Μίλησέ μου για τα πράσινα φανάρια τ’ ουρανού, για το σιρόπι στις γωνίες

τ’ αντίδωρα της καταιγίδας, το κόκκινο κρασί των λουλουδιών

τον μαυρισμένο σταυρό στο μέτωπο της ταπεινότητας και την άφεση του θανάτου

τις σταγόνες λαδιού στο ποτήρι και τους πρωινούς ονειροκρίτες

τη δόξα των αλληλούια, τους λωτούς της Κυριακής και το πλάκωμα στο στήθος

 

Μίλησέ μου για τις σφραγίδες στον λαιμό, τα λέπια των βημάτων σου

για τα ματωμένα γόνατα της υπαίθρου και τα ορυκτά του μέγα πόθου

για την σάρκα της εκκλησίας, τις μετάνοιες της σοφίας και τα βότσαλα

στις μασχάλες σου

τις πέτρινες μάντρες και τα ζυμωμένα χρόνια

Μίλησέ μου για τα μεταλλεύματα της ιδιωτικής θλίψης

τις εύφορες καλλιέργειες της δημόσιας ευθύνης

τις πυρακτωμένες φυσαλίδες απ’ το στόμα του δάσους

για τις σκέψεις της πυρηνικής λάβας και τους ατμούς του μαύρου λιμού

τα θυμιατά των μεγάλων δρόμων και τα στασίδια στα καλέσματα του θανάτου

την κινούμενη άμμο στα πρόσωπά μας, την ωριμότητα της απελπισίας

και την γραφειοκρατία της επανάστασης

 

Μίλησέ μου για την κυκλική πίεση και το συντριπτικό κάταγμα της φιλανθρωπίας

Μες στην ψυχή μου η θάλασσα υποχωρεί

Μίλησέ μου μες στην πολλή βροχή για το γλίστρημα του μέλλοντος

Ουρανός και έρημος με την ίδια ζάλη

Πότε θα μας έρθει το τραγούδι στα χείλη

Πότε θα επιστρέψεις σπίτι

 

Θα χιμήξω στο πνεύμα μου μήπως και ηττηθώ

στον κόσμο με τις πασχαλίτσες, στον κόσμο με τους γαλαξίες

ομορφιά είναι ο τρόπος που χαμογελάς στην θέα του χαμού

Η ζωή ανεβασμένη στους κόκκους της άμμου ανεμίζει αδιάκοπα

Τα τύμπανα του ήλιου δένουνε στον όρμο για την παρέλαση της άρνησης

Μια ξύλινη εξέδρα ματώνει τα ούλα της θάλασσας, τα φύκια λιγοστεύουν

στο  τραπέζι του βυθού και τα παιδιά τραβάνε το χέρι τους απ’το χθες

Τα δέντρα με τα λευκά καλάμια και η ψιλή διάλεκτος της αμμουδιάς

Οι πωρόλιθοι στις φτέρνες των σπιτιών, οι χλωρίτες και οι πτυχωμένοι αγώνες

αμίλητοι και αμήχανοι

Το παγκάκι στο φρύδι του πρανούς

να γλιτώνουν δυο χείλη

 

Μίλησέ μου για την ασυλία των αισθήσεων

όλων των άλλων τα λόγια να βαλσαμωθούν

Μίλησέ μου όπως τραγουδούνε τα κοχύλια την γυαλάδα του μυαλού σου

όπως τινάζονται τα στάχυα στο άκουσμά σου

Μίλησέ μου για την μαγιά που φουσκώνει το νυφικό της θάλασσας

τα χρυσαφιά μπαλώματα στους αγκώνες των νερών, τα ξύλινα είδωλα

τα ποτισμένα υφάσματα και τα χαραγμένα δαχτυλίδια

για τις γλάστρες στα σκαλοπάτια και τους αναβαθμούς στους αμπελώνες

Μίλησέ μου για τη θνησιμότητα του φόβου

το χλόμιασμα της απομόνωσης

πώς ξεθυμαίνουν οι πόλεις

 

Όταν επιστρέψεις σπίτι

δεν θα σε κρίνω, θα σε ακούσω σαν ήρωάς σου ιδανικός

όπως ο μαύρος ουρανός την πρώτη αστραπή του

Θέλω να χαλάσει το χαμηλό και τ’ άδικο

Πότε θα επιστρέψεις σπίτι

 

Στην αντηλιά διαβάζω τις αιματηρές εκστρατείες των αριθμών

και στο τρεχούμενο νερό την γεωμετρία της καθημερινότητάς σου

τις αμβλείες και τις οξείες του κορμιού σου να κοροϊδεύουν την αχρωματοψία

των άλλων κοριτσιών

Με μάτια μέλισσες διανύω το ανάστημα του θαύματος

την ανεξίθρησκη εξήγηση των πραγμάτων

Μίλησέ μου.  Αμφισβήτησέ με

με την γλώσσα που μου έδωσες

το νόμισμά σου να γευθώ στην τσέπη της ψυχής μου

 

Απόψε τα νεαρά φεγγάρια μαθαίνουνε κολύμπι, οι σκιές φοράνε

τα καλά τους για τον καθιερωμένο περίπατο

Η γεύση της γαλήνης και ο θρεπτικός ιδρώτας της λαχτάρας

Να είσαι έτοιμη∙ ο άνθρωπος εξαντλήθηκε και εξάντλησε

καταφθάνει το πνεύμα νέων καιρών

Αύριο τα παιδικά μου χρόνια θα με φυγαδεύσουν

πάνω απ’ τα μαύρα σύννεφα της εργασίας

στις αρτηρίες του θριάμβου, την επανεκκίνηση του ανθρώπινου γένους

 

Απάντησέ μου, είσαι ο κόσμος ο παλιός, αυτός που δεν παλιώνει

τα δελφίνια που διαλέγουνε να πεθάνουν σε απάτητη ακτή

το ένα δίπλα στο άλλο αντικριστά στο πέλαγος και τα χαμένα παράλια

στον κόσμο με τις πασχαλίτσες, στον κόσμο με τους γαλαξίες

Christos Koukis

About Christos Koukis

Ήθελε τόσο να μεγαλώσει και τα κατάφερε στην Αθήνα. Ήθελε τόσο να σπουδάσει σε ένα πιο βαρετό ίδρυμα από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο μα στάθηκε άτυχος. Ήθελε τόσο να ταξιδέψει σε πολλά και διαφορετικά μέρη που κάπου ανάμεσα ξέχασε το μυαλό του. Η κακιά η ώρα τον έκανε ποιητή και του μπέρδεψε μια μελωδία στην γλώσσα. Λατρεύει την σοκολάτα και κάθε παράγωγο της φαντασίας. Δεν του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του όταν είναι μπροστά ο ίδιος. Πάντα θυμάται πως δεν είναι όσα λένε οι άλλοι πως είναι.