Η εβδομάδα ξεκίνησε με μαύρο χάλι. Ξέρεις τι είναι να κοιμάσαι σαν πουλάκι για να ωφεληθείς εις το έπακρον τον υπνάκο και να ξυπνάς βάρβαρα γιατί πρέπει να πας στο νοσοκομείο; Ε σας το λέω εγώ… 3.15 τα ξημερώματα η μονάκριβη γιαγιά μου είχε πρόβλημα με έναν κάκιστο βήχα που δεν την άφηνε να αναπνεύσει. Την πήγαμε άρον-άρον με το ασθενοφόρο στο νοσοκομείο του Ρίου. Έξω παγωνιά. Εγώ με τα μάτια πρησμένα και με έναν κόμπο στο στομάχι να με ρίχνει ψυχολογικά. Πρώτη φορά στη ζωή μου μπήκα σε ασθενοφόρο. Εύχομαι και η τελευταία. Να’ ναι καλά οι τραυματιοφορείς, ήταν ευγενέστατοι. Και πόσο μάλλον όταν έχουν να κάνουν με γκρινιάρα – γλυκύτατη μεν – γιαγιάκα ξημέρωμα Δευτέρας…

Την έβαλαν μέσα και κάθισα δίπλα της. Την κοιτούσα εκεί ξαπλωμένη στο φορείο και παρατηρούσα το χέρι της. Γεμάτο ζάρες και από τα αρθριτικά ταλαιπωρημένο. Κρατούσε με το άλλο το κεφάλι της με κλειστά τα μάτια που ήταν φοβισμένα. Εκείνη τη στιγμή σωπαίνεις. Δεν μιλάς. Δεν λες τίποτα. Κι ας γκρινιάζει. Έχει το ακαταλόγιστο. Είναι μία άμυνα που την ορίζει ο φόβος. «Ησύχασε» της ψιθύριζα για να μην ανησυχεί. Αλλά η γιαγιά ξέρει. Έβλεπα μέσα από τα μάτια της πόσο πολύ πονούσε η ψυχή της.

Φτάνοντας στο νοσοκομείο, η παγωμάρα ήταν αισθητή. Κι εκεί δεν μιλάς. Δεν λες τίποτα. Παρά μόνο περιμένεις υπομονετικά να έρθει κάποιος γιατρός το γρηγορότερο δυνατό για να φύγεις μια ώρα αρχύτερα. Ο χώρος των εκτάκτων περιστατικών ήταν ψιλοάδειος. Κάναμε τα διαδικαστικά. Εκεί είδα έναν γνωστό. Είχε φέρει τη μητέρα του. Κουνήσαμε και οι δύο το κεφάλι με κατανόηση. «Βάρβαρη ώρα» του είπα. «Όχι» μου απαντάει. «Είναι η καλύτερη ώρα. Τέτοιες ώρες δεν έρχεται σχεδόν κανείς. Πίστεψέ με, έχω εμπειρία σε αυτό». Κι εκεί σωπαίνεις. Δεν μιλάς. Δεν λες τίποτα. Παρά μόνο σκύβεις το κεφάλι για να δείξεις συμπόνια.

Λίγη ώρα αργότερα, πλησιάζει μια από τις νυχτερινές νοσοκόμες για να κάνει τη συνηθισμένη ρουτίνα. Ρωτάει την συνάδελφό της με αντιπαθέστατο ύφος «ΑΥΤΗ τι την κάνουμε;» Εκείνη τη στιγμή δεν σωπαίνεις. Μιλάς. «Κυρία Καμάρα ονομάζεται. Έχει όνομα και επίθετο!» Προσπάθησε να δικαιολογηθεί, αλλά μάταια καθώς το ύφος μου δεν της το επέτρεψε. Ύστερα ήρθε και ο γιατρός. Τι να πω… Πρέπει εκείνη τη μέρα κάποιος να τον τσάντισε πάρα πολύ. Γιατί την πλήρωσαν οι ασθενείς. Άγριος, επιθετικός σε σημείο που φοβόμασταν να βγάλουμε «κιχ». Δεν είναι εύκολη η δουλειά που κάνουν. Σε καμία περίπτωση. Και είναι ακόμα πιο δύσκολο όταν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες προσπαθούν να κάνουν το λειτούργημά τους δεν βοηθάει. Καταβάλλω προσπάθεια να τους καταλάβω. Κι από μία άποψη τους κατανοώ και τους σέβομαι. Αλλά έρχονται αντιμέτωποι με ανθρώπους. Και αν μη τι άλλο, στις 4 τα ξημερώματα, που ο φόβος γίνεται πιο έντονος μέσα στην άγρια νύχτα, θέλεις μια φωνή να σε ηρεμεί.

