Κυριακή βράδυ μαζεμένοι στο σπίτι με παρέα και χαζεύαμε στην τηλεόραση γνωστό χορευτικό σόου που επαναλαμβάνεται για 5η χρόνια. Και γιατί όχι δηλαδή, αφού και τηλεθέαση έχει, και φιλανθρωπικό χαρακτήρα και μαθαίνουμε και κανένα χορό. Που θα χορέψουμε βέβαια ένα επιβλητικό Passo Doble, για παράδειγμα, δεν ξέρω, αλλά δεν έχει σημασία. Θα βρεθεί η στιγμή. Ή και να μη βρεθεί η στιγμή, θα μας μείνει η γνώση.

Όσον αφορά τα διαφορετικά είδη χορών είναι πολύ ενδιαφέρον να μαθαίνει κανείς και μερικές πληροφορίες για το πώς «γεννήθηκαν», σε ποιο τόπο, από ποια πάστα ανθρώπων και τι ήθελαν να εκφράσουν με αυτούς. Κάθε είδος χορού κουβαλάει μια ιστορία. Εκφράζει μια εποχή, μια κοινωνία, μια ολόκληρη κουλτούρα. Άλλωστε ο χορός είναι ένας πανάρχαιος τρόπος έκφρασης πρώτα και μετά διασκέδασης.

Έτσι όπως περνούσε η ώρα και το ένα χορευτικό ζευγάρι διαδεχόταν το άλλο αρχίσαμε να ζηλεύουμε. Ας το παραδεχτούμε, δεν χορεύουμε πια συχνά, η πλειονότητα τουλάχιστον. Δε θα γίνω γραφική λέγοντας «που ‘ναι εκείνες οι εποχές…» γιατί δεν λιώναμε και ποτέ τα παπούτσια μας κάθε βράδυ, αλλά οπωσδήποτε μια φορά τη βδομάδα ή τέλος πάντων πολύ πιο συχνά από ότι τώρα. Κι όχι τίποτα άλλο τέλειωσε και το καλοκαίρι και δεν είναι τώρα κοντά κανένας γάμος, έτσι να… ξεμουδιάσουμε.

«Τώρα που θα πάμε Ελλάδα για Χριστούγεννα, να κανονίσουμε κανένα μπουζούκι. Να ρίξουμε καμιά στροφή» πρότεινε ο Μάρκος. Όλη η παρέα συμφώνησε άνευ όρων. «Αχ, ναι μπουζούκι! Να χορέψουμε και καμιά ζεϊμπεκιά!» αναφώνησε η Λουκία. Όλα τα αρσενικά της παρέας έστρεψαν το από απορημένο μέχρι αγριεμένο βλέμμα τους πάνω της. «Δεν είναι γυναικείος χορός ο ζεϊμπέκικος!» Και έτσι ξεκίνησε ο καβγάς.

Εντάξει, εντάξει αγόρια! Δεν είναι γυναικείος χορός ο ζεϊμπέκικος. Αντιθέτως μάλιστα χαρακτηρίζεται ως «αυστηρά αντρικός». Αντλεί την καταγωγή του από τους Ζεϊμπέκους, εξισλαμισμένο ελληνικό πληθυσμό με Θρακοφρυγική καταγωγή που κατοικούσε στις περιοχές της Μικράς Ασίας και του Αϊδινίου. Λέγεται πως εμφανίστηκε περίπου τον 17 αιώνα, αν και άλλες πηγές θέλουν να χορεύεται σε παρόμοια μορφή και με άλλο όνομα στην αρχαιότητα προς τιμήν της Κυβέλης (Ρέας) μητέρας των θεών. Οι Ζεΐμπέκοι, καθότι Έλληνες όπως είπαμε, είχαν παραβατική συμπεριφορά απέναντι στο μουσουλμανικό καθεστώς και διώκονταν. Γι αυτό ονομάζονταν και «οι ιππότες των ορέων» καθώς κρύβονταν στα ορεινά. Ελεύθερες ψυχές, δυνατές απέναντι στις κακουχίες, ζούσαν σε έναν τόπο «εχθρικό» μα δεν έκαναν πίσω, ούτε σκύψανε το κεφάλι, παρά μόνο για το σηκώσουν. Και ο χορός που τους εξέφραζε; Ο Ζεϊμπέκικος. Άλλωστε είναι χαρακτηριστική η κίνηση του κεφαλιού από το πάτωμα προς το …θεό!

