«Τώρα πια ξέρω πως ένιωσαν ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα και βρήκαν ασφαλές καταφύγιο μόνο μέσα στην αιωνιότητα. Η μεγάλη έννοια ενός άνδρα είναι να πάρει την θέση του μέσα στον κόσμο και την ανθρώπινη φυλή με αιτία μια γυναίκα.

Χθες βράδυ ένιωσα τόσο κοντά σου που ο φόβος με τίναξε σαν ρεύμα. Χθες βράδυ πέθαινα να ζήσω μαζί σου. Αχ οι άνθρωποι που αγαπιούνται έχουν χίλια ονόματα, όσα και ο Θεός. Αχ οι άνθρωποι αγαπιούνται πάνω σε ρήγματα, μέσα σε θάλασσες γεμάτες πειρατές και κάτω από αλεξίσφαιρα τραγούδια. Η ιστορία του έρωτα είναι πάνω κάτω η ιστορία της φιλοσοφίας.

Η πόλη μας είναι ξεκάθαρη. Έχει τους μικρούς της δρόμους που δεν χωράνε και πολλές λωρίδες ονείρων. Έχει τους φοιτητές της που σου θυμίζουν που ήσουνα και τους μόνιμους κατοίκους της που σου υπενθυμίζουν που είσαι. Έχει την θάλασσα που μπορείς να ρίξεις ή να ριχτείς. Στην πόλη μας έχουμε δεκάδες όμορφες κοπέλες. Μπορείς να τις κυνηγήσεις και να γεμίσεις την τροπαιοθήκη σου ή να εμπλουτίσεις τις φανταστικές σου ιστορίες. Έχει το λιμάνι που κάθε μέρα επιβιβάζονται και αποβιβάζονται βαθμοί ελευθερίας και όποιος πρόλαβε, πρόλαβε… Έχει τις εκκλησίες της και τα γήπεδά της που γεμίζουν, έχει και αμέτρητες εξόδους για μέρη αδειανά. Κάθε στιγμή όλοι ξέρουν τι θέλουν και από ποιον. Το λιγότερο που μπορεί να σου συμβεί σ’ αυτήν την πόλη είναι να υπερτιμήσεις κάποιον και το περισσότερο είναι να πάρεις ακριβώς, αυτό το λίγο, που προσδοκούσες. Ο νόμος των πιθανοτήτων σε έφερε, λοιπόν, σ’ εμένα ή για να είμαι πιο ακριβής η εξαίρεση του νόμου των πιθανοτήτων.

Στην πόλη μας είμαι ξεκάθαρος. Θέλω εσένα. Το νόημά σου. Είσαι το μόνο δικαίωμα που νιώθω πως έχω. Μαζί σου συμμετέχω άμεσα στην ζωή μου. Δεν είσαι κάποια ιδιοτροπία, κάποιος ευκαιριακός εγωισμός ή μια αντίδραση στην κλειστοφοβική ζωή μου. Δεν είσαι μια κάποια επιβεβαίωση της ελευθερίας που όλο και περιορίζεται, ούτε μια προσπάθεια να ξεγελαστεί ο χρόνος που τεντώνεται μακριά από τα νιάτα. Δεν είσαι μια συγκυρία που μου έφερε η ζωή ούτε μια σύμπτωση που θα την ζήσω όσο ευνοεί η τύχη. Εγώ σε έφερα στην ζωή μου και εσύ με έφερες στην δική σου. Είσαι αυτό που περίμενα και διάλεξα να το περιμένω. Είσαι η μνήμη που θέλω να φορτωθώ και το βάδισμα του μέλλοντος. Δεν ξέρω τον τρόπο, τον χρόνο, το μέσο, τα σωστά λόγια, τις απαραίτητες κινήσεις, δεν γνωρίζω πώς θα αποφύγω τα μεγάλα λάθη. Δεν ξέρω επειδή είμαι άμαθος στον μεγάλο έρωτα και στην ουσία. Πώς να στο πω, είσαι η πρώτη μου φορά στον κόσμο των μεγάλων συναισθημάτων.

Ο έρωτας μάς έκαψε όλα τα άλλοθι. Ναι το παραδεχόμαστε, λοιπόν, εμείς φιληθήκαμε εκείνη την μέρα και σκοτώθηκε τόσο σκοτάδι. Με ρωτάς πώς θα συνεχίσουμε και προς τα πού θα πάμε. Δεν ξέρω μα σύντομα θα μάθω, θα προσανατολιστώ. Η πυξίδα πάντα στο τέλος δείχνει τον βορρά και ο έρωτας εσένα.

