Ακούγεται δυνατά το τραγούδι των National  “Terrible Love“.

Ένας άνδρας μπαίνει στο σπίτι κουβαλώντας στην πλάτη του έναν άλλον άνδρα. Ανοίγει το πόμολο με τον αγκώνα και σπρώχνει δυνατά με το πόδι του την πόρτα ώστε να ανοίξει διάπλατα. Με το ένα χέρι του ανάβει το κεντρικό φως και κλωτσάει πάλι πίσω την πόρτα να κλείσει. Περπατάει βαριά, αργά και με κόπο μεταφέρει τον άνδρα για δυο μέτρα. Κοντοστέκεται, κοιτάζει προσεκτικά τον χώρο που μόλις μπήκε και κατευθύνεται αμέσως στην μία από τις δυο μεγάλες πολυθρόνες του σπιτιού. Παίρνει βαθειά ανάσα και αφήνει κάπως άτσαλα τον άνδρα που κουβαλούσε. Τον κοιτάει, τον πλησιάζει ίσα με το πρόσωπό του και τον ξανακοιτάει. Προσπαθεί να ακούσει την ανάσα του μα τίποτα. Τον τακτοποιεί στην πολυθρόνα και του φτιάχνει τα ρούχα όσο μπορεί. Τον τοποθετεί στην πιο αναπαυτική στάση και τον ξανακοιτάει. Τον χτενίζει και του ξαπλώνει το κεφάλι προς τα πίσω. Γυρνάει και ψάχνει με το βλέμμα του. Μια βρύση στην άλλη άκρη του δωματίου τραβάει τα πόδια του γρήγορα. Ανοίγει την βρύση και πλένεται αρκετή ώρα. Τρίβει το πρόσωπό του και τα χέρια του συνεχώς, πότε απαλά και πότε με μανία. Ρίχνει αρκετό νερό στα μαλλιά του και προσπαθεί να καθαρίσει τα ρούχα του πότε άτσαλα και πότε προσεκτικά. Αφού τελειώνει, σκουπίζεται με μια λευκή πετσέτα. Γυρίζει και ξανακοιτάει για κάμποσα δευτερόλεπτα τον άνδρα στην πολυθρόνα. Αρπάζει την πετσέτα, την βρέχει και καθαρίζει τον άνδρα. Πρώτα το πρόσωπό του, μετά τα χέρια του, μετά λίγο τα ρούχα του. Πηγαινοέρχεται στην βρύση τρεις με τέσσερις φορές μέχρι να πλύνει σε μεγάλο βαθμό τον άνδρα της πολυθρόνας. Αφού τελειώσει, πλένει την πετσέτα σχολαστικά και την κρεμάει. Ρίχνει πάλι λίγο νερό στο πρόσωπό του χωρίς να σκουπιστεί. Κοιτάζεται στον καθρέφτη και μαζί κοιτάει και τον άνδρα πίσω του. Γυρίζει το σώμα του και δειλιάζει να προχωρήσει. Πάει να μιλήσει και πάλι δειλιάζει. Τεντώνει το σώμα του και την μέση του γεγονός που του προκαλεί μια ευεξία και μια ικανοποίηση στο βλέμμα. Παρατηρεί τον χώρο χωρίς να κουνιέται. Βλέπει την συσκευή του τηλεφώνου. Πετάγεται και αρπάζει το τηλέφωνο. Πληκτρολογεί. Τα μάτια του συναντούν το μεγάλο ρολόι του τοίχου στα δεξιά του. Μιλάει :

Βοήθεια! Γεια σας! Είμαστε εδώ στο καταφύγιο, δύο άτομα, ναι … συγγνώμη πιο σιγά, έχετε δίκιο… ναι δυο άτομα στο καταφύγιο… δεν ξέρω πως λέγεται… σε κάποιο βουνό είμαστε…ναι ναι σωθήκαμε, από το αεροπορικό ατύχημα… ελάτε γρήγορα, σας παρακαλώ…πως; Χτυπημένοι ; ( διστάζει ο λόγος του… )  Όχι καθόλου! Μην αργήσετε… πως μου είπατε ; ναι θα κάτσουμε μέσα και θα περιμένουμε… ναι.. όχι.. δεν θα μετακινηθούμε… όχι, όχι δεν το διακινδυνεύουμε, έχετε δίκιο… μα ναι σας λέω… ευχαριστώ, σας περιμένω! Σε πόση ώρα είπατε; α ωραία σας περιμένω… σας περιμένουμε ναι… ( κλείνει το τηλέφωνο και κοιτάζει όλο απορία τον άνδρα χαμογελώντας ελαφρά ). Τα μάτια του συναντούν πάλι το μεγάλο ρολόι του τοίχου. Προχωράει προς το μέρος του άνδρα και σταματάει όχι πολύ μακριά του. Κοιτάει σχολαστικά το δωμάτιο και σιωπά. Αποφασίζει να μιλήσει… του απευθύνεται εμφανώς.

