Είχαν περάσει τρεις μέρες που είχαμε θάψει την γιαγιά μας. Οι μεγάλοι επέμεναν να μην φεύγουμε από το πατρικό σπίτι σε εκείνο το σκοτεινό και έρημο χωριό ανήμερα Χριστούγεννα. Αυτή τους η επιμονή μας είχε αρχικά προβληματίσει για την ψυχική τους κατάσταση και τον βαρύ αντίκτυπο στην καρδιά του καθενός από τον θάνατο της αγαπημένης μας γιαγιάς. Ήταν μια πολύ σημαντική γυναίκα για όλους μας, σε μια μητριαρχική οικογένεια που επιβίωσε μέσα σε τρομερά δύσκολες συνθήκες ανέχειας και κακοτυχίας. Ο φόβος είχε για τα καλά εγκατασταθεί στα πόδια της ψυχής μας πόσο μάλλον όταν το τοπίο έξω από το παράθυρο ήταν βγαλμένο από τις πιο τρομακτικές ιστορίες του κόσμου όλου. Ένα μικροσκοπικό χωριό στην άκρη ενός παρατημένου δρόμου, με ελάχιστους κατοίκους και αυτούς καλά κλεισμένους στα ερειπωμένα τους σπίτια. Λιγοστά φώτα τη νύχτα έδειχναν περισσότερο τις σκιές παρά την κατεύθυνση που επιθυμούσες. Τεράστια σπίτια με θεόρατους κισσούς και θορύβους από μια γκάμα ήχων που δεν έμοιαζαν με τίποτα γνωστό στα αφτιά μας. Οι δρόμοι κακοτράχαλοι γεμάτοι παγίδες και μικρά φίδια. Η εκκλησία ήταν ο ορισμός του τρόμου, χωμένη σε μια συστάδα ψηλών δέντρων, βαθιών ρωγμών στο έδαφος και ενός δρόμου στα δεξιά της που οδηγούσε στον γκρεμό. Σαν να περιείχε ένα κρυφό νόημα, μια θεϊκή εντολή και σα να δινόταν μπροστά στα μάτια μας μια παράσταση που εμείς από την κεκτημένη ταχύτητα της ζωής στην πόλη δεν την βλέπαμε.

Τρεις μέρες γυρνούσαμε γύρω γύρω στο χωριό και όλο βρίσκαμε νέα στοιχειωμένα μέρη, φιγούρες σε κάθε μορφή και μάτια κατοίκων να μας κοιτούν μέσα από μικροσκοπικά παράθυρα όχι όμως με περιέργεια αλλά με την σοφία της απόσυρσης, σα να ξέρουν κάτι παραπάνω. Χαιρετήσαμε μαυροφορεμένες γριές μα αυτές συνέχισαν να καλλιεργούν τη γη χωρίς ούτε καν να γυρίσουν το κεφάλι τους να αντικρύσουν αυτούς που τους μιλάνε. Λες και μιλούσαμε σε κουφούς ανθρώπους και γνώριζαν πως δεν μπορούσανε να μας απαντήσουνε. Τα πρόσωπά τους είχαν κάτι περασμένο, κάτι ακυρωμένο από τον χρόνο όπως αναβοσβήνουνε στα όνειρα μας αυτοί που έχουνε πεθάνει και έρχονται να μας συναντήσουνε για λίγο. Να μας πούνε μια κουβέντα και να μας ζητήσουνε κάποια χάρη για το καλό της ανάπαυση τους. Τρεις μέρες, λοιπόν, περπατούσαμε σε ένα νεκροταφείο με ζωντανούς, αμίλητους ανθρώπους και κάθε θόρυβος πια είχε άλλη όψη, μας έλεγε κάτι καινούριο και ενεργοποιούσε μέσα μας και άλλο φόβο. Κάθε λεπτό ταξινομούσαμε και μια διαφορετική εκδοχή της αυθυποβολής και κάθε σκιά δεν μας θύμιζε καμιά προηγούμενη.

