Η Ιωάννα έκανε την κίνηση να την φιλήσει μα η θεία την σταμάτησε με αυστηρό τρόπο και τραβήχτηκε μουρμουρίζοντας «όχι κόρη μου, όχι εσύ, δεν είναι σωστό». Λένε πως οι τυφλοί έχουνε οξυμμένες τις υπόλοιπες τους αισθήσεις και νιώθουνε με τρομερή δύναμη τις κινήσεις γύρω τους μα πώς ξεχώρισε ότι είναι η Ιωάννα και γιατί να πει τέτοια κουβέντα. Κοιταχτήκαμε αμήχανα και οι τέσσερις μα δεν είπαμε τίποτα παρά εγώ πετάχτηκα και με βιασύνη είπα «Θεία σου έφερα κάποια πράγματα της γιαγιάς, μου τα έδωσε ο πατέρας μου να στα παραδώσω» και έκανα να βγάλω από το χέρι την τσάντα. Οι υπόλοιποι κάθισαν και οι τρεις μαζί σε έναν ξεχαρβαλωμένο ψηλό καναπέ σκεπασμένο με σκουρόχρωμες κουρελούδες, κόκκινα ξεβαμμένα μαξιλάρια και μια πρωτόγνωρη  μυρωδιά που κανείς μας δεν ήξερε αν τον απωθεί πιο πολύ από όσο του κινητοποιούσε την ανάγκη να ανακαλύψει την προέλευσή της. Το πιο αστείο όμως ήταν η μεγάλη κλίση του καναπέ μιας και του έλειπε το αριστερό πόδι. Τρία πρόσωπα απορημένα, περιεργάζονταν το αλλόκοτο εσωτερικό του σπιτιού γερμένα μονίμως προς τα αριστερά ενώ η θεία και εγώ βρισκόμασταν στα δεξιά τους.

«Και σαν τι πράγματα είναι δηλαδή»  ρώτησε με πραγματική απορία η θεία σα να μην είχε ιδέα, σα να μην είχε την παραμικρή υποψία, κλωτσώντας με το πόδι της προς το μέρος μου ένα χαμηλό αυτοσχέδιο σκαμνάκι για να κάτσω και εγώ. Δεν απάντησα άμεσα και η θεία ευθύς με προέτρεψε «άνοιξε τα ντε, μην χασομεράς , δεν έχω όλη την ζωή μου μπροστά. Απόψε θα πεθάνω οπότε πρέπει να μάθω το συντομότερο δυνατόν» και μας ράντισε με τον αγιασμό τόσο προσεκτικά τον καθένα ξεχωριστά κάνοντας μικρά και υπολογισμένα βήματα λες και μας έβλεπε ξεκάθαρα μπροστά της.

«Απόψε θα πεθάνει;» φώναξε η εσωτερική μου φωνή και ενώθηκε με των άλλων παιδιών την δυνατή σιωπηρή έκπληξη. Η όξινη βροχή του πανικού άλλαζε ήδη της μορφολογία της ψυχολογίας μας και διέλυε κάθε ρίζα ψυχραιμίας. Μα ποιος ξέρει πότε θα πεθάνει ακριβώς και ποιος να την έχει ειδοποιήσει. Μήπως είδε κάποιο άσχημο και συμβολικό όνειρο και το ορμήνεψε κατά τέτοιο τρόπο. Και γιατί να μας το πει εξαρχής, γιατί να μοιραστεί το μέλλον της μαζί μας. Θα την βιάζει η αποκάλυψη της αλήθειας σε εμάς ήταν μια βολική σκέψη προς στιγμήν «κι αν πέθαινε τώρα δα, εδώ μπροστά μας» επανέλαβε δυο φορές η εσωτερική μου φωνή. Καταδικασμένη, όμως, σε αφωνία δεν μου απευθύνθηκε ξανά και με άλματα μιας άγριας αντιλόπης αστραπιαία μετανάστευσε στα πόδια και στα χέρια μου. Κάθισα στο σκαμπό και άνοιξα το δέμα χωρίς να προσέχω να μην σκίσω το περιτύλιγμα και έβγαλα τα πράγματα που είχε μέσα.

