Είσαι η μόνη που ξέρω σ’ ένα κόσμο δισεκατομμυρίων αστεριών και σαν τον ανθρώπινο χρόνο, έχω έρθει να αγαπήσω τις μέρες και τις νύχτες σου. Σ’ έναν κόσμο με απέραντη λογική και παντοδύναμες εξισώσεις που ταξιδεύουν στην κοιλιά ενός πλανήτη και στα φτερά μιας μέλισσας, σ’ έναν κόσμο αφημένο στο όνειρο ενός Θεού και μιας απέραντης θάλασσας με κύματα να σκαρφαλώσεις και κύματα να βυθιστείς. Είσαι η μόνη που ξέρω μέσα στον γλυκό καπνό της ζωής, τον καπνό των λευκών ψεμάτων, τον καπνό μιας μεγάλης απόφασης, τον καπνό της φωτιάς και τον καπνό ενός ορίζοντα που ζητάει βοήθεια και σωτηρία. Σα να γεννήθηκα ανάμεσα σ’ εσένα και ενός ατελείωτου τέλους που πάντα ξεφεύγει και δένεται με την πρώτη λαμπρή αρχή που θα συναντήσει μπροστά του. Είσαι η μόνη που ξέρω όταν το φεγγάρι ανεβαίνει στον άμβωνα του κόσμου και δεν κηρύττει τίποτα, απλώς μας ακούει και μας κρατάει το χέρι.

Κάθε φορά που η νύχτα παρουσιάζεται μπροστά μου πρέπει να βρίσκω και μια διαφορετική διαδρομή, μια ανεξερεύνητη παράκαμψη ή μια αποτραβηγμένη αλήθεια για να την πλησιάσω. Όπως παλιά που έπρεπε να βρούμε τις πιο απίθανες κρυψώνες όλων των φίλων μας και να τους προλάβουμε, όχι για κάποιο συγκεκριμένο λόγο ή έπαθλο μα για την χαρά του παιχνιδιού. Ποιος θυμάται, άλλωστε, τον νικητή εκείνων των παιχνιδιών, όλοι μας θυμόμαστε πως περιφρονήσαμε το σκοτάδι και τους κανόνες… Απλώς για να είμαστε πρωταγωνιστές της ζωής μας, να παίζουμε τις δικές μας επινοήσεις με τους δικούς μας όρους και τις δικές ανάγκες και ας μην νιώθαμε την ιστορικότητα των στιγμών. Όσοι ξεκίνησαν, άλλωστε, με μόνο σκοπό να αλλάξουν την ιστορία, δε κατάφεραν να αλλάξουν ούτε μαξιλαροθήκη μιας και αποκοιμήθηκαν για πάντα κομπάρσοι και δεν έζησαν κανενός την ζωή.

Κάθε φορά που η νύχτα παρουσιάζεται και μου ζητάει να συστηθώ, λέω το όνομά μου και αναφέρω το δικό σου ως καταγωγή και προορισμό μαζί. Η νύχτα, τότε, με κοιτάει με παρακινδυνευμένη συμπάθεια και με αφήνει να περάσω στα ενδότερα, έξω στην επανάσταση της γαλήνης. Τότε ακριβώς αναρωτιέμαι αν όποιος φεύγει από τον παλιό κακό του εαυτό θεωρείται μετανάστης. Τότε ακριβώς αναρωτιέμαι αν το πάτωμα του ωκεανού είναι ο αφρός ή ο βυθός και αν οι παλιοί βασιλιάδες της Αιγύπτου και της Περσίας που θάφτηκαν με όλα τα πλούτη τους γνώριζαν εξαρχής την ισοτιμία της ζωής με τον θάνατο. Είσαι η μόνη που ξέρω γιατί δεν μου φτάνει να ξέρω τα πάντα…

Είσαι η μόνη που ξέρω σ’ έναν κόσμο με δισεκατομμύρια ανθρώπους που δηλώνουν σπίτια, ιδιότητες και πρωτιές. Δεν μου καίγεται καρφί στ’ αλήθεια, το μόνο που με νοιάζει είναι που έχω ένα παραμύθι, μια ιστορία φανταστική που δεν συνέβη ποτέ και πουθενά και οι ήρωες της δεν υπήρξαν ποτέ, σε καμία γη και μου την διαβάζεις μόνο εσύ… εσύ να με ξεγελάς κάθε βραδύ, μόνο εσύ