Από την πρώτη νύχτα διαλέξαμε να κοιμόμαστε όλοι μαζί ακριβώς δίπλα στο δωμάτιο των μεγάλων με τα παντζούρια ασφαλισμένα καλά μην τυχόν χωρέσει και εισέλθει κάποια σκιά στον ύπνο μας. Κανείς μας δεν είχε αναφέρει κάτι κι όμως τα βλέμματά μας είχαν αλλάξει, δεν ήμασταν οι ίδιοι με την ίδια γαλήνη στην καρδιά. Η στεναχώρια για τον θάνατο της γιαγιάς μας είχε δώσει πολύ εύκολα την θέση της σε μια σιωπηλή και βασανιστική υποψία. Είχαμε προσβληθεί από την ιδέα του σκοταδιού, από την αδιόρατη παρουσία μιας σκιάς ζωντανής και ενός ιδιόρρυθμου σκηνικού που δεν αναζητούσε εξήγηση από κανέναν γύρω μας παρά από εμάς. Κι όμως κανείς μας δεν έλεγε κουβέντα παρά ρωτούσαμε δειλά τους γονείς πότε θα φύγουμε. Δειλά και διπλωματικά λες και μια αναπάντεχη απάντηση θα μας συγκλόνιζε περισσότερο. Όσο παίρναμε μισοάδειες αναβλητικές απαντήσεις τόσο κάτι μας έθιζε στην νέα μας κατάσταση και σε μια αναζήτηση χωρίς αρχή και τέλος. Χωρίς αντικείμενο και υποκείμενο μα με το ρήμα “αγωνιώ” παντού. Ψάχναμε κάθε μέρα κάτι, ανεβοκατεβαίναμε τους δρόμους και κοιτούσαμε μέσα σε αυλές, μισοκλεισμένα παράθυρα και κάθε τρίξιμο μας έκλεβε το βλέμμα και έπαυε για δευτερόλεπτα την ροή του αίματος προς την καρδιά μας. Όποτε ξεπρόβαλε, πάντα ξαφνικά, και από απρόσμενη γωνιά ένας ηλικιωμένος κάτοικος του χωριού της γιαγιάς μας το βήμα μας γινόταν γοργό, αμήχανο και άτσαλο. Όταν δε διασταυρωνόταν το βλέμμα μας με το δικό τους κυριολεκτικά χάναμε κάθε έννοια της λογικής και τρέχαμε χωρίς όριο μέχρι να χαθούμε από τον ορίζοντα. Έπρεπε κάποιος από εμάς να κοιτάξει πίσω και να φωνάξει με ορμητική μα σιγανή ασθμαίνουσα φωνή « εντάξει, δεν είναι κανείς ». Σταματούσαμε σαν κομμένα ελατήρια και πιανόμασταν από το χώμα ακαριαία για να μας προφτάσουνε τα πνευμόνια μας. Ύστερα αναλύαμε για ώρες κάθε μικρή και ασήμαντη λεπτομέρεια του όλου σκηνικού, της κάθε κίνησης και φανταζόμασταν απίθανα σενάρια για την ζωή του κατοίκου που είχαμε συναντήσει και το τρομακτικό σπίτι που μόλις είχαμε τρέξει μακριά του. Τρεις μέρες αργές, τρεις μέρες παράλυσης του πνεύματος μας.

Ήταν φανερό πως είχε αποφορτιστεί κάθε προσπάθεια λογικής εξήγησης και επικράτησης του αυτονόητου.

Από ποιόν περιμέναμε όμως μια εξήγηση δεν θυμάμαι. Κανείς από τους μεγάλους δεν μιλούσε για το χωριό και την εμφανή του σκοτεινιά. Οι μεγάλοι καθαρίζανε το σπίτι, τακτοποιούσανε τα πράγματα τα αφημένα τόσα χρόνια και ξεχορταριάζανε την αγριεμένη αυλή. Μιλούσανε χαμηλόφωνα και χρησιμοποιούσαν ονόματα που τίποτα δεν μας έλεγαν και έπαιρνα όρκο πως πρόκειται για παλιά παρατσούκλια κάποιον κατοίκων ζωντανών ή νεκρών δεν ξέρω. Όσο περνούσανε οι μέρες ψάχνανε όλο και πιο πολύ τις ντουλάπες, τα μπαούλα και τους κούφιους τοίχους, ένας θεός ξέρει γιατί. Μάλιστα την τρίτη μέρα ξεριζώσανε μια πελώρια συκιά από την πίσω αυλή του σπιτιού και την καλύψανε με τσιμέντο και χώμα. Στην κηδεία δεν ήρθανε οι κάτοικοι, μονάχα ένας παπάς από ένα διπλανό χωριό και αυτός βιαζόταν περιέργως πολύ να αναχωρήσει το γρηγορότερο. Μάλιστα μας ρώτησε πότε ήταν η τελευταία φορά που είχαμε να έρθουμε στο χωριό μας και όταν του είπαμε πάνω από είκοσι χρόνια, έπιασε το χέρι του πατέρα μου και τον συμβούλεψε να θρηνήσουμε σπίτι μας στην πόλη. Εδώ είπε δεν είναι μέρος να γαληνέψουμε οι νεκροί και απορεί προσέθεσε πως επιλέξαμε να κηδέψουμε σε αυτό τον τόπο τη γιαγιά μας, ποιος μας έπεισε. Κανείς μας δεν κατάλαβε τα λόγια του μα ήταν ακόμα νωρίς για αυτό. Θα ερχόταν η ώρα η σωστή.