Είναι δώδεκα η ώρα, ακούστε τα πλάσματα που ξυπνάνε… ποια πλάσματα; Μα αυτά που συναντιούνται στο σκοτάδι. Αυτά που κυνηγούν στο σκοτάδι, αυτά που κρύβονται στο σκοτάδι και αυτά που υφαίνουν το σκοτάδι… Αν δεν τα έχετε αντικρύσει ποτέ, τότε θα τα έχετε αισθανθεί. Δεν έχετε νιώσει ποτέ φωνές και γέλια στον λαιμό σας ; Δεν έχετε ποτέ αντιληφθεί άγνωστες φιγούρες στο αίμα σας ; Δεν έχετε δώσει ποτέ ραντεβού μέσα σας κι ας μην εμφανιστήκατε στο τέλος… Δεν έχετε νιώσει ποτέ αυτό το ρίγος του τέλους σε κάθε αρχή; Δεν θα σας πίστευα όσο σθεναρά και να μου λέγατε το αντίθετο. ( σταματάει να μιλάει και τον κοιτάει με βαθύ βλέμμα)

Να βάλω ένα ποτό; … ούτε και εγώ πίνω ξέρετε μα το σηκώνει η νύχτα η αποψινή… ( κοιτάζει μερικά δευτερόλεπτα διερευνητικά τον άνδρα και συνεχίζει)… αφού εγκρίνετε και εσείς, ας πιούμε ένα ποτό! ( κατευθύνεται πίσω από τον άνδρα στην μεγάλη βιβλιοθήκη όπου είναι μερικά μπουκάλια με ποτά και γυάλινα βαριά ποτήρια… ανοίγει και βάζει… κοιτάει φευγαλέα πίσω του και γυρίζοντας το βλέμμα του βάζει και ένα δεύτερο ποτήρι γεμίζοντας το μέχρι πάνω… το σώμα του στρέφεται προς τον άνδρα, του αφήνει το ποτήρι στο τραπεζάκι στα δεξιά του και πάει και κάθεται στην άλλη πολυθρόνα του χώρου ανάμεσα στην πρώτη πολυθρόνα και την βρύση με τον νιπτήρα).

Ξεμείναμε οι δυο μας λοιπόν! Τώρα βέβαια μόνοι μας δεν το λέτε όταν γύρω μας οργιάζει η φύση μα από ανθρώπους ξεμείναμε. Σας έχει ξανασυμβεί ; Εμένα ποτέ αλήθεια…  Έχετε πεθάνει έτσι; Είστε παγωμένος από ώρα και εγώ παγωμένος από την ώρα που συνειδητοποίησα πως δεν είστε πια μαζί μου. Θέλω να ξέρετε πως δεν σας κοιτάζω έτσι περίεργα από λύπηση ή από ευχαρίστηση που δεν βρίσκομαι στην θέση σας. Προσπαθώ να διαχειριστώ όσα μόλις πριν λίγες ώρες συνέβησαν. Δεν είναι και τόσο εύκολο. Έχω καταλήξει όμως σε μία σκέψη λιγάκι ιδιόρρυθμη. Μια σκέψη ορθολογική πέρα για πέρα. Το έχω πάρει απόφαση και έτσι θα πορευτώ μέχρι να έρθουνε.. Με συγκινεί, λοιπόν, η ελευθερία που προσφέρει ο θάνατός σας! Αν πεθαίνετε κάπου έξω μέσα στο δάσος θα γινόσασταν απόψε κιόλας τροφή για άγρια θηρία ενώ τώρα θα γίνετε τροφή για την άγρια πλευρά μου. Είστε μοναδική ευκαιρία να ζήσω την αλήθεια, να με αρπάξει από τον λαιμό η αλήθεια, να με χτυπήσει, να με αναγκάσει να ζήσω. Θέλω να με κυνηγήσει και να με πιάσει, να ξεμπερδέψει μαζί μου. Θα με βοηθήσετε έτσι δεν είναι ; έχετε και άλλη επιλογή άλλωστε; Που να ξαναβρεθώ έξω από τον κόσμο και με τόση διαλεχτή παρέα…  Νιώθω πως απόψε μπορεί να αλλάξει η τύχη μου.

