Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν «καλοί» και «κακοί» άνθρωποι αλλά ότι εν δυνάμει όλοι μπορούμε να είμαστε και τα δύο. Αναμφισβήτητα όμως υπάρχουν καλές και κακές συμπεριφορές, ευγενείς και ποταπές πράξεις.

Οι άνθρωποι, είμαστε φτιαγμένοι για να βιώνουμε όλη τη γκάμα των συναισθημάτων από τις πιο σκοτεινές ως τις πιο σκούρες αποχρώσεις της συναισθηματικής παλέττας. Όλοι. Ανάμεσα στις πιο σκοτεινές και τις πιο σκούρες αποχρώσεις υπάρχουν ωστόσο και γκρίζες ζώνες και εκεί εντάσσω το συναίσθημα της απάθειας. Και το συναίσθημα της απάθειας μολονότι όχι τόσο σκοτεινό όσο ο φθόνος, η κακία ή η αλαζονεία μπορεί να οδηγήσει σε εξίσου καταστροφικές πράξεις και συμπεριφορές και να προκαλέσει μεγάλο πόνο και αναστρέψιμη ζημιά στους ανθρώπους γύρω μας.

Οι στιγμές εκείνες που θα μπορούσαμε να έχουμε βοηθήσει τον άλλο αλλά δεν το κάναμε…που θα μπορούσαμε να τον έχουμε ανακουφίσει με μια πράξη ή ακόμη ένα καλό λόγο… που θα μπορούσαμε να τον έχουμε γλιτώσει από ορισμένο πόνο ή σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και να του έχουμε σώσει τη ζωή… (βλ. υπόθεση Βαγγέλη Γιακουμάκη)

Οι ψυχολόγοι έχουν περιγράψει το φαινόμενο που λέγεται “Bystander apathy effect” ή της «Απάθειας των παρισταμένων». Ο όρος αφορά σε ένα κοινωνικό ψυχολογικό φαινόμενο που συναντάται σε περιπτώσεις όπου οι άνθρωποι δεν προσφέρουν τη βοήθειά τους στο θύμα μιας κατάστασης που εκτυλίσσεται μπροστά τους όταν είναι και άλλα άτομα παρόντα. Η πιθανότητα να βοηθήσουν είναι μάλιστα αντιστρόφως ανάλογη του αριθμού των παρευρισκόμενων. Όσο περισσότερα άτομα παρευρίσκονται τόσο λιγότερο πιθανό είναι έστω και ένας να βοηθήσει το θύμα.

Οι ειδικοί ενδιαφέρθηκαν για το ζήτημα αυτό προσπαθώντας να κατανοήσουν την περίπτωση ενός φόνου που διαπράχθηκε εν τη παρουσία 38 ατόμων, γειτόνων του θύματος. Η επίθεση που δέχτηκε το θύμα διήρκεσε 35 ολόκληρα λεπτά, διάρκεια στην οποία κανένας από τους γείτονες της γυναίκας που δολοφονήθηκε, οι οποίοι παρακολουθούσαν από τα παράθυρά τους δεν έκανε την οποιαδήποτε κίνηση να βοηθήσει ή να καλέσει βοήθεια. Μάλιστα, ο δολοφόνος δύο φορές τρομαγμένος από τα φώτα στα παράθυρα των σπιτιών έκανε να φύγει, αλλά επέστρεψε όταν διαπίστωσε ότι κανείς δεν επρόκειτο να παρέμβει.

Διατύπωσαν λοιπόν την υπόθεση ότι η παρουσία των άλλων σε μια κατάσταση όπου ένα άτομο θυματοποιείται αλλά και γενικότερα σε μια επείγουσα κατάσταση,οδηγεί στη λεγόμενη «διάχυση της ευθύνης», η ευθύνη δηλ του να παράσχουμε τη βοήθειά μας διαχέεται ανάμεσα στους παρευρισκόμενους, μαζί με την διάχυση του ‘φταιξίματος’ αφού οι άνθρωποι δεν πιστεύουν ότι θα κατηγορηθούν ως άτομα, όταν είναι μέρος ενός μεγαλύτερου συνόλου. Οι άνθρωποι επομένως τείνουν να πιστεύουν ότι κάποιος άλλος θα βρεθεί να επέμβει και ότι η βοήθεια που εκείνοι θα μπορούσαν να παρέχουν θα ήταν ανεπαρκής ή και επιζήμια. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται και πλουραλιστική άγνοια. Είναι η γνωστή περίπτωση που ο ένας κοιτάζει να δει τι θα κάνει ο άλλος και ακόμη και αν πιστεύει ότι θα έπρεπε να κάνει το x, συμμορφώνεται αυτόματα με αυτό που κάνουν και οι υπόλοιποι από φόβο να ξεχωρίσει και να γελοιοποιηθεί. Αυτό σε πολλές περιπτώσεις έχει σαν αποτέλεσμα να μην κάνει κανένας τίποτε ακόμη για να επέμβει σε μια κατάσταση ακόμη και αν πιστεύει ότι θα έπρεπε να κάνει.