Οι μεγάλοι είχαν πολύ ωραίες αναμνήσεις από τα παιδικά τους χρόνια και ήθελαν πάση θυσία να τις επαναφέρουν έστω για τελευταία φορά. Τέτοιες ευκαιρίες τις δίνει ο θάνατος. Οι νεκροί σημαίνουν πάντα την ζωή και την τοποθετούν πάλι στον κεντρικό της ρόλο μέσα μας.  Μας έκανε πάντως δυνατή εντύπωση πως οι γονείς μας δεν είχαν πει απολύτως τίποτα για την ομολογουμένως ασυνήθιστη ατμόσφαιρα του χωριού. Να γνώριζαν και δεν ήθελαν να μας δηλητηριάσουν με ανόητες εικασίες και ιδεοληψίες ; Να μην γνώριζαν και να αγνόησαν τα ολοφάνερα σημάδια επηρεασμένοι από την θλίψη τους για τον φρέσκο αυτόν χαμό της πολυαγαπημένης αυτής γυναίκας; Μα και πάλι, τόσο άγια γυναίκα και ούτε ένας άνθρωπος να μην φανεί στην κηδεία της; Δεν γίνεται να μην το προσέξανε οι μεγάλοι, απλώς δεν γίνεται. Άρα τι να είχε συμβεί και αν όντως είχε κάτι συμβεί πότε και γιατί τόσα χρόνια δεν είχε κανείς μα κανείς αναφερθεί σε αυτό το γεγονός; Είχε να κάνει με την γιαγιά μας ή με το χωριό; Και γιατί τρεις μέρες τώρα δεν έχουμε ακούσει ούτε ένα όνομα ενός χωριανού, ούτε μια επίσκεψη;

Τα διπλανά μας σπίτια ξαφνικά εκκενώθηκαν πριν χρόνια κρυφάκουσα να λένε οι μεγάλοι και κανείς κληρονόμος δεν θέλησε να τα ξαναδεί ποτέ. Εμείς τότε τι δουλειά είχαμε εδώ και γιατί καθόμασταν τόσες μέρες; τι εξυπηρετούσε η μεγάλη διάρκεια της παραμονής μας; Μα και πάλι αν υπήρχε κάτι επικίνδυνο στο χωριό αυτό θα μας άφηναν οι γονείς μας να γυρνάμε έτσι αμέριμνοι και απροστάτευτοι; Ίσως να ήθελαν μόνοι μας να ανακαλύψουμε τι κρύβεται πίσω από το πέπλο του αμίλητου χωριού. Πώς όμως διακινδυνεύουνε έτσι να παίζουνε με τις ψυχές μας; Μάλλον δεν είχαν ιδέα τι συμβαίνει και βυθισμένοι στην απώλεια τους τακτοποιούσανε το παρελθόν με προσοχή και δίνοντας χρόνο στον εαυτό τους αλλά και μεταξύ τους. Ο ίδιος χρόνος όμως για εμάς ήταν ένα μαρτύριο, μια εκκρεμότητα που μας έσφιγγε όλο και πιο βαθειά κάθε λεπτό που στρέφαμε τα μάτια μας και αντικρίζαμε ακόμα ένα ανεξήγητο γεγονός. Ο φόβος μας πια είχε καλοσχηματιστεί μέσα μας και έπαιρνε διαστάσεις ικανές για οποιαδήποτε τρέλα. Θέλαμε σαν μανιασμένοι να πιάσουμε έναν κάτοικο και να του μιλήσουμε, να τον αναγκάσουμε να μας μιλήσει, να εισέλθουμε στον κόσμο του, να μπούμε σπίτι του και να περπατήσουμε επιτέλους πίσω από τις σκιές. Ο ψίθυρος ήταν πια ένας ώριμος κεραυνός και η γοητεία μιας μικρής περιπέτειας ήταν πλέον ένα απειλητικό μήνυμα χωρίς πομπό και ένα μάτσο νεαρά παιδιά για δέκτη. Η ευκαιρία θα μας δινόταν με τον πιο τρομακτικό τρόπο το απόγευμα της τρίτης μέρας. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ σε αυτήν την ζωή και αν το μοιράζομαι τώρα μαζί σου είναι για να μην χαθεί αυτή η εκπληκτική ιστορία. Φοβάμαι όμως μην ταραχτεί η ψυχή σου ανεπανόρθωτα και διαστρεβλωθεί ο οπτικός σου κόσμος και η πίστη σου στους ανθρώπους.