Πρέπει να γίνουνε πολλά για να είμαστε μαζί. Σκέφτομαι πως για όλα αυτές τις ενέργειες έχω εσένα. Είσαι ένα βήμα μπροστά στον χειρισμό, προβλέπεις και με συγκρατείς. Είναι η γυναικεία σου φύση που βοηθά, είναι και η ακεραιότητα της κρίσης σου που χαλυβδώνει την κοινή μας πορεία. Θα είχε γκρεμιστεί ο κρυφός μας κόσμος αν δεν τον είχες προφυλάξει τόσο εύστοχα. Εδώ θα σου πω το πρώτο μου «ευχαριστώ». Διότι στην περίπτωσή μας ο έρωτας δεν τροφοδοτείται τόσο από την γλύκα της παρανομίας αλλά από την μεταξένια ανακούφιση πως και οι δυο βρήκαμε αυτό που περιμέναμε και λαχταρούσαμε μια ολόκληρη ζωή. Επιτέλους το νερό βρίσκει μια ρωγμή στον βράχο και φτιάχνει μια νέα οδό, δίνοντας στην αυτονομία μια ακόμα νίκη. Το δέρμα σου έχει την υφή του τρεχούμενου νερού. Τίποτα δεν αξίζει όσο αυτή η σιωπή σου, ελεύθερη πάνω στα χείλη μου να υπαινίσσεται.

Ας είμαστε ειλικρινείς. Ναι, ο καθένας συμβάλει από το δικό του μετερίζι και με τις δικές του φοβίες. Μοιάζουν το ξέρω οι δισταγμοί μου πελώριοι και ώρες ώρες ούτε ο Ντοστογιέφσκι δεν θα μπορούσε να κάνει με ευκολία την ανατομία της ψυχολογίας μου. Παίζω θέατρο κάθε μέρα σε τόσο κόσμο για να μπορώ να μην παίζω με την ψυχή σου… Ναι, μερικές φορές σε απογοητεύω και όλα μοιάζουν με μια ορχήστρα που παίζει για ένα ακροατήριο σε γενική αναισθησία. Δοκίμασα όμως την θερμοκρασία της θάλασσάς σου και είναι η ιδανική. Δεν είναι βιαστικό συμπέρασμα, δεν είσαι καν ένα συμπέρασμα. Είσαι η ανάλυση που συμπεραίνει κανείς όταν αγαπάει.

Θέλω και μπορώ να σε ακολουθήσω. Για την συντριπτική πλειοψηφία είναι πολυτέλεια αυτό που ζούμε. Ας είναι, δικός μας λογαριασμός. Με άδεια μάτια δεν φεύγω από αυτήν την ιστορία».

Η Ελένη το ξέρει. Ο έρωτας έχει ευθύνη και ο απόλυτος έρωτας – ο παράνομος δηλαδή – έχει απόλυτη ευθύνη. Κι όμως έμπλεξε σ’ αυτήν την ιστορία όπως μπλέκουν τα σύννεφα στα μάτια μας και δακρύζουμε. Όπως μπερδεύονται τα κύματα στα χέρια μας φευγαλέα μα με την αίσθηση της αθανασίας να παραμένει αναλλοίωτη. Η Ελένη έχει, όμως, ένα σοβαρό πλεονέκτημα. Είναι αυτοδημιούργητη στον έρωτα.

Η Ελένη γνωρίζει πως όταν μπερδεύεται ο έρωτας στις λέξεις της, γίνεται κατανοητή και απαντά σε όλα τα σκληρά ερωτήματα που της θέτει ο εαυτός της. Η ομορφιά της δεν την περιορίζει χρονικά, ούτε της βάζει τελεσίγραφα αφού το πρώτο λόγο μέσα της έχει η αρετή.

