Σταμάτησα τους πλανήτες, τα διαστημόπλοια, σταμάτησα την βαρύτητα, τους θεούς, τον καταναλωτισμό, σταμάτησα τον ηλεκτρισμό και να τι ανακάλυψα: μουσική, μπόλικο σκοτάδι και περισσότερη αγάπη, τίποτα άλλο.

Όταν ήμασταν νέοι πιστεύαμε πως στον κόσμο αυτό δεν νυχτώνει ποτέ. Απλώς κάποιος που μας αγαπάει χαμηλώνει το φως για να δούμε πιο καθαρά και με ειλικρίνεια τ’ άστρα. Τώρα που μεγαλώσαμε, τίποτα δεν άλλαξε μιας και πάλι δεν γνωρίζουμε ποιος πραγματικά χαμηλώνει το φως και συνεχίζουμε να βλέπουμε με αίσθημα ελευθερίας τ’ αστέρια. Το όνομά μας, όπως και τότε, σημαίνει το ίδιο μα οι φόβοι μας έχουν πια άλλη ισοτιμία και με άλλα νομίσματα. Έχουμε χρεοκοπήσει ήδη δυο – τρεις φορές και μάθαμε το χρέος μας στην φθορά. Όλα έχουν γραφτεί σε μια ακτή που την δέρνουνε οι άνεμοι, το μελάνι του σκοταδιού μελανιάζει τα γόνατα των κυμάτων και θέλουμε κάποιος να μας πάει με ασφάλεια εκεί που νιώθουμε σπίτι μας. Όταν ήμασταν μικροί πιστεύαμε πως στον κόσμο αυτό κυβερνάει το άυλο. Απλώς κάποιος που μας αγαπάει χαμηλώνει την περιττή ορατότητα και πυροδοτεί την τύχη μας. Τώρα που μεγαλώσαμε τίποτα δεν άλλαξε και ξέρετε τι εννοώ, έτσι δεν είναι;

Όταν ήμασταν μικροί βρισκόμασταν πάντα μια εποχή μπροστά και οι γονείς μας ένα σύννεφο πίσω. Με το ένα χέρι κρατούσαμε τον ουρανό και με το άλλο βοηθούσαμε τους φίλους μας να ανέβουνε και αυτοί. Δεν γυρνούσαμε πριν αναρτηθεί το φεγγάρι, πριν μας ανακοινώσουν οι μεγαλύτεροι πως πάνε για ύπνο. Δεν γυρνούσαμε την πλάτη μας στο άγνωστο. Η κατάκτηση του σκοταδιού ήταν η πρώτη μας ανυπακοή…

Το μαύρο είναι κλασσική αξία και φοριέται ιδανικά οπουδήποτε και αυτό το ξέρει καλά ο ήλιος.. Ήρθε η νύχτα και ούτε μια κρυψώνα για το μυαλό μου μιας και το φως θέλει να αφήσει όσες περισσότερες σκιές μπορεί. Δεν έχω πουθενά να πάω απόψε και στο σπίτι μου μένουνε τόσα λάθη που δεν θέλω να δω. Είμαι έτοιμος να εξαφανιστώ και να πάω ούτε που ξέρω που, κι εσύ να με περιμένεις εκεί…

Μακρύ το ταξίδι της σκέψης και στ’ αλήθεια δεν χρειάζεται να νικήσω. Πόσοι και πόσοι ηττημένοι, πόσοι και πόσοι πεσόντες εντός ή εκτός του εαυτού τους δικαιώθηκαν ύστερα, ύστερα πολύ. Ποιητές, πολύχρωμα κορίτσια, ερωτευμένοι, μειονότητες και άλλοι πολλοί με αποκλίνουσα συμπεριφορά και αυτοδιάθεση. Αν μείνω θαμπωμένος από την ομορφιά και δεν μείνω έξω απ’ αυτήν, θα έχω αισίως ηττηθεί απ’ τον καλύτερό εαυτό μου. Ευτυχώς μας έχει καταραστεί το σκοτάδι να το χρειαζόμαστε.. μας δίνει την ευκαιρία να φύγουμε από την μικροαστική μας σπηλιά σαν νυχτερίδες, να πετάξουμε μακριά και την ίδια στιγμή να σταθούμε ψηλότερα από την ζωή μας και να δούμε με διαύγεια και σοφία όπως οι κουκουβάγιες.

Σκόνη γίνεται το σκοτάδι στα χέρια μας και η αγάπη νερό να πλυθούμε. Ο άνθρωπος, ο θεός και ανάμεσά τους το άπειρο…αμετακίνητο και ρευστό. Δεν μετριέται λοιπόν ούτε κανονίζεται του καθενός η ζωή, μόνο νιώθεται..

Ήρθε η νύχτα και δεν μου ανήκει τίποτα παρά μόνο γυμνές οι αισθήσεις. Άσε με, λοιπόν, να ξεχάσω το μέλλον, μέχρι αύριο πρωί…

Christos Koukis

About Christos Koukis

Ήθελε τόσο να μεγαλώσει και τα κατάφερε στην Αθήνα. Ήθελε τόσο να σπουδάσει σε ένα πιο βαρετό ίδρυμα από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο μα στάθηκε άτυχος. Ήθελε τόσο να ταξιδέψει σε πολλά και διαφορετικά μέρη που κάπου ανάμεσα ξέχασε το μυαλό του. Η κακιά η ώρα τον έκανε ποιητή και του μπέρδεψε μια μελωδία στην γλώσσα. Λατρεύει την σοκολάτα και κάθε παράγωγο της φαντασίας. Δεν του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του όταν είναι μπροστά ο ίδιος. Πάντα θυμάται πως δεν είναι όσα λένε οι άλλοι πως είναι.