Τα παιδιά κυριολεκτικά τεντώθηκαν να δούνε κάτω από το αχνό φως της μιας και μοναδικής λάμπας. Ένα μακρύ φόρεμα σε ροζ χρώμα, ένα ζευγάρι παπούτσια γυναικεία καλογυαλισμένα, μια αλυσίδα σαν αυτές που δένουνε τους σκύλους, ένα ψάθινο καπέλο καλοκαιρινό και ένα παλιό μπλε σκούρο τετράδιο. Καθώς τα έβγαζα ένα ένα, τα αποκάλυπτα και στην θεία, η οποία όσο συνέχιζα την πρόχειρη μου περιγραφή τόσο έδειχνε να χλομιάζει και να αντιδρά αρκετά περίεργα. Πιάστηκε μάλιστα για μια στιγμή από το κατακόρυφο ξύλινο δοκάρι και αμέσως σκέφτηκα πως θα γκρεμιζότανε το σπίτι και θα κατέρρεε πάνω μας. Μόλις τελείωσα μου ζήτησε να της τα ξαναπώ με περισσότερες λεπτομέρειες και να τα αγγίξει. Η Ιωάννα καθόταν κουρνιασμένη σε μια γωνιά του καναπέ, την μόνη καθαρή που κατάφερε να βρει και με κοιτούσε αποσβολωμένη. Οι άλλοι δυο είχαν ανασηκωθεί από την βρώμικη θέση τόσο από περιέργεια όσο και από φόβο μήπως χρειαστεί βοήθεια η ηλικιωμένη μας οικοδέσποινα. Κανείς μας δεν μπορούσε να κατανοήσει τι συνέβαινε μπροστά μας και η θεία είχε αλλάξει χαρακτήρα. Σαν κάτι να δείλιαζε μέσα της, μια αμφίρροπη δύναμη σηκώθηκε όρθια μέσα στις φλέβες των χεριών της και έτρεξε μέχρι της ανηφόρα του λαιμού της. Κατάπιε με δυσκολία και έβηξε σαν να ήθελε να σφηνώσει έναν ήχο στην ανισορροπία του χρόνου. Η αμφίρροπη αυτή δύναμη ανέβηκε την σκάλα του λαιμού της θείας μας και σκέπασε με το κόκκινό της μαντήλι την επιδερμίδα της ηλικιωμένης αυτής γυναίκας. Αυτή η υποχώρηση της, μας επανάφερε στον πραγματικό κόσμο και στο απτό της νόημα.

Της τα είπα, λοιπόν, ακόμα μία φορά, πιο αργά και με περισσότερες λεπτομέρειες (όσες βέβαια μπορεί να δώσει ένα αγόρι για γυναικεία πράγματα). « ένα μακρύ ροζ φόρεμα με δαντελένιες τιράντες και μια γαλάζια ζώνη περασμένη στο φόρεμα με μικρές θηλιές στην μέση…έχει μεταξένια υφή και λευκό τελείωμα…ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιστερά παπούτσια, κλειστά με λουράκι και κούμπωμα με χαμηλό τακούνι…σαν αυτά που χορεύουν χορούς…ένα μεγάλο ψάθινο καπέλο γυναικείο με λουλουδάτο γείσο…μια αλυσίδα όχι και λεπτή με πολλούς κρίκους για σκύλους με γάντζο στη μια του άκρη και ένα τετράδιο σχολικό μπλε σκούρο με πολλές του σελίδες γραμμένες με ένα πρώτο ξεφύλλισμα…».

Τα πήρε στα χέρια της ένα ένα στην αρχή και μετά τα κράτησε όλα μαζί. Όση ώρα περιεργαζόταν την ύφανση των ρούχων και των καπέλων καθώς και όση ώρα μετρούσε τους κρίκους της αλυσίδας, άλλαζε σε κάτι άλλο. Η φοβερή της όψη με το σκληραγωγημένο πρόσωπο και το λευκό μα επιτακτικό της βλέμμα παρέδιδε σε ένα ραγισμένο προσωπείο και έναν ξεχασμένο δισταγμό στο σώμα της. Ήμουνα βέβαιος. Μπήκε ανάμεσα μας κάποιος και δεν τον βλέπαμε. Νιώθαμε την χαμηλή του θερμοκρασία και τη  υψηλή του σημασία. Η ελλειπτική μας παρουσία φωτιζόταν από έναν μυστήριο κύκλο που δεν είχε ολοκληρώσει την πορεία του. Σημαντικό το δέμα του πατέρα μου χωρίς καμιά πληροφορία για εμάς. Η θεία ακόμα αμίλητη και απορροφημένη στα αντικείμενα της. Είχε αφήσει εξαρχής τον αγιασμό στην τσέπη της ζακέτας της και όλο έσφιγγε με το δεξί της χέρι το σκληρό εξώφυλλο του τετραδίου. Έμοιαζε να μην το πίστευε και την ίδια στιγμή να το περίμενε.