Εκείνο το απόγευμα ο πατέρας μου είπε ορθά κοφτά να πάμε κάποια πράγματα στην θεία μου, την πρώτη εξαδέλφη της γιαγιάς μου που ζούσε μόνη και τυφλή στο αδιέξοδο δρομάκι της εκκλησίας, ένα βήμα πριν τον γκρεμό. Την έλεγαν η θεία Κωνστάντω. Το πρώτο όνομα που μαθαίναμε και ο πρώτος στενός μας συγγενής. Θα πηγαίναμε όλα τα παιδιά μαζί για να μας γνωρίσει πριν πεθάνει. Έτσι είπε ο πατέρας μου και έτσι θα γινόταν. Κι όταν ρώτησα τι θα έκανε τα πράγματα της γιαγιάς η υπερήλικη θεία μας που αργά ή γρήγορα θα πέθαινε, ο πατέρας μου είπε πως τα πράγματα δεν ήταν της γιαγιάς μας μα ανήκανε από πάντα στην θεία μας και καλό θα ήτανε να τα επανακτήσει έστω και τώρα στα βαθειά γεράματα. Προσπάθησα να ρωτήσω τον λόγο που η γιαγιά μας κατείχε τόσα χρόνια ξένα πράγματα μα ο πατέρας μου απάντησε τόσο σιβυλλικά που το μόνο που κατάλαβα είναι να μην συνεχίσω τις ερωτήσεις. Είπε «οι παλιές ιστορίες δεν μας αφορούνε και τις λύνει μονάχα ο θάνατος παιδί μου».

Πήραμε τις τσάντες με την ρητή εντολή να μην τις ανοίξουμε και να τις παραδώσουμε κατευθείαν στην θεία. Ο ήλιος ήταν ακόμα ψηλά και η εκκλησία δεν είχε φέρει τις σκιές της στο προσκήνιο. Η Ιωάννα τραγουδούσε στον δρόμο και τα δέντρα σιγοντάριζαν τον σκοπό του τραγουδιού της. Δεν μιλούσαμε καθόλου, ξέραμε πως είχε έρθει η μεγάλη μας ευκαιρία για να κάνουμε ένα μικρό βήμα στην εξιχνίαση της φοβισμένης εσωτερικής μας κατάστασης. Μονάχα κλωτσούσαμε μικρά χαλίκια, διαγωνιζόμενοι για την πιο μακρινή βολή. Κάπου κάπου χάναμε τον βηματισμό μας στην προσπάθεια του παιχνιδιού μα περπατούσαμε αρκετά κοντά ο ένας στον άλλον ώστε κάποιος να αφεθεί να πέσει στο έδαφος. Θα μας μιλούσε η θεία μας ή όχι και αν ναι με ποια αφορμή; . «Πως θα ξεκινούσε η κουβέντα και ποιος θα την ξεκινούσε άραγε» σκεφτόμουνα και όλο έλεγα να θέσω στην παρέα τους προβληματισμούς μου και όλο η απόχη του δισταγμού μάζευε γρήγορα και έγκαιρα τις λέξεις από το μισάνοιχτό μου στόμα. Ώσπου μια βολή της Ιωάννας εκσφενδόνισε ένα αρκετά μεγάλο χαλίκι μες στην κοιλιά του γκρεμού και οι αλλεπάλληλοι ήχοι – σαν μια ελαφριά μπάλα που αναπηδά ακανόνιστα μια πέτρινη σκάλα – ενεργοποίησαν το χαμόγελο μας, έστω και φευγαλέα. Ήταν μια νίκη, από αυτές που κάνουν την θλίψη να φαίνεται αστήρικτη.