Μα δεν πίνετε όμως…( πίνει ο ίδιος μια γουλιά και τινάζει το κεφάλι του ψηλά ασυνήθιστος σαν είναι από αλκοόλ)

Ξεμείναμε οι δυο μας και ευτυχώς. Οι δυο μας, δυο άνθρωποι. Το μαγικό νούμερο της φύσης δεν είναι;. Ξέρετε πως όσες φορές κι αν μετρήσει κανείς τα αστέρια, στο τέλος θα θυμάται μονάχα δυο και αυτά θα είναι δίχως αμφιβολία ή τα πιο λαμπερά ή τα πιο απομακρυσμένα ή και τα δυο μαζί.. Είναι τρομερή η συντροφικότητα των αστεριών, είναι ένας άθλος να μείνεις ενωμένος με το φως. ( πάλι σταματάει να μιλάει και να κινείται ) Έτσι που σας κοιτάω τώρα, μετά από τόση σιωπή, ειλικρινά  με ανησυχείτε. Όχι, μόνο που είστε για τα καλά νεκρός εδώ μπροστά μου. Αυτό ίσως είναι το λιγότερο και απλώς θα με φόβιζε. Ίσως να έτρεμαν και λίγο τα χείλη και τα χέρια μου. Μα εγώ στα αλήθεια ανησυχώ. Μην βιάζεστε να με κρίνετε σκληρά και να αποφανθείτε πως είμαι αναίσθητος και απάνθρωπος. Με αφορά ο θάνατός σας, με ενδιαφέρει μα κάπως αλλιώτικα από τον συνηθισμένο τρόπο. Μια ταραγμένη καρδιά να ξέρετε, όπως είναι η δικιά μου, δέχεται το ακραίο σαν μια φυσιολογική συνθήκη ώστε να μπορέσει σε μέλλοντα χρόνο να ισορροπήσει και πάλι μες στο ανθρώπινο όριο, το λεγόμενο και από εσάς και κανονικό. Δεν κυριολεκτώ λέγοντας «από εσάς»  μιας και τα έχετε τινάξει, δυνητικά πάντως και από εσάς για να μην αισθανθείτε πως προτρέχω να σας ξεγράψω από τον κόσμο τον γήινο. Μάλιστα για να σας το αποδείξω, θα σας συμπεριφέρομαι απολύτως ανθρώπινα, σα να αναπνέετε ακόμα και συνεχώς μέχρι βέβαια να έρθουν να μας πάρουν. Σα να αναπνέετε χωρίς εμπόδιο τον θάνατο. Δεν θα διαφέρετε άλλωστε από πολλούς γύρω μας που κάθονται μια ζωή ακίνητοι σαν εσάς καλή ώρα – κακή ώρα θα ταίριαζε καλύτερα βέβαια – με την διαφορά πως αυτοί αναπνέουν. Είναι, όμως, η αναπνοή ένα καλό δείγμα; Μια ελπίδα και μια ακόμα ευκαιρία; Είναι η αναπνοή μας μια διάψευση της ματαιότητας ή ένα βήμα προς αυτήν; Είχα ονειρευτεί κάποτε πως έλεγα ότι η αναπνοή είναι ένα μοναδιαίο καλοκαίρι, ένα ηλιόλουστο διάνυσμα. Πόσο εθιστικό να θυμάσαι τα όνειρα σου, τα λόγια του ύπνου και τις περιπέτειες του… να πλέεις ολοζώντανος μέσα στην μαγεία που δεν υπάρχει στα αλήθεια πουθενά αλλού… μα τι σας λέω; τι σας ενδιαφέρουν εσάς όλα αυτά… τι σας έλεγα πριν παραφερθώ… ω μα ναι!

(πίνει ακόμα μια γουλιά από το ποτό του και τινάζει ψηλά τα χέρια του)