Η Ελένη από μέρα σε μέρα μαθαίνει. Εξ’ ορισμού ο παράνομος έρωτας εκλογικεύει το αδύνατο και συγκρούεται μετωπικά με όλες τις κοινωνικές φόρμες και δομές. Γι’ αυτό χρειάζεται χρόνο, λίγο περισσότερο χρόνο απ’ το αναμενόμενο. Δεν υπάρχει θεσμικό πλαίσιο για ένα τόσο δυνατό ειδύλλιο και απαιτεί υπομονή ώσπου να συναινέσει ο καιρός. Οι κοινωνίες έχουν τον δικό τους βηματισμό και δεν συμμερίζονται τόσο εύκολα λαμπερές μειοψηφίες. Η Ελένη καταλαβαίνει πως έχει ανάγκη μια Γαλλική Επανάσταση δίχως την τρομοκρατία του Ροβεσπιέρου… Η επανάσταση θέλει προσοχή, δεν θέλει οργή και βιαστικές τελεσίδικες αποφάσεις. Μια δημοκρατική μεθόδευση, μια εφικτή απόδραση.

Δεν παίζει μόνο ο Θεός ζάρια σε αυτό το σύμπαν αλλά και η καρδιά. Για αυτό και αδυνατούμε, παρόλη την εξέλιξή μας, να οριοθετήσουμε το χάος των αισθημάτων μας και να τους βάλουμε μία κάποια τάξη. Μεταξύ μας ευτυχώς, μιας και προτιμούμε ανεπιφύλακτα την δημιουργικότητα που προκύπτει από την αταξία παρά την προκαθορισμένη ζωή, την βουτηγμένη στην κανονικότητα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, όμως, κάτι σημαντικό. Όπως δεν υπάρχει τέλειο έγκλημα, έτσι και δεν υπάρχει ο τέλειος έρωτας. Στην περίπτωση της Ελένης, η τελειότητα απεφεύχθη λόγω κακού συγχρονισμού. Αυτός σε μια καλοκουρδισμένη ζωή, σ’ ένα τραγούδι που δεν ανατριχιάζει κανέναν κι ας είναι άψογα  εκτελεσμένο. Ένας τέτοιος έρωτας γι’ αυτόν ήταν σαν το υψωμένο χέρι του επαναστάτη πίσω απ’ τα κάγκελα της φυλακής. Η ομιλία μιας εικόνας στο αμφιθέατρο των ονείρων.

«Είχα ζητήσει έναν έρωτα σαν τον δικό σου και εσύ με επέλεξες για αυτό το σοβαρό μου λάθος.

Κλείσε μου τα μάτια και δείξε μου τον Παράδεισο. Άνοιξέ τα μου και φύγαμε κατά εκεί. Έτσι μόνο θα ξέρω πως η ευτυχία μου σου ανήκει. Ο έρωτας είναι στ’ αλήθεια τυφλός και πάντα ο πρώτος στη σειρά διαδοχής του κάθε μικρού μας θανάτου. Θα ήταν και το πιο δίκαιο συναίσθημα αν το τέλος δεν επισκίαζε την αρχή και αν η αγάπη δεν καθόριζε με τόση ειλικρίνεια το βάθος της διάρκειας. Στον δρόμο για τον Παράδεισο ανακαλύπτεις πως το τελευταίο πράγμα που θες να σου συμβεί είναι ν’ αγιάσεις. Διότι η ηδονή έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με την ζωή και μάλιστα στην ίδια ένταση. Το κλάμα και την θεϊκή δύναμη της γέννας, το κλάμα και την δριμύτατη απόσυρση του θανάτου.

‘Κάποια σαν εσένα’ είναι μια ανύπαρκτη έκφραση στην γλώσσα του έρωτα. Δεν είναι απλώς ατόπημα ή ένα άλμα στο κενό. Είναι μια μελωδία που καταπατήθηκε για την ανέγερση του θορύβου, είναι μια ουτοπία που κόπηκε σε ίσα και άρτια κομμάτια για να δοθούν στους έχοντες τεράστιο έλλειμμα θάρρους. Κάποια σαν εσένα δεν θα περπατούσε ποτέ πάνω στα νερά και ούτε θα αντάλλασε την ιστορία των δακρύων μ’ ένα φιλί. Κάποια σαν εσένα δεν θα με συγχωρούσε και θα με άφηνε μόνο μου και αθώο. Θα έμεναν, λοιπόν, οι προσδοκίες μας άκοπες σελίδες βιβλίων που δεν διαβάστηκαν ποτέ και κατανοήθηκε μονάχα η απουσία τους, όχι όμως σαν περίθαλψη της μοναξιάς μα σαν ένα αδικαιολόγητο είδωλο ανάξιο της φήμης του. Ένας κύκλος που δεν ολοκληρώθηκε γιατί δεν κύκλωνε τίποτα από τα θεατά και τα αθέατα.

