγεία που κρύβουμε μέσα μας και ότι τα Χριστούγεννα έρχονται και μας το υπενθυμίζουν δίνοντάς μας ταυτόχρονα μια ευκαιρία να την ξαναβρούμε…

 Σκεφτείτε το!

 A lovely thing about Christmas is that it’s compulsory, like a thunderstorm, and we all go through it together. ~ Garrison Keillor (1942-), American author. ‘Exiles’, Leaving Home (1987).

About Elena Kampisopoulou

Η Έλενα Καμπισοπούλου είναι θεραπεύτρια-ψυχολόγος και απολαμβάνει να εξερευνά ακούραστα τα υπαρξιακά ερωτήματα, που αναπόφευκτα τίθενται από τη ζωή με μια μάλλον αισιόδοξη προοπτική και τη διάθεση να αγκαλιάζει την εμπειρία με το μαγικό τρόπο που αυτή ξεδιπλώνεται. Αγαπά τις λέξεις και τα λογοπαίγνια, τις αντιθέσεις, τα παράδοξα, τον ήλιο και τη θάλασσα, τις καυτερές γεύσεις, τις έξυπνες συζητήσεις και γοητεύεται από το συνδυασμό δύναμης και ευαισθησίας στους ανθρώπους. Αφιερώνει το χρόνο της στη θεραπευτική της δουλειά, που γίνεται έναυσμα για διαρκή προσωπική διεύρυνση, το διάβασμα, το γράψιμο, τη γυμναστική, τη χαλάρωση νου και σώματος και την ανάπτυξη νέων project με ανθρώπους που μοιράζονται τα ενδιαφέροντα και τον ενθουσιασμό της.