Στην αρχή ξεκίνησε ως αντικριστός χορός μεταξύ δυο οπλισμένων αντρών αλλά πολύ γρήγορα πήρε τη σημερινή του μορφή κι έγινε ένα μοναχικό χορευτικό «παραλήρημα» με αυτοσχέδια βήματα, όπως και αυτά της ζωής, που στην πραγματικότητα δεν διδάσκονται. Πήρε το όνομα «ο χορός του αετού» από την κύρια στάση που είχαν στα χέρια οι άντρες όταν χόρευαν και που μιμούταν ακριβώς τα φτερά του αετού. Που τα ανοίγει για να απογειωθεί, για να πετάξει, για να ξεφύγει, να σωθεί. Αυτό δεν αισθάνεστε, άντρες γυναίκες, όταν χορεύετε ζεϊμπέκικο; Αν δεν το αισθάνεστε μην χορεύετε. Είναι προσβολή στα «θεία».

Και για του λόγου το αληθές, το όνομα τόσο των Ζεϊμπέκων, όσο και του χορού τους προέρχεται από σύντμηση των Ζεύς (Δίας) και βέκος που σήμαινε στα φρυγικά ψωμί, το οποίο ως γνωστόν και στη δική μας θρησκεία συμβολίζει το σώμα. Λέγεται, λοιπόν, πως ο ζεϊμπέκικος ήταν μια αναζήτηση, μια αναπαράσταση της ένωσης του πνεύματος με το σώμα, της ένωσης του θεού με τον άνθρωπο. Ώστε να λυτρωθεί από τις δυσκολίες της ζωής και να σωθεί.

Περίπου από τα μισά του 19ου αιώνα ο χορός άρχισε να εμφανίζεται και να εξαπλώνεται στον ελλαδικό χώρο. Υιοθετήθηκε από τους ρεμπέτες και βρήκε καταφύγιο που αλλού; Στα μεγάλα λιμάνια της χώρας. Το ‘χουμε ξαναπεί. Τα λιμάνια κρύβουν μια «πρόστυχη» αρχοντιά, μια «βρώμικη» σαγήνη. Και ταυτόχρονα έναν χαρακτήρα ντόμπρο και ξεκάθαρο. Τα λιμάνια. Φτωχομάνες. Καταφύγια ονείρων, προβλήτες σχεδίων. Ο πιο δημοφιλής «προορισμός» για να σχεδιάζουν οι απελπισμένοι τα όνειρά τους. Οι άνθρωποι της εργατικής τάξης του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης και αργότερα του Βόλου και της Πάτρας (Ταμπάχανα) έκαναν τα βήματα του ζεϊμπέκικου δικά τους και πρόσθεσαν τα δικά τους σε εκείνα του ζεϊμπέκικου. Και τον πήγαν παρακάτω. Κι εκείνος τους πήγαινε πάντα «ψηλά» με τα φτερά που τους έδινε. Και τους λύτρωνε… έστω προσωρινά.

Ο ζεϊμπέκικος παρέμεινε για δεκαετίες ο χορός που εκφράζονταν τα κατώτερα οικονομικά στρώματα του λαού (δεν θα πω ποτέ «κοινωνικά» ακόμα κι αν με κρεμάσετε, δεν κάνει το χρήμα το κοινωνικό μας status). Άνθρωποι με δυσκολίες, που περνούσαν κακουχίες, πείνα, φτώχια και πολλά άλλα που πολλοί από εμάς δεν θα μάθουμε ποτέ. Ταυτίστηκε με τους μάγκες, τους αυθεντικούς. Συνοδεύτηκε και συνόδεψε τους πρώτους ήχους του μπουζουκιού (όπως το ξέρουμε σήμερα). Αφηγήθηκε τους στίχους από αθάνατα ελληνικά τραγούδια που μιλούσαν για πόνο, δύναμη και περηφάνια. Και τα αφηγήθηκε σωστά και ειλικρινά. Χορευόταν μόνο μέσα σε ένα-δύο τετραγωνικά μέτρα. Αρκούσαν. Αρκούσαν και για να εκφράσουν και για να εκφραστούν. Δε θέλει πολλή «φαμφάρα» ο ζεϊμπέκικος, μόνο δυνατή ψυχή και «βαριά» βήματα. Σαν τη ζωή ένα πράγμα.