Σε δέκα λεπτά είχαμε φθάσει. Δεν ήταν και δύσκολο άλλωστε να το βρούμε. Το σπίτι ήταν μια αποκάλυψη, μια τυλιγμένη σκιά, ένας τόπος ακατοίκητος για δεκαετίες, απογυμνωμένος από ανθρώπινη φροντίδα παραδομένος στην φύση και τις δοξασίες της. Μια τεράστια τετραγωνισμένη αυλή και στο βάθος ένα δίπατο μικρό σπίτι. Μια πλακόστρωτη αυλή σε τρία επίπεδα, χτισμένη αμφιθεατρικά με έναν χορταριασμένο μακρύ διάδρομο στην μέση του κατώτερου επιπέδου που οδηγούσε με μια ίσια ευθεία στο σπίτι. Η θεία στο κατώφλι της μικρής πόρτας του, μαυροφορεμένη σαν ηγουμένη , κατά τα λεγόμενα τυφλή, αναβόσβηνε μπροστά μας και χαμογελούσε σαν να προπορεύεται. Ήξερε κάτι πολύτιμο.

Η πρόσοψη του Κόσμου καμιά φορά αποκαλύπτει και όλο το βάθος του. Εκείνη την μέρα το άυλο θα άπλωνε τον ιστό των πλοκαμιών του σε κάθε καμπύλη της καθημερινότητας μας. Τέσσερα παιδιά ζωσμένα με αγάπη και ασυνείδητο θράσος, μπροστά σε μια αλλόκοτη γριά που ακουμπούσε στατικά πάνω στην ανοιγμένη πόρτα της, λες και ξαλάφρωνε πάνω στην γη αυτόματα από το βάρος των τόσων χρόνων. Τέσσερα παιδιά το καθένα καθισμένο και με ένα άλλο τρόπο στον ίδιο φόβο, με  υψωμένες στα πρόσωπά τους όλες τις γωνίες τη ίδιας απορίας. Τέσσερα παιδιά στο σχήμα του σταυρού έσπρωξαν την απαλλαγμένη από κάθε χρησιμότητα καγκελόπορτα. Τα πεσμένα φύλλα που νιώθανε το έντονο ρίγος των παιδιών αρπάζονταν από το πρώτο αεράκι και φεύγανε μακριά. Τα βήματα μας αυξάνονταν κι όμως το σπίτι ήταν αυτό που βλέπαμε να πλησιάζει πιο γοργά. Το ξύλινο περίβλημά του έσκαβε την ατμόσφαιρα και φλοίδες από μυστήριο άλλαζαν την γεύση του μυαλού μας. Το φως στο κατώι έσπειρε την σκιά της γριάς ως τα πόδια μας και τα ηλικιωμένα παντζούρια τίναζαν χωρίς προειδοποίηση την άρνησή τους να γεράσουν και άλλο. Ο γκρεμός που ανεπαίσθητα υψωνόταν πίσω από το σπίτι, μας γέμιζε την αίσθηση μιας κατηφορικής κίνησης του τοπίου κι ας ξέραμε πως είναι απλώς μια πετυχημένη ψευδαίσθηση. Οι αναβαθμίδες της αυλής οργάνωναν μια νοητή αρένα με ακατανόητο κοινό, άναρχες φωνές και συγκεκριμένα θύματα. Μα ο θηρευτής πουθενά πρόδηλος, πουθενά η ορισμένη μορφή του και πως να τον αντιμετωπίσουμε. Ήχος και εικόνα μια διαφορική πίεση. Ο ουρανός τέντωνε τα σύννεφα πάνω από το σώμα του ήλιου και ήμασταν βέβαιοι πως θα χάναμε την παράσταση της δύσης. Χιλιάδες μικρά ζουζούνια συμπληρώνανε τους ανοικτούς πόρους του αέρα και κλωτσάγανε το νου μας πριν ξεχειλίσει στο παράλογο.