Ο θάνατός σας, λοιπόν, είναι για εμένα απλά ένα σύμπτωμα. Θα εξηγηθώ αναλυτικά αφού πρώτα ερμηνεύσω την αρχική μου και έντονη ανησυχία. Με ανησυχείτε άγνωστε και πεθαμένε μου φίλε – μα τώρα δεν σας είπα πως θα σας λογίζω για ζωντανό ; τι αφερέγγυο όν ο άνθρωπος σαν έχει την εξουσία – διότι τυγχάνει να είμαι και εγώ μαζί με εσάς θνητός. Όχι πως δεν το γνώριζα μα να έτσι που σας βλέπω κερωμένο πάνω στην πολυθρόνα σκέφτομαι μήπως έρχεται και η δική μου σειρά σιμά με την δική σας. Πάντα πίστευα πως είμαι αθάνατος, πως ο χρόνος σαφώς δεν θα τελειώσει ή τουλάχιστον τόσο γρήγορα και φανερά. Τα νιάτα ένιωθα από παλιά πως θα είναι η οριστική μου κατάσταση. Τώρα μπροστά μου εσείς μεγαλύτερος και νεκρός. Δυο απανωτά χτυπήματα με ολοκληρωτική έκκριση ανησυχίας. Κάτι μέσα μου, ανεύθυνο και παιδικό συνάμα δεν εγκρίνει αυτό που αντικρίζω. Η έντονη ζωή πλάθει τον μύθο της αθανασίας μιας και αφαιρεί τον απαραίτητο χώρο που χρειάζεται η σκέψη για να ανατραφεί και να ανδρωθεί η θνητή απεικόνιση μας. Ω ναι η αθανασία αναιρεί την πρόοδο. Η έντονη ζωή μου, αυτή μάλιστα αυτή, με οδήγησε απόψε μαζί σας και τώρα καλούμαι να σκεφτώ στα σοβαρά. Είναι και αυτός ο διαολεμένος ψίθυρος της φύσης εκεί έξω που εδώ μέσα όλα γίνονται μια σιωπή, μια σβησμένη σιωπή… με νιώθετε; μια σιωπή που έχει σβηστεί και πρέπει να ξαναγραφτεί. Μα πως και πόσο γρήγορα… πρέπει να σκεφτώ στα σοβαρά, σας το ξαναλέω. Όμως τι ; ( σταματάει να μιλάει, σιωπαίνει, περπατάει πάνω κάτω στον χώρο, βρίσκει ένα ραδιόφωνο και το ανοίγει.. ένα τραγούδι του Sinatra και τραγουδάει χαρούμενος χορεύοντας ελαφρά … fly me to the moon / let me play among the stars / let me see what spring is like / on a, Jupiter and Mars / in other words hold my hand/ in other words, baby, kiss me… χτυπάει το τηλέφωνο… το αγνοεί και χορεύει… το τηλέφωνο επιμένει… χαμηλώνει την ένταση… το σηκώνει μα το έχουνε κλείσει… χαμογελάει και ανεβάζει και πάλι την ένταση, χορεύει πιο δυνατά τραγουδώντας… τελειώνει το τραγούδι και το κλείνει κάπως σοβαρός…)

Πρέπει να σκεφτώ σοβαρά.. τι όμως; Πολλά θαρρώ και πρώτο από όλα τον θάνατό σας. Σε σχέση με εμένα πρωταρχικά… Μα σας είπα και προηγουμένως και το ξαναλέω για να είμαι ξεκάθαρος! Ο θάνατός σας είναι ένα σύμπτωμα. Σας υποσχέθηκα εξηγήσεις και θα τις έχετε. Σας τις οφείλω δεν σας τις οφείλω, θα τις αραδιάσω να περάσει και η ώρα. Ψέματα σας λέω, θέλω να μιλήσουμε, είστε ότι πιο ζωντανό υπάρχει αυτή την στιγμή γύρω μου και μέσα μου, ότι πιο ζεστό. Φαντάζομαι θα είστε οργισμένος  και απορημένος μαζί. Πως συμβαίνει ο θάνατος του ενός να είναι σύμπτωμα στην ζωή ενός άλλου; Σύμπτωση θα έχετε ακουστά, μα σύμπτωμα… παντού να μπλέκεται αυτή η φθορά, παντού να χώνει την μύτη της. Όχι, όχι μη μου εξοργίζεστε ειδικά στην κατάσταση που βρίσκεστε και μου λιώσετε πιο γρήγορα και μονάχο με αφήσετε. Πως θα περιμένω τους διασώστες χωρίς την παρέα σας; την μνήμη σας και το σώμα σας… φοβερό που οι άνθρωποι λιώνουνε έτσι; αμέσως αναδύεται μια σιωπή που δεν ξαναμιλιέται ποτέ, μια βουβή παρέα, κάτι που σε ακολουθεί κρυμμένο στις θυρίδες του ανέμου. Αχ θα σας μαλώσω! Πάλι με συμπαρασύρετε στον κόσμο σας και εγώ είμαι ολοζώντανος σαν απάτητο χιόνι! Στο θέμα μας λοιπόν! θα σας απαντήσω χωρίς πάθος μα με φόβο! Ναι με φόβο σαφέστατα! Μην κοιτάτε που οι συνθήκες μου επιβάλουν την ψυχραιμία και με αναγκάζουν να είμαι εγώ ο πρωταγωνιστής και να σας καθοδηγώ. Μην ξεγελιέστε, ο φόβος μου είναι αγνός και πρωτόγονος. Ποιο είναι όμως το πρώτο πράγμα που αποσυντονίζει τον φόβο; Μα φυσικά, αυτό θα κάνουμε! Έτσι θα αποσυντονίσουμε τον φόβο και θα τον κοντύνουμε, έτσι για να μάθει πριν κυριαρχήσει και πάλι!! Να μας θυμάται και αυτός κάπως… να σφίξει και το δικό του στομάχι!