«Το τετράδιο, διάβασε μου το τετράδιο» απότομα είπε πετώντας μου το τετράδιο μες στα χέρια. Αυτόματα της έπεσαν το φόρεμα και το καπέλο από τα χέρια ενώ η αλυσίδα σαν να γαντζώθηκε στους ρόζους των χεριών της, τεντώθηκε ως το πάτωμα σαν μπαστούνι και δεν έπεσε. Τα μάτια μας έκλεψε το εκκρεμές της αλυσίδας, η ψυχή μας κούρνιασε κάτω από το πεσμένο ρούχο και όλο το θάρρος μας μες στον θόλο του καπέλου. Η Κωνστάντω στηρίχτηκε και πάλι το ξύλινο δοκάρι και πάλι το άφησε σπρώχνοντας απαλά το σώμα της σε ισορροπία, ακούμπησε πάνω στο μπράτσο μου με το άλλο χέρι, πιέζοντας τα δάχτυλά της στα κόκαλά μου και ξαναείπε πιο επιτακτικά « διάβασε μου το τετράδιο, άνοιξε το παιδί μου…πες μου τι λέει μέσα, δεν μπορώ να διαβάσω είμαι μεγάλη πια». Η Ιωάννα είχε χωθεί πιο βαθειά στον καναπέ και φευγαλέα παρατήρησα πως μια γάτα ήταν όρθια στα πόδια της λες και την προστάτευε από κάτι αόρατο, από οτιδήποτε πλησίαζε προς το μέρος της. Η Ιωάννα πάντα είχε την αίσθηση πως κάτι θα την άρπαζε από το πουθενά και θα την κατάπινε το τίποτα. Τα άλλα δυο ξαδέλφια μου κρατήθηκαν γερά από το ύφασμα του καναπέ και είχαν γείρει το σώμα τους προς τα εμπρός, σαν έτοιμα να επέμβουν στην επίθεση ενός ανύπαρκτου εχθρού. «ήξερε δηλαδή να διαβάζει η θεία μου και το μόνο που την εμπόδιζε ήταν η πάθηση των ματιών της.. πότε έμαθε και που;» αναρωτήθηκε η εσωτερική μου φωνή και επέστρεψε αμέσως στο ασφαλές καταφύγιο της λογικής. Σε δευτερόλεπτα γύρισα στην πρώτη σελίδα του τετραδίου μα και πάλι δεν κατάφερα να ξεκινήσω την ανάγνωση.

Η Κωνστάντω είχε ανακτήσει τον άξονα της ισχυρής της σκέψης.

«Πως σε λένε κόρη μου; » ρώτησε η θεία σκουντώντας την σιωπή από τον μικρό της ύπνο. « Ευτυχία , Ευτυχία » αποκρίθηκε κάπως απροετοίμαστη και με τα χέρια τεντωμένα σα να ήθελε να προσφέρει, ποιος ξέρει τι και με ποιον τρόπο η πρώτη μου ξαδέλφη. « Είμαι η κόρη του…». «Ξέρω, ξέρω και αυτό με ταράζει μιας και έχεις την ίδια φωνή με τη μακαρίτισσα την γιαγιά σου» απάντησε η θεία με μαλακωμένη και σίγουρη πια φωνή. «Δεν πιστεύω να βλέπεις και τα ίδια όνειρα με την αδελφή μου» ρώτησε η θεία. Όχι δεν είχε το βλέμμα της αγωνιώδους ερώτησης μα την βεβαιότητας που ψάχνει έδαφος να ριζώσει. «Να διαβάσω, να διαβάσω θεία Κωνστάντω λοιπόν» πετάχτηκα εγώ γνωρίζοντας πως η Ευτυχία θα δυσκολευότανε να απαντήσει και να μοιραστεί τον ονειρικό της κόσμο με μια γριά γυναίκα που μόλις συνάντησε. «εν πάση περιπτώσει μικρή μου εγγονή, είσαι τόσο όμορφη όπως η γιαγιά σου;»

«Αν είναι λέει» αποκρίθηκε ο Αλέξανδρος και η πρωτοβουλία του μας ξάφνιασε όλους μιας και ήταν ο πιο ντροπαλός της παρέας. «είναι φτυστή η γιαγιά μας στα νιάτα της, το μαρτυρούνε και οι φωτογραφίες που είδαμε στο σπίτι αυτές τις μέρες » συνέχισε με αυτοπεποίθηση ο Αλέξανδρος, όρθιος πια μες στο μικρό δωμάτιο. Να ήθελε να υπερασπιστεί την αδελφή του ή να ξεσπάσει μετά από τόση ώρα καταπιεσμένης σιωπής;

