Κοιτώ τον ήλιο να ταΐζει τα χρώματα και την ξέσκεπη λογική

Από την ώρα που τα πουλιά μας έφεραν τον χρόνο

η θάλασσα τρώει τα χείλη της φτιάχνοντας αμμουδιές

και κάποια κορίτσια μαθαίνουνε μονάχα δυο εποχές

 

Θα ήθελα σήμερα να ήμασταν συνοδοιπόροι

Από τον αναγκαίο ύπνο να ξυπνούσα

και να είχες αλλάξει την διακόσμηση μέσα μου

Ποιον ωφελεί τόση απόσταση από τον έρωτα ,δεν βρίσκω

Στους αμετάφραστους καιρούς θα χρειαστείς έναν ποιητή

 

Όταν μας ταξιδέψει ο έρωτας θα πάψουμε να είμαστε

τουρίστες της ίδιας μας της ζωής

δεν θα στεγνώνουμε πια στο λαμπερό φως του ανεκπλήρωτου

οι καλύτερες κρυψώνες δεν θα είναι οι χαμένες μάχες

 

Είτε με το μάτι είτε με το ζύγι

τόσο φθάνει η αγάπη μέσα μας

τόσο βαραίνει το νερό των ματιών μας

όσο η ευθύνη της ευτυχίας ελαφραίνει

την κακή εποχή που σ’ αγάπησα

Θλίψη είναι η θάλασσα που συνομιλεί κάθε μέρα

με τον ίδιο άνεμο

τα δάχτυλα με την θερμοκρασία της απελπισίας

οι μετάνοιες της προόδου, η τυραννία της νοσταλγίας

 

Πιάστηκα να κλέβω απ’ το μαγαζί του ήλιου

άλλαξα σύννεφο για να συνεχίζω να κλαίω

ήθελα ένα χέρι ,ένα κήπο και έναν θεό .

Μα η ζωή είναι υπέροχα σκληρή

και το σκοτάδι έχει καλύτερη όραση από την μοναξιά

 

Η πρώτη απόφαση του φιλιού είναι η ψήφιση του καλοκαιριού

αυτό είναι πολίτευμα, αυτό είναι πολιτική κοινωνία

πιάνουνε τόπο των απλών ανθρώπων οι θυσίες

και έτσι δεν χρεοκοπούνε οι ποιητές

 

Το ηθικό δίδαγμα της βαρύτητας φουσκώνει

Τα κόκκινα μπαλόνια των χειλιών σου

Κυριευμένα τα κύματα από βαθιά γαλήνη

Πλημμυρισμένα τα ανθρώπινα μάτια από γαλήνιο βυθό

Σε καμία γη δεν πτωχεύσανε τα λουλούδια

 

Στα χρηματοκιβώτια της άμμου το λάθος και το σωστό

φρουρούνε το ίδιο κύμα

συγχρονισμένα στα ημίτονα της ομορφιάς

Ο μόνος τρόπος να προσφέρεις τη νύχτα είναι να παραμείνεις την αυγή

Να φεύγεις απ’ την ύλη σου και να πετάς

πάνω στις κορδέλες των μεσημβρινών

πάνω στις καμπύλες του ισημερινού

Πάντα εσύ το φεγγάρι πάντα εγώ το αταξίδευτο καράβι

Να διεκδικεί τους ώμους σου η λάβα του ανέμου

μες στα μεσάνυχτα, μέσα στα χρόνια

κι όπως ανοίγουνε οι ρυτίδες στο επίμονο χτύπημα του χρόνου

έτσι απλά σα την σελήνη να κυλάς στα παιδικά μου μάτια

Ο δρόμος πάντα ένα νεογέννητο άστρο

Λέξεις υπάρχουνε πολλές ,ερμηνείες θέλω περισσότερες

Γύρω μου όλα βουίζουν, τρίζουν, σφυρίζουν, τιτιβίζουν

αγωνίζονται και αγωνιούν

λες και τίποτα δεν έχει ειπωθεί κι αυτό το τίποτα όλα τα εκκινεί

 

Μ’ ένα κομμάτι ψωμί ζυμώνουμε τον ουρανό μας

και με το μέγα Θάρρος

Christos Koukis

About Christos Koukis

Ήθελε τόσο να μεγαλώσει και τα κατάφερε στην Αθήνα. Ήθελε τόσο να σπουδάσει σε ένα πιο βαρετό ίδρυμα από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο μα στάθηκε άτυχος. Ήθελε τόσο να ταξιδέψει σε πολλά και διαφορετικά μέρη που κάπου ανάμεσα ξέχασε το μυαλό του. Η κακιά η ώρα τον έκανε ποιητή και του μπέρδεψε μια μελωδία στην γλώσσα. Λατρεύει την σοκολάτα και κάθε παράγωγο της φαντασίας. Δεν του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του όταν είναι μπροστά ο ίδιος. Πάντα θυμάται πως δεν είναι όσα λένε οι άλλοι πως είναι.