Ας θυμηθούμε λοιπόν! Είναι μια σοφή κίνηση να θυμηθούμε. Εγώ, δηλαδή, εσείς ανήκετε ήδη στην αμνησία του τοπίου και δεν μπορείτε να την επικαλεστείτε καν. Περίεργο δεν είναι αλήθεια και για εσάς αναμφισβήτητα ειρωνικό. Ας βγάλω εγώ, λοιπόν, το φίδι από την τρύπα και ας θυμηθώ με την αμέριστη βοήθεια της παρουσίας σας. Πετούσαμε ήρεμα και ωραία αυτή την καλοκαιρινή νύχτα του Αυγούστου από την Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη. Από την Ρώμη στη Νέα Ρώμη. Πηγαίναμε από το φως στο σκοτάδι κι ας μέσα μου σήμαινε ανάποδα. Η Ρώμη καθισμένη νωχελική και απορροφημένη στις τόσες δύσκολες έγνοιές της στον απογευματινό ήλιο, μας έστελνε στο καλό για να βρούμε την μυρωδάτη νύχτα της Ανατολής. Ωραία μέχρι εδώ; όπου διαφωνείτε, εννοείται με σταματάτε χωρίς δισταγμό. Ω μα τι σας λέω ο ξεδιάντροπος. Τέτοιες ώρες χιούμορ ποιος το χρειάζεται και ποιος το αντέχει. Μα ναι αγαπητέ μου – μου επιτρέπετε να σας αποκαλώ αγαπητέ μου σωστά; δεν σας λέω αγαπημένε μου μιας και δεν προλάβατε να γνωριστούμε και ίσως ποιος ξέρει να γινόσασταν σπουδαίος για εμένα και την συνέχεια της ζωής μου. Αμφιβάλετε;  μπορεί να έχετε και δίκιο.. ας είναι και ας μείνετε αγαπητός, δεν είναι και λίγο στην τόση αποξένωση που ζούμε. Πάω στοίχημα πάντως πως για εσάς θα είμαι αγαπημένος αφού μοιραστήκατε την πιο δυνατή στιγμή της ζωής σας! Ποια; μα τον θάνατό σας φυσικά! Που ξέρω πως είναι η πιο δυνατή; μα ήταν τόσο έντονη η έκφραση του προσώπου σας που κάθε προηγούμενη… απλώς παλίμψηστο συναίσθημα… πεθάνατε τόσο εντυπωσιακά άφωνος που το αποκλείω να ζήσατε προηγουμένως κάτι τόσο συγκλονιστικά. Δεν ήταν επιλογή σας να το μοιραστούμε; Α όλα και όλα! Τα παράπονά σας στον Κύριο και αν δεν πιστεύετε τότε στην αρχέγονη βούληση του κόσμου. Μα αν δεν πιστεύετε στον Κύριο δεν δικαιούστε να έχετε και παράπονα… όλα και όλα αγαπητέ μου κύριε…( χαμογελάει πονηρά και ανοίγει πάλι το ραδιόφωνο… ακούγεται το ‘Everyday’ του Buddy Holly… σιγοψιθυρίζει τα λόγια και χορεύει σα να έχει ταίρι….μόλις τελειώνει το κομμάτι σωριάζεται στην πολυθρόνα και δεν μιλάει… σηκώνεται … επανέρχεται στην αφήγησή του ευδιάθετος και πιο θαρραλέος)

( to be continued…)

Christos Koukis

About Christos Koukis

Ήθελε τόσο να μεγαλώσει και τα κατάφερε στην Αθήνα. Ήθελε τόσο να σπουδάσει σε ένα πιο βαρετό ίδρυμα από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο μα στάθηκε άτυχος. Ήθελε τόσο να ταξιδέψει σε πολλά και διαφορετικά μέρη που κάπου ανάμεσα ξέχασε το μυαλό του. Η κακιά η ώρα τον έκανε ποιητή και του μπέρδεψε μια μελωδία στην γλώσσα. Λατρεύει την σοκολάτα και κάθε παράγωγο της φαντασίας. Δεν του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του όταν είναι μπροστά ο ίδιος. Πάντα θυμάται πως δεν είναι όσα λένε οι άλλοι πως είναι.