Η γιαγιά μου ακόμα πιο φοβισμένη. Της έκαναν όλες τις απαραίτητες εξετάσεις και περιμέναμε τα αποτελέσματα με τόση αγωνία… Και εκείνη τη στιγμή, που καθόμουν στην άβολη καρέκλα και κοιτούσα το βρόμικο πάτωμα και την ακαταστασία ενός δωματίου που θα έπρεπε να είναι σχολαστικά πεντακάθαρος, σκέφτηκα τα αποθέματα υπομονής που διαθέτει ο άνθρωπος. Δεν μιλάς. Δεν λες τίποτα. Παρά περιμένεις ώρες ατελείωτες να φύγεις από έναν χώρο τόσο αφιλόξενο αλλά και τόσο απαραίτητο. Οξύμωρο, ε;

Βάρβαρη ώρα. Κοιτάζω τη γιαγιά μου, μικρή και κουρασμένη, να σκέφτεται δυνατά, στιγμές από την ζωή της. Το παρελθόν. Τα λάθη. Τον πόνο. Τις δοκιμασίες. Τα εξιστορούσε αλλά όχι για να τ’ ακούω εγώ. Υπό άλλες συνθήκες θα της έλεγα «πάλι τα ίδια λες, ξέχασε τα πια». Αλλά εκείνη τη στιγμή, που τη βλέπεις να δακρύζει, δεν μιλάς. Δεν λες τίποτα.

Οι γιατροί πηγαινοέρχονταν. Η ώρα περνούσε. Και εμείς ακόμα εκεί. Η γιαγιά μου μισοκοιμισμένη αλλά με τη σκέψη της πάνω μου, να μη αρρωστήσω εγώ. Έτσι είναι οι γιαγιάδες. Αυτό κάνουν. Είναι φροντιστές. Βγήκα να πάρω λίγο αέρα και να τεντώσω το κορμί μου. Και είδα φως. Είχε ξημερώσει. 7.30 το πρωί. Πήρα μια βαθιά ανάσα και επέτρεψα στην πρωινή αύρα να με αγγίξει. Εκείνη τη στιγμή απλά κάνεις την προσευχή σου. Και λες ένα «ευχαριστώ» στον ουρανό. Πήρα το μάθημά μου. Ξέρετε γιατί; Χωρίς να το καταλάβει, η γιαγιά μου, εκείνη την άγρια νύχτα μου έδωσε ένα μάθημα όπως αυτά μου έδινε πάντα από μικρή και συνεχίζει να δίνει. Ποιο είναι αυτό; Δεν θα μπορούσε να είναι τίποτε άλλο εκτός από ένα μάθημα αγάπης, συμπόνιας, σεβασμού, υπομονής και πάνω απ’ όλα, ευγνωμοσύνης…

Vassilia Camara

About Vassilia Camara

Γεννήθηκε στο όμορφο Μόντρεαλ του Καναδά. Πήγε σχολείο αλλά υποστηρίζει με πάθος ότι τα μαθήματα της ζωής είναι το... πραγματικό σχολείο. Εργάζεται στο χώρο των ΜΜΕ τα τελευταία 12 χρόνια στην Πάτρα κάνοντας λίγο πολύ τα πάντα. «Κρυφό» της πάθος η ζωγραφική. Από μικρή θυμάται να πιάνει χαρτί και να ζωγραφίζει με τις ώρες και μια ωραία μέρα στο ξεκάρφωτο την πήρε η αδελφή της από το χέρι και την πήγε σε μια σχολή σχεδίου μόδας. Κάποιες φορές στη ζωή θέλουμε έναν άνθρωπο να μας ταρακουνάει… Εργάζεται στο «thebest.gr» και είναι συνιδιοκτήτρια του «Beau Sillage». Χαλαρώνει με soft jazz, της αρέσει να ταξιδεύει σε δικούς της φανταστικούς κόσμους, αλλά και σε πραγματικούς, βρίσκει ομορφιά σε απλά καθημερινά πράγματα, είναι αισιόδοξη σε σημείο που εκνευρίζει τους άλλους αλλά δε τη νοιάζει και πιστεύει ότι η ευτυχία μπαίνει χωρίς να το καταλάβεις από την πόρτα που ξέχασες ανοιχτή…