Γιατί εγώ απ’ την αρχή σου είπα πως το μόνο που ξέρω να κάνω καλά είναι να βρίσκω νέα μονοπάτια ανάμεσα στ’ άστρα. Γιατί εγώ απ’ την αρχή σου είπα πως δεν ξέρω να σε γυρίσω πίσω στην πραγματικότητα. Γιατί εγώ σου είπα απ’ την αρχή πως τα αξιώματα είναι μια ακόμα υποθήκη της ψυχής γι’ αυτό σε έχρισα βασίλισσα των κάμπων και των μελισσών. Να χρωστάς πάντα στην φύση, να λογαριάζεις την ζωή σου ως προβάδισμα και το φέρσιμό σου να αρμόζει στην απλότητα. Γιατί ο έρωτας είναι η αιρετική ανάσταση των πραγμάτων και αλήθεια ποιος δεν θέλει να σταυρωθεί μαζί σου κάτω από τον γαλάζιο ουρανό;

Δια της ατόπου απαγωγής, ζήτησα τα πιο ακριβά λύτρα για εσένα. Από ποιον; Ποιον άλλον… από εμένα. Είναι η φαντασία μου ή αυτό είναι όντως η εξέγερση; Είναι η φαντασία μου ή τα πρώτα λόγια της εξέγερσης είναι ‘διψάω’; Κολυμπώντας στην θάλασσα συνειδητοποίησα πως αν θες ν’ αναμετρηθείς με το βάθος, πρέπει να κοιτάς τον ουρανό. Πως ο έρωτας έχει το ρίγος που του δίνουν οι λάμψεις του ανέμου και πως η αμαρτία έχει κάποιο νόημα μόνο ως δημόσιο αγαθό και ποτέ ως κρίση προσωπικών επιλογών. Κολυμπώντας στη θάλασσα τη νύχτα, ο γύρος του πόνου σε μια χούφτα άστρα.»

Η Ελένη δεν θέλει να ονειρεύεται το επόμενο βήμα, θέλει να το ζήσει. Γιατί κανείς δεν ξέρει καλύτερα το σκοτάδι απ’ αυτόν που το έχτισε μέσα του και διάλεξε με αυτόν τον τρόπο να δικαιωθεί. Ο παράνομος έρωτας ψάχνει δικαίωση και όχι σωφρονισμό…

Η Ελένη έστρωσε τραπέζι για δυο. Άγνωστο αν αυτός θα ερχόταν. Η απόσταση από το 1 στο 2 είναι πάντα η μισή απ’ αυτήν που διανύει κανείς για να πάει απ’ το 2 στο 1.

«Δεν θέλω να είμαστε φίλοι, ούτε να βρισκόμαστε με κοινούς γνωστούς σε bars της πόλης. Θέλω να είμαστε εραστές και να αρχίζεις εκεί που αρχίζω και να τελειώνεις εκεί που τελειώνω. Άστραψε την απόφασή σου και κατέκτησε τον καιρό των ματιών μου.

Τόση αγάπη ορατή μόνο στον φανταστικό μας κόσμο κι όμως ούτε ένα φάντασμα. Δεν υπάρχουμε για κανέναν όταν είμαστε χώρια και κανείς δεν υπάρχει για εμάς όταν είμαστε μαζί. Μια ιστορία που δεν συνέβη στην πραγματικότητα τους μιας και η πραγματικότητα είναι ένας αστικός μύθος. Τόσοι και τόσοι μύθοι. Η Τροία που έπεσε για την αγάπη του άντρα της Ελένης στον χρυσό και στα άλλα μέταλλα. Η Ελένη που έπεσε για τον χρυσό της περιπέτειας και ο Πάρις που έπεσε για τα μέταλλα της νιότης. Όλοι τους ξοδέψανε το σκοτάδι που τους δόθηκε με ιστορική διάθεση και συνείδηση. Όλοι τους έπεσαν τη νύχτα. Η νύχτα μας κάνει πιο σοφούς μιας και πρέπει να εφεύρουμε μόνοι μας το φως που χρειαζόμαστε.

