Στην Άνοιξη, φίλοι μου, στην Άνοιξη

Εκεί μας οδηγήσανε οι σκοτεινοί χειμώνες

Οι θάλασσες μας σώσανε, μας στείλανε πάλι πίσω

μ’ ένα κοπάδι κερασιές και μια σωστή καρδιά

μνήμη καινούρια σαν παιδιού και μπράτσα σαν της Πίστης

Σιγά σιγά θ’ αναρρώσουμε σαν τα μεγάλα δάση

θα σηκωθούμε καθαροί

τον Κόσμο να ρωτήσουμε και πάλι

 

Ριγμένο μύρο στους βυθούς, ροδόνερο στ’ αγέρι

Βασιλικό πολτό στους Εραστές

και αμβροσία για τα ψηλά βουνά

 

η Μαρία, η Ελένη

και η διπλή όψη της Αθανασίας

 

Ερχόμαστε με το πρώτο κύμα και σκασμένα τα χείλη

να ζήσουμε και να πορευτούμε

μες στα όρια της Ομορφιάς και της Δικαιοσύνης

με την εμπειρία της άγνοιας

Οι δύσκολες αποφάσεις της ζωής και ο λευκός καπνός των αεροπλάνων

μεθάνε το βλέμμα ψηλά

Στους γαλάζιους κίονες

Πρώτος ναός ο Ουρανός

πρώτος και τελευταίος

Εδώ ο τάφος των θεών, εδώ και των ανθρώπων

Εδώ χωράει ο άνεμος σ’ ένα κομμάτι φύλλο

τροφή σπουδαία γίνεται ο ίσκιος των αλόγων

Εδώ γιορτάζει το Κενό και οι κραυγές της Φύσης

η ασυλλάβιστη πνοή σ’ εκείνα τα τραγούδια

που λέμε τόσο σιγανά μες στο πυκνό σκοτάδι

Πρώτος θεσμός ο Ουρανός, τα σύννεφα οι πρώτοι νομοθέτες

Λευκά μαντήλια στα χέρια των παιδιών

Από μηχανής βαμβάκι για των μεγάλων τις πληγές

και νάρθηκας για όλα τα βλέφαρα τα ραγισμένα

Αιμοδότες της άνυδρης Μοίρας και άριστοι δρομείς

Χορηγούνε τα Πλάσματα που αναπνέουν ταπεινά

πότε με τις γκριμάτσες τους πότε με την βροχή

 

Ο ελεύθερος κόσμος θα είναι αυτός που θα ψηφίσουμε στις κάλπες του Ήλιου

και θα είμαστε ξεκάθαροι όπως οι αποφάσεις των πουλιών

για τα μεγάλα ύψη

Ο ελευθερωμένος κόσμος με την μονοκαθεδρία της Αλήθειας

την ντροπαλοσύνη και τους βιότοπους της Δικαιοσύνης

τις χτισμένες κερκόπορτες και τον χρόνο που περιμένει τους ανθρώπους

την τριαδικότητα του Νερού και τα κτίρια που δεν γεράσανε απ ‘τους καιρούς

τους ανέμους και τις ντοπιολαλιές τους

τον διάλογο των αγαλμάτων

τον Διαβήτη στα χέρια της σκέψης

τα πλούτη που κληρονόμησε το άπειρο

τα πλούτη που χαθήκανε στα ζάρια των σπαθιών

 

Σε αυτήν την γη ο ποιητής · ο Μάγος

Πρώτος μεταξύ ίσων

Στο εύκολο μεταγγίζει το Δύσκολο

Στα χέρια του είναι η Αρετή

τα βέλη των ηφαιστειακών τόξων και το αδιανόητο πέταγμα

το χαμομήλι για τα πονεμένα μάτια

Στην πλήρωση του Φεγγαριού υπερασπίζεται τις αργίες των άστρων

διαφυλάσσει την γερή κράση της αθωότητας

Στην μιλιά του η ευαισθησία του άπιαστου

η γεύση της πλάσης στις τόσες στρώσεις των αιώνων

Πλησιάζει το απρόσιτο και κατοχυρώνει το ανένταχτο

Ο ποιητής ξενυχτάει βάζοντας ξυδόνερο στον πυρετό της υπερβολής

Πράξη του η Ελευθερία και η ασφάλιση της Αγάπης

 

Χωρίς την γη κάτω απ’ τα πόδια μας

δεν είμαστε ελεύθεροι

Χωρίς την γλώσσα των ποταμών

δεν φτιάχνουμε ωραίες πόλεις

 

Θεέ μου δώσε μου

Το εύλογο, το χρήσιμο, το αυτονόητο

ένα χέρι, έναν κήπο, μια Ζωή

 

Θεέ μου δώσε μου

μια Αθήνα ν’ ανατέλλω

μια Αλεξάνδρεια να μελετώ

μια Ρώμη να ονειρεύομαι

και μια Κωνσταντινούπολη

να πέφτω στα νερά της να κοιμάμαι

 

Θεέ μου ρίχνε κάθε τόσο

μια σταγόνα λάδι στο ποτήρι της Ανατολής

τη μια λιγότερη ψυχή της Δύσης να ξεχνάμε

να μας ταξιδέψει ο έρωτας

άλλο μην είμαστε τουρίστες της ζωής μας

 

Το νιώθω πια, το παραδέχομαι και το’ χω ιερό

πως το σκοτάδι είναι ο καλύτερος ο τρόπος

και τόπος θαυμαστός ν’ ανδρωθεί το φως το καθαρό

Christos Koukis

About Christos Koukis

Ήθελε τόσο να μεγαλώσει και τα κατάφερε στην Αθήνα. Ήθελε τόσο να σπουδάσει σε ένα πιο βαρετό ίδρυμα από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο μα στάθηκε άτυχος. Ήθελε τόσο να ταξιδέψει σε πολλά και διαφορετικά μέρη που κάπου ανάμεσα ξέχασε το μυαλό του. Η κακιά η ώρα τον έκανε ποιητή και του μπέρδεψε μια μελωδία στην γλώσσα. Λατρεύει την σοκολάτα και κάθε παράγωγο της φαντασίας. Δεν του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του όταν είναι μπροστά ο ίδιος. Πάντα θυμάται πως δεν είναι όσα λένε οι άλλοι πως είναι.