Είναι δύσκολο τελικά να αντιληφθείς τη έννοια της. Απ ΄ την άλλη αυτή είναι και η ομορφιά της. Το γεγονός ότι δεν έχει υπόσταση. Λογική. Σαν το πάθος νομίζω, σαν τον έρωτα. Ή όχι; Το πιο δύσκολο πράγμα είναι να καταλάβεις όμως το γιατί. Γιατί θες να αντιληφθείς την τέχνη. Πρέπει; Είναι ανάγκη σου; Ίσως χωρίς αυτή να μη νιώθεις πλήρης. Ένα κενό που δε γεμίζει ποτέ;

Θυμάμαι, στο πρώτο έτος στη σχολή σχεδιάζαμε σε καμβά στο πιο όμορφο τοπίο που έχω ζωγραφίσει ποτέ. Στο Φαληράκι της Κέρκυρας. Ένα βενετσιάνικο κτήριο με δεξιά και αριστερά παράθυρα που έβλεπαν στο Ιόνιο. Ήταν η πρώτη φορά που το ένιωσα μέσα μου να με ταρακουνά, να με ξυπνά. Ο καθηγητής την επόμενη μας είπε να φέρουμε μαζί τη μουσική μας. Ότι μας εκφράζει, ότι μας γεμίζει είπε. Έφερα κι εγώ τη δική μου.

Το μάθημα ήταν στις 9 το πρωί. Είχε τον καλύτερο καιρό. Από τα δεξιά παράθυρα βλέπαμε το πέλαγος και από τα αριστερά το Παλαιό Φρούριο με τη γαλανόλευκη να κυματίζει. Ένιωθα παράξενα, δεν ήξερα τι ήταν αυτό που μας έβαζε να κάνουμε. Σα χαζό πείραμα ήταν. Τι κάνουμε εδώ, έλεγαν πολλοί.

Και μετά; Μετά όλα ξεκίνησαν. Το φώς ιδανικό. Θα σχεδιάζαμε προτομές που είχαμε μπροστά μας πάνω σε ξύλινα τραπέζια και χιτώνες ριγμένους στους ώμους τους. Το διαφορετικό αυτή τη φορά ήταν πως θα βάζαμε τέρμα τη μουσική μας στα ακουστικά μας και τα χέρια μας θα αφήνονταν στο ρυθμό της μουσικής. Εκεί λοιπόν το ένιωσα. Ελευθερία. Έκλεινα τα μάτια και ταξίδευα όπου ήθελα. Τα χέρια ήρεμα και ύστερα έντονα, πιο απαλά και πάλι δυνατά. Το καλύτερο ήταν πως είχα αποτυπώσει το συναίσθημα αυτό στον καμβά μου. Βρήκα αυτό το έργο μου προχθές σε ένα από τα συρτάρια μου και ένιωσα ακριβώς όπως τότε..

Ζούμε σε μία δυσνόητη εποχή γεμάτη ταχύτητα, εκρήξεις και έντονες αλλαγές, όλα αυτά τυλιγμένα ζεστά με το χιτώνα της ρουτίνας και του προγράμματος. Κάποιες φορές το έχουμε ανάγκη. Να εκφραζόμαστε, να νιώθουμε ελεύθεροι. Να ζούμε. Αυτό είναι τέχνη. Η ελευθερία σου. Η έκφραση σου. Η ηρεμία σου. Η απόλυτη γαλήνη σου. Να θες να εκφραστείς. Θυμήσου πόσο δύσκολα είναι όλα γύρω σου ώρες ώρες. Σφίξε τα δόντια σου. Κλείσε τα μάτια σου λοιπόν, δυνάμωσε την ένταση της μουσικής σου και ζήσε.

 

George Mylonas

About George Mylonas

Είναι 26 και περίπου στα μισά της ηλικίας του κατάλαβε πως βαριέται ό,τι μπορεί να χαρακτηριστεί στατικό και σύνηθες. Γι’ αυτό ρίχτηκε με τα μούτρα στις σάλτσες της ζωής, όχι στο κυρίως πιάτο της. Έτσι γεννήθηκε. Μέσα στην τέχνη. Οι δοτικοί γονείς του, τον έσπρωξαν μαλακά και πριν το καταλάβει βρέθηκε να σπουδάζει την τέχνη και τον πολιτισμό στο πιο φιλότεχνο νησί της Ελλάδας. Τελείωσε και τώρα βγάζει το ψωμί του στο καζάνι της Αθήνας δουλεύοντας σε ένα περιοδικό. Έχει δύο χέρια. Ένα για την κιθάρα του και ένα για τη φωτογραφική του μηχανή. Λατρεύει τη μουσική και δεν θα σταματήσει να το κάνει. Φωτογραφίζει μόνο αυτά που κάτι του λένε. Αυτά που πίσω τους κρύβουν μια ιστορία, που κάποιος πρέπει να την πει. Του αρέσει το χουχουλιαστό σινεμά, η σούπα με λεμόνι και τα eurotrips. Του τη σπάνε οι μισάνθρωποι, η αδικία και το blue cheese. Τον τρομάζουν τα αεροπλάνα και η έλλειψη χιούμορ.