Ένα ποίημα που γράφτηκε σ’ ένα τοίχο που ήταν να γκρεμιστεί. Σύννεφα που γέμισαν τις τσέπες τους βροχή. Καράβια που είχαν για τιμόνι ένα αγκάθινο στεφάνι. Όλα είναι παιδιά του έρωτα και όλα τα έχει αναγνωρίσει ως νόμιμους κληρονόμους του. Όλα τους ξεκίνησαν κάτι, που μπόρεσαν και ολοκλήρωσαν. Θα έρθω, λοιπόν, να σου ζητήσω το χέρι σου, αυτό που μου έδειξε τον Παράδεισο. Απ’ τους γονείς σου θα ζητήσω το κοριτσάκι τους, αυτό που ανατινάζει καρδιές με το πάτημα των χειλιών του. Η τύχη που έχω, μετατρέπει μια λεπτομέρεια της καθημερινότητας σε λογοτεχνικό θρίαμβο. Η τύχη που έχω, μετατρέπει το προαίσθημα σε βούληση. Μια μέρα θα γίνουμε σύνθημα σε κάποιο τοίχο, θα πίνουνε άνθρωποι στην υγειά μας και όλη αυτή η πάλη των αισθήσεων μας θ’ απασφαλίζει την επέλαση ενάντια στην υποκρισία. Η πίεση που περνάμε πληρώνει τον κόσμο να συνεχίσει να γυρνάει. Όπως κι αν καταλήξει η ιστορία μας, θα ξέρουμε πως δεν έχουμε ντροπιάσει τον έρωτα.»

Η Ελένη πλένει τα πιάτα και ετοιμάζεται να κοιμηθεί. Βάζει το ξυπνητήρι και πέφτει. Αύριο θα τον δει. Καμιά φορά η ελπίδα είναι ένας ανυπόμονος σύμβουλος μα πάντα είναι ένας διφορούμενος χρησμός.

«Κάθε φορά που σ’ ακούω να μου μιλάς, το μυαλό μου ηχογραφεί τον έρωτα. Κάποιος κάποτε σε εκατό χρόνια θα βρει αυτά τα λόγια και θα μάθει να ξεχωρίζει τις πραγματικές γυναίκες. Γιατί η μόνη επίσημη γλώσσα της Βαβέλ που ζούμε είναι ο έρωτας.

Εφόσον πάρω την ευθύνη για εμάς, δεν θα είμαι ποτέ ένοχος. Η ηθική μιας βαθύτερης προσωπικής ανάγκης με οδήγησε στην αντινομία του έρωτα. Το ξέρω είναι παράλογο μα μπροστά στην αγριότητα της φιλήσυχης ζωής μου, είσαι η αγνότητα. Μαζί σου δεν είμαι σε κάποιο ρόλο, είμαι ανίκανος για το ψέμα και την μίμηση. Μαζί σου δεν είμαι ξένος απέναντι στον εαυτό μου. Είμαι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος κι ας μην πάρω ποτέ επικυρωμένο πιστοποιητικό γι’ αυτήν μου την μοίρα. Ελένη μου, άγγιξε και τις δυο μου ζωές και ας κατανοείς τη μία και μόνο. Ο έρωτας δεν θα δείξει καμία μεταμέλεια για το καλό που μας προξένησε, δεν θα σπαταλήσει τον χρόνο του διαψεύδοντας το αυτονόητο. Ας μην του φέρουμε αντίρρηση για να είμαστε παρόντες στο παρόν μας. Δεν το βλέπεις, προσπαθούμε να πάρουμε την ζωή για μια φορά στα σοβαρά… αυτό δεν έπραξε κι αυτή με εμάς άλλωστε;

Όλοι οι άνδρες έχουν μεγάλα μυστικά και ιδού το δικό μου. Εσύ.».

Σύνθημα: «Σ’ αγαπώ»

Παρασύνθημα: «ΜΑ! ΜΑ! ΜΑ!»

Christos Koukis

About Christos Koukis

Ήθελε τόσο να μεγαλώσει και τα κατάφερε στην Αθήνα. Ήθελε τόσο να σπουδάσει σε ένα πιο βαρετό ίδρυμα από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο μα στάθηκε άτυχος. Ήθελε τόσο να ταξιδέψει σε πολλά και διαφορετικά μέρη που κάπου ανάμεσα ξέχασε το μυαλό του. Η κακιά η ώρα τον έκανε ποιητή και του μπέρδεψε μια μελωδία στην γλώσσα. Λατρεύει την σοκολάτα και κάθε παράγωγο της φαντασίας. Δεν του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του όταν είναι μπροστά ο ίδιος. Πάντα θυμάται πως δεν είναι όσα λένε οι άλλοι πως είναι.