Η θεία σύμφωνα με τους υπολογισμούς του πατέρα μου ήταν ενενήντα έξι ετών μα και εκεί υπήρχε μια αμφιβολία. Διασχίσαμε την αυλή με τόση προσοχή μην χτυπήσουμε στα τόσα παρατημένα σιδερικά αντικείμενα και στα άγρια αγκάθια που εξείχαν από παντού. Μια αξίνα με φαγωμένη την ξύλινή της λαβή, ένα κοντό ταλαιπωρημένο φτυάρι, ένα γερμένο καροτσάκι χωρίς την απαραίτητη του ρόδα και δυο μεγάλα δρεπάνια καρφωμένα κατακόρυφα στο χώμα με την απειλητική τους όψη στον αέρα. Σαν να έκοβαν την φόρα σε όποιον – ορατό ή αόρατο επισκέπτη- επιθυμούσε να μάθει τα κατατόπια της αυλής και κατ’ επέκταση του σπιτιού.  Η γλώσσα τους λαμπίριζε χωρίς κόπο στον ήλιο κι ας δείχνανε πως η σύνταξη τους είχε βρει προ πολλού. Η βία είναι κάτι που μαθαίνεται εύκολα και δύσκολα ξεχνιέται, ανεξάρτητα της προέλευσης και της κατάληξης του σκοπού. Όπως ας πούμε ο θερισμός του σιταριού.

Η σιωπή κυβερνούσε εκείνη την ώρα, εκλεγμένη από όλων μας τις καρδιές. Το βουβό πάντοτε προτιμάται από την δράση χωρίς γνώση. Μα ο χρόνος ψαλιδίζει την απόσταση όσων κινούνται στην αναζήτηση της αλήθειας και ο χρόνος ο σχετικός γίνεται απόλυτος σαν η αλήθεια γίνεται μία και κοινή. Η θεία ήταν επιτέλους μπροστά μας, ζωντανή σαν  παλιά φωτογραφία προσφύγων. Μελετημένη για το σήμερα, πιστή στο αιώνιο και τον θεό κατασταλαγμένο μέσα της. Στα πόδια της δυο γάτες και πάνω της ξεκουράζονται πεταλούδες όπως κάθονται ήσυχα τα γεράκια στον ώμο των βράχων. Κανείς μας δεν είχε μιλήσει, μήτε χαμογελάσει ακόμα. Όχι, δεν ήταν μια αθώα αμηχανία, ένα αναίμακτο μούδιασμα του κορμιού ή μια εφηβική δικαιολογημένη φοβία. Ήταν το σύμβολο της ανατριχίλας στο αλφάβητο της ψυχικής γλώσσας.

Από κοντά είχε την ηλικία του χρόνου που μόνο αυτός δεν λιώνει ούτε μετά από πυρηνικό ατύχημα. Το πρόσωπό της γεμάτο βαθειά ρήγματα, σκληρές γραμμές που έχουνε μετακινηθεί πολλές φορές κι όμως επιβλητικό, αδιαπραγμάτευτο και σταθερό. Το χαμόγελό της εμφανές και αδιαπέραστο. Δεν πρέπει να είχε βγει από το σπίτι για πάρα πολλά χρόνια. Μα ποιος τη φρόντιζε δεν είχα καταλάβει. Γεμάτη δάκρυα στα ορθάνοιχτα γαλάζια μάτια της και με ένα μπουκαλάκι αγιασμό στα χέρια, μας καλωσόρισε και μας φώναξε γρήγορα μέσα.

«Καλωσορίσατε παιδιά μου, περάστε γρήγορα μέσα, έχει βάλε κρύο και ο καιρός θεριεύει με την ώρα» είπε και ο φόβος, θρυμματισμένος πάγος, μπλέχτηκε στα δόντια μας.

Christos Koukis

About Christos Koukis

Ήθελε τόσο να μεγαλώσει και τα κατάφερε στην Αθήνα. Ήθελε τόσο να σπουδάσει σε ένα πιο βαρετό ίδρυμα από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο μα στάθηκε άτυχος. Ήθελε τόσο να ταξιδέψει σε πολλά και διαφορετικά μέρη που κάπου ανάμεσα ξέχασε το μυαλό του. Η κακιά η ώρα τον έκανε ποιητή και του μπέρδεψε μια μελωδία στην γλώσσα. Λατρεύει την σοκολάτα και κάθε παράγωγο της φαντασίας. Δεν του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του όταν είναι μπροστά ο ίδιος. Πάντα θυμάται πως δεν είναι όσα λένε οι άλλοι πως είναι.