Μου έκανε εντύπωση αυτό το φαινόμενο όταν το πρωτοδιάβασα κάπου ανάμεσα σε δεκάδες άλλες πληροφορίες μελετώντας για τις εξετάσεις ενός μεταπτυχιακού. Και για καλή μου τύχη ήταν ένα από τα θέματα που ‘έπεσε’. Την επόμενη μέρα έτυχε να οδηγώ τη στιγμή που άκουσα πίσω μου τις σειρήνες ενός ασθενοφόρου. Ο δρόμος ήταν στενός, το ασθενοφόρο είχε μπλοκάρει και δεν μπορούσε να περάσει αφού τα αυτοκίνητα δεν ήξεραν προς τα πού να κάνουν για να ανοίξουν χώρο, οπότε και έμεναν ακίνητα. Αρχικά εμοιαζε πράγματι να μην υπάρχει κάτι να κάνεις… Όμως, μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα έστριψα το τιμόνι προς τα δεξιά και ανέβηκα κατά το ήμισυ σε ένα υποτυπώδες  πεζοδρόμιο που υπήρχε στην άκρη του δρόμου. Με ακολούθησαν και οι άλλοι. Και πολύ γρήγορα ελευθερώθηκε χώρος και το ασθενοφόρο πέρασε. Σχεδόν εντυπωσιάστηκα με την αμεσότητα της αντίδρασης μου και τον τρόπο που διευκόλυνε την όλη κατάσταση. Δεν ξέρω αν θα είχα αντιδράσει με τον ίδιο τρόπο αν αυτό είχε συμβεί μερικές ημέρες νωρίτερα. Όμως, το γεγονός ότι είχα μόλις διαβάσει για το φαινόμενο της «απάθειας των παρευρισκομένων» με είχε ευαισθητοποιήσει συνειδητά και υποσυνείδητα καθώς φάνηκε έτσι ώστε σε μια ανάλογη περίσταση να ενεργήσω άμεσα παίρνοντας την προσωπική μου ευθύνη και να κάνω ό,τι μπορούσα. Τη θυμάμαι αυτή τη στιγμή γιατί με έκανε να νιώσω καλά.

Και είμαι πεπεισμένη ότι οποιαδήποτε στιγμή υπερβαίνουμε την απάθειά μας και ενίοτε τον κυνισμό μας μπροστά σε μια κατάσταση όπου μπορούμε να βοηθήσουμε ή και να ανακουφίσουμε έναν άνθρωπο, οποτεδήποτε προβαίνουμε σε μια πράξη καλοσύνης νιώθουμε καλά για τον εαυτό μας, τα ίδια τα συναισθήματά μας είναι η ανταμοιβή μας.

Δεν είναι απαραίτητο να πρόκειται για μια επείγουσα κατάσταση… Η  οποιαδήποτε περίσταση ένας άνθρωπος υποφέρει μπροστά μας με οποιοδήποτε τρόπο, είναι μια ευκαιρία να δείξουμε καλοσύνη.

Όπως λέει ο συγγραφέας George Saunders:  «Εκείνο που περισσότερο μετανιώνω στη ζωή μου είναι οι στιγμές έλλειψης καλοσύνης…εκείνες οι στιγμές που ένας άλλος άνθρωπος ήταν εκεί, μπροστά μου, υποφέροντας και εγώ αντέδρασα…λογικά. Επιφυλακτικά. Ήπια.

Και συνεχίζει…

 Ή για να το δούμε και από την άλλη πλευρά του τηλεσκόπιου: Ποιόν, στη ζωή σου θυμάσαι με τη μεγαλύτερη αγάπη, με τα πιο αδιαμφισβήτητα συναισθήματα ζεστασιάς;

Εκείνους που σου έδειξαν τη μεγαλύτερη καλοσύνη…

Αλλά, όπως αποδεικνύεται, η καλοσύνη, είναι δύσκολη– ξεκινάει με ουράνια τόξα και κουταβάκια,  και επεκτείνεται για να συμπεριλάβει…μάλλον, τα πάντα».

Είναι αλήθεια ότι είναι δύσκολη η καλοσύνη, όμως έχει και μεγάλη ανταμοιβή. Προυποθέτει να είμαστε υποψιασμένοι ως προς  την τάση μας για απάθεια και τη δεδομένη στιγμή να  κινηθούμε πέρα από αυτή.

 

About Elena Kampisopoulou

Η Έλενα Καμπισοπούλου είναι θεραπεύτρια-ψυχολόγος και απολαμβάνει να εξερευνά ακούραστα τα υπαρξιακά ερωτήματα, που αναπόφευκτα τίθενται από τη ζωή με μια μάλλον αισιόδοξη προοπτική και τη διάθεση να αγκαλιάζει την εμπειρία με το μαγικό τρόπο που αυτή ξεδιπλώνεται. Αγαπά τις λέξεις και τα λογοπαίγνια, τις αντιθέσεις, τα παράδοξα, τον ήλιο και τη θάλασσα, τις καυτερές γεύσεις, τις έξυπνες συζητήσεις και γοητεύεται από το συνδυασμό δύναμης και ευαισθησίας στους ανθρώπους. Αφιερώνει το χρόνο της στη θεραπευτική της δουλειά, που γίνεται έναυσμα για διαρκή προσωπική διεύρυνση, το διάβασμα, το γράψιμο, τη γυμναστική, τη χαλάρωση νου και σώματος και την ανάπτυξη νέων project με ανθρώπους που μοιράζονται τα ενδιαφέροντα και τον ενθουσιασμό της.