Μου αρέσει να χορεύω ζεϊμπέκικο που και που. Και το κάνω, σπάνια μεν, αλλά το κάνω. Συγγνώμη άντρες. Προσπαθώ τουλάχιστον όταν το κάνω, να υπάρχει λόγος σοβαρός. Αλλά κι εσείς, το ίδιο να κάνετε. Άντρες, γυναίκες. Δεν χορεύουμε οι γυναίκες ζεϊμπέκικο για να δείξουμε το καινούριο μας φόρεμα, ούτε για να παριστάνουμε το αντράκι πατώντας κατά τα άλλα σαν τη γάτα μήπως το πατήσουμε και σκιστεί! Δεν χορεύουνε οι άντρες για να παραστήσουνε το «μάγκα» στην κοπέλα απέναντι, ούτε κάνουνε χορευτικές φιγούρες σαν να είναι μπαλαρίνοι! Θα τρίζουν τα κόκκαλα των Ζεϊμπέκων και των μαγκών. Και πάνω από όλα δεν χορεύουμε όλοι μαζί! Ένας ένας! Μοναχικός χορός. Ψυχή τε και σώματι. Χορεύεις μόνος και ταυτόχρονα χορεύεις για σένα. Και όλοι οι υπόλοιποι γονατιστοί, ακολουθούν το βλέμμα σου… το βήμα σου… και χτυπώντας τα χέρια με ρυθμό, το χορό σου τιμούνε. Και τον ενθαρρύνουν. Όπως κάνουν οι συνοδοιπόροι στο χορό της ζωής μας.

Υ.Γ Στον αντίποδα, υπάρχει ένας φίλος που παρότι γνώρισε το χορό στα «τότε» του, δεν μου εύχεται, ούτε με ενθαρρύνει να χορεύω ζεϊμπέκικο. «Δεν χορεύουμε ζεϊμπέκικο για να περνάμε καλά! Χορεύουμε όταν δεν περνάμε καλά! Και δεν υπάρχει τίποτα μαγευτικό σε αυτό» λέει. Μπορεί και να έχει δίκιο…. Αλλά αν τύχει και δεν περνάμε καλά, δεν υπάρχει καλύτερο άδειασμα, ξέσπασμα και επιβολή από έναν τέτοιο χορό…

Υ.Γ.2 Μπορεί να έχουν πεθάνει πολλά χρόνια τώρα και δεν θα το μάθουν ποτέ, παρόλα αυτά εγώ θέλω να αφιερώσω αυτό το άρθρο στον παππού μου, που έζησε και μεγάλωσε την οικογένειά του στον Πειραιά την εποχή εκείνη και στο γιο του (και θείο μου) Στράτο. Στον πρώτο γιατί μέσα από αυτόν αισθάνθηκα πιο κοντά στην κουλτούρα εκείνης της εποχής και του χορού της και στον δεύτερο γιατί αν και ήμουν πολύ μικρή, έχω ακόμα την εικόνα του στο μυαλό μου να χορεύει ζεϊμπέκικο σε κάποιο γλέντι και μέχρι σήμερα μπορεί να μην έχω δει να χορεύουν πιο λεβέντικα και πιο αυθεντικά.

Maria Kakavani

About Maria Kakavani

Η Μαρία αλλού γεννήθηκε, αλλού πήγε σχολείο, από αλλού είναι η μαμά της από αλλού ο μπαμπάς της, από αλλού οι παππούδες της, αλλού μεγάλωσε, αλλού έζησε, αλλού μετακόμισε για να εγκατασταθεί και αλλού είναι τώρα και συνεχίζει. Γενικά είναι αλλού! Έχει πτυχίο και μεταπτυχιακό (ΜΒΑ) από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και τα έχει κάνει ωραία κορνίζα, μιλάει μερικές γλώσσες αλλά μάλλον όχι τις απαραίτητες και λατρεύει τα media γιατί εκεί γεννήθηκε και εξελίχτηκε επαγγελματικά και γνώρισε τον κόσμο από την αρχή. Πιστεύει από καρδιάς πως παρόλες τις δυσκολίες κάθε πρωί που ξυπνάμε πρέπει να κοιταζόμαστε στον καθρέφτη, να χαμογελάμε και να λέμε «θα τα καταφέρω!» Και να τα καταφέρνουμε!