Θα κληρονομούσα τον παράδεισο

Ακούραστος θα στεκόμουνα

στην άκρη του γνωστού Κόσμου

να σε σώζω∙ Εσένα

 

Κάθε πρωί δένομαι στην κοιλιά του Ήλιου

αψηφώντας τον φόβο , μεγαλώνω

με την τρυφερή όψη της εξορίας

απ’ τα μητρώα της φθοράς

Θα μιμηθώ το γάζωμα της αθωότητας

από τη μηχανή του Κόσμου

πάνω στην αβάσταχτη νιότη

 

Εκείνες τις μέρες είχα κατά νου τα λόγια του σιταριού

τα στήθη των φουσκωμένων ρυακιών και την ξεχασιά της Σταχτοπούτας

Μοναχοπαίδι μας η άνοιξη, το ασήμωμα της μοίρας την κρίσιμη μέρα

Το τριφύλλι που μασάνε αμέριμνα τα ζώα και το λινό αεράκι της κάμαρης του γάμου

Της χώρας μου ο μπλε καημός, τα φαγωμένα βράχια της πείνας

ενός πρόσφυγα λαού, τα δαγκωμένα πλευρά της δίψας ενός μαρμάρινου θεάτρου

Οι πολεμίστρες του φωτός έχουν στους ώμους τους αρχαία τείχη

σαν φρονιμίτες μιας γλώσσας ακμαίας, σαν Αύγουστος με τα γκρινιάρικα

σύννεφα και τη νοητή αιωνιότητα

Σαν τα μυρμήγκια που δεν χάνουν ποτέ το κουράγιο τους μήτε τον δρόμο τους

Σαν την βαρύτητα που κρατάει την ελπίδα εδώ μπροστά μας

 

Εσύ μ’ έβγαλες στον Κόσμο, εσύ μ’ έκλεισες πάλι πίσω

στον κόσμο με τις πασχαλίτσες, στον κόσμο με τους γαλαξίες

Τώρα πια θρηνώ τη μνήμη όλη δικιά μου

Οι πεθαμένοι το βλέπουν, οι ζωντανοί να νιώσουν μπορούν

Ο αιώνας της αγάπης κοιμήθηκε

δεν άντεξε τον όλεθρο, τ’ ανθρώπινά του χέρια

Όσο σιγά κι αν περπατάς ανάμεσα σ’ αστερισμούς

ο ουρανός της επιστήμης θα τρίζει και θα βροντά

Και άντε να βρεις φιλιά, άντε να βρεις ρόδινα χείλη

από την μοίρα  πιο βαθιά να καίγονται στο δείλι

Στα δάχτυλα της πόρτας λαμπιρίζουν υποσχέσεις από θειάφι

Στο κεφάλι μαντήλια από μαργαρίτες και βοκαμβίλιες

Τσαμπιά κρεμμύδια θηλυκώνουν τον αέρα

κι ένα καλάθι με κολοκύθες ζωγραφισμένες από το πορτοκαλί δειλινό,

σάλιο στερνό της ημέρας

Η κούνια κι ο μαστός σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο ειρήνη

Ένα ματσάκι καπνός σκαρφαλώνει τα κεραμίδια,

να νοστιμίζει ο άσχημος καιρός

Μα πότε θα επιστρέψεις σπίτι

 

Κατηφορίζω σαν παλίρροια στις αμυγδαλένιες πηγές του ορίζοντα

πέρα από το παλιό νεκροταφείο πολλών παλιών πολέμων

έχει λιώσει πια η μνήμη σαν το μέλι μες στο ζεστό γάλα

Οι ώρες σπρώχνουν στη δύση την φύση, το καμπαναριό τυλίγει τον αέρα

της πίστης ανάβοντας την τελευταία προσευχή

για εκείνους που δεν ξεμάθανε και αμφιβάλλουν στο τέλος κάθε ημέρας

Πότε θα επιστρέψεις σπίτι

Των χρωματιστών σου ψηφιδωτών η συγχώρεση να

επαναφέρει∙ όλα στην ανατολή

Οι σκέψεις σκουραίνουν τα σύρματα, τα λαβωμένα απ’ του χιονιά την παχυσαρκία

Σιμώνουν τα τριζόνια να ξεφυσήσουν πάνω στις πληγές των ανθρώπων

μοιρολόγια του κάμπου και ξόρκια

 

Πίνω το άβατο και στον τρυφερό μου προσανατολισμό σιωπώ

άδειο μην ακουστεί το φόρεμα που σου κεντώ

Σ’ εξιστορώ σε πυκνά δάση, στα κωνοφόρα σπλάχνα μας και στις ολονυχτίες

στ’ άγραφα χαρτιά και τα κρυφά μονοπάτια

Αν έζησες πράγματι σ’ ένα σώμα, δεν σε φθείρω

Μες στων αετών τις κόρες, μες στου Αχιλλέα τα μπράτσα

βαφτίστηκαν αυτές οι λέξεις

Χιλιάδες χρόνια τώρα οδηγούν τις αχτίδες στις κοφτερές και δύστροπες σπηλιές

κάτω απ’ τις νυχτερίδες και πάνω από τα τέρατα

σε αθέατους κάβους, σε σβησμένους θεούς, σε ασύλητους τάφους

Απ’ τον ιδρώτα τους ξεδιψούν κορμιά με κόκκινα χείλη

 

Ο στόλος των τζιτζικιών περιπολεί στις ξαπλωμένες ακτές

Αποκοιμήθηκα μες στις νιφάδες της φωνής σου

Christos Koukis

About Christos Koukis

Ήθελε τόσο να μεγαλώσει και τα κατάφερε στην Αθήνα. Ήθελε τόσο να σπουδάσει σε ένα πιο βαρετό ίδρυμα από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο μα στάθηκε άτυχος. Ήθελε τόσο να ταξιδέψει σε πολλά και διαφορετικά μέρη που κάπου ανάμεσα ξέχασε το μυαλό του. Η κακιά η ώρα τον έκανε ποιητή και του μπέρδεψε μια μελωδία στην γλώσσα. Λατρεύει την σοκολάτα και κάθε παράγωγο της φαντασίας. Δεν του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του όταν είναι μπροστά ο ίδιος. Πάντα θυμάται πως δεν είναι όσα λένε οι άλλοι πως είναι.