«Ο λαμπερός Αλέξανδρος πρέπει να είσαι εσύ, ένα ψηλό αγόρι με καστανά μαλλιά και μαύρα μεγάλα μάτια…με θεόρατη φωνή αν και σπάνια την ακούμε…» είπε η θεία γυρνώντας το σώμα της στην μεριά του και κάνοντας τρία μικρά βήματα. Άπλωσε τα χέρια της και συνέχισε «εγγονέ της αδελφής μου, πόσο μου θυμίζεις εμένα μικρή.. έλα δώσε μου τα χέρια σου να κοιταχτούμε». Αμέσως ο Αλέξανδρος άπλωσε τα χέρια του, προχώρησε και αγκάλιασε την θεία λέγοντας «τώρα που πέθανε η γιαγιά μας, εσύ είσαι η γιαγιά μας, το ίδιο θα σε αγαπάμε και θα σε φροντίζουμε» και συνέχισε να κρατάει την γιαγιά μας πλέον στην αγκαλιά του. Δίχως δισταγμό η Ευτυχία σηκώθηκε και αγκάλιασε και αυτή την γιαγιά Κωνστάντω, η οποία δεν είχε αφήσει ακόμα την αλυσίδα από το χέρι της. Η Ιωάννα παρέμενε βιδωμένη στην θέση της με την γάτα κουλουριασμένη στα πόδια της. Κανείς δεν της έδινε σημασία – ιδιαίτερα η θεία – και αυτό είχε μια πιο δυνατή ερμηνεία από αυτή που θα φανταζόμασταν. Όση ώρα διαρκούσε αυτή η συγκινητική στιγμή του εναγκαλισμού, βρήκα την ευκαιρία να περιεργαστώ το εσωτερικό του σπιτιού, στον βαθμό που μου το επέτρεπε το λιγοστό φυσικό φως που έμπαινε και το εξασθενημένο φως της λάμπας.

Δεξιά από την υποτυπώδη κουζίνα υπήρχε μια ξύλινη ετοιμόρροπη σκάλα με μικρά πατήματα και μια τρεμάμενη κουπαστή που οδηγούσε στο πάνω δωμάτιο. Ευκολότερα θα εμπιστευόμουνα ανεμόσκαλα παρά αυτήν για να ανέβω. Οι τοίχοι φιλοξενούσαν τους πρόσφυγες της υγρασίας και τον διχασμό των σεισμών. Ο παλιός σοβάς δεν συνόδευε σε όλο το ύψος την σκληρή πέτρα του σπιτιού αφήνοντας την αυλή να κρυφοκοιτάζει.  Μια κλειδαρότρυπα για κάθε πνεύμα που ζει ελεύθερο στο θέατρο του κήπου. Τα παράθυρα παραδομένοι  στις επιδρομές των αραχνών και κάθε είδους ζωυφίου και τα σπασμένα τζάμια μυστικό πέρασμα για κάθε πουλί του βουνού. Ο τριθέσιος καναπές, το σκαμνάκι, ένα σιδερένιο μπαούλο και ένα αδιάβαστο τραπέζι σε μια άκρη τιμωρημένο από την απουσία των ανθρώπων. Το διάφανο βάζο πάνω στο τραπέζι σε σχήμα καρδιάς άδειο με το άρωμα της αποξηραμένης μνήμης στα χείλη του και λίγη μαύρη στάχτη στον πάτο του. Μπορεί να ήταν και σκόνη, δεν σηκώθηκα ποτέ να δω. Το πάτωμα καλυμμένο με μια μάλλινη λευκή μοκέτα καθαρή και φρεσκοπλυμένη. Μια αίσθηση αγνότητας είχε αυτή η μοκέτα που πατούσαμε λες και ήθελε η θεία το έδαφος να είναι εξαγνισμένο από οτιδήποτε συμβαίνει στον αέρα. “πάνω σε αυτήν την μοκέτα θα πεθάνει απόψε άραγε;”  είπε η εσωτερική μου φωνή και ανασηκώθηκε από το σκαμνάκι του φόβου.

Στ’ αλήθεια δεν μας τρόμαζε κάτι τόσο πολύ πια. Ο αρχικός πανικός είχε διπλωθεί αρκετές φορές και χώραγε μες στην παλάμη της ψυχραιμίας. Δεν είχε εξαφανιστεί η απειλή μα δεν στόχευε πλέον εμάς. Δεν είχε έρθει για εμάς αυτή η ανατριχίλα. Ο θάνατος θα μας προσπερνούσε αδιάφορος απόψε και το μυστήριο χωριό θα μας έκρυβε πίσω από τις μονότονες κουρτίνες του για να μάθουμε τι συμβαίνει στο σαλόνι του παρελθόντος του.

Christos Koukis

About Christos Koukis

Ήθελε τόσο να μεγαλώσει και τα κατάφερε στην Αθήνα. Ήθελε τόσο να σπουδάσει σε ένα πιο βαρετό ίδρυμα από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο μα στάθηκε άτυχος. Ήθελε τόσο να ταξιδέψει σε πολλά και διαφορετικά μέρη που κάπου ανάμεσα ξέχασε το μυαλό του. Η κακιά η ώρα τον έκανε ποιητή και του μπέρδεψε μια μελωδία στην γλώσσα. Λατρεύει την σοκολάτα και κάθε παράγωγο της φαντασίας. Δεν του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του όταν είναι μπροστά ο ίδιος. Πάντα θυμάται πως δεν είναι όσα λένε οι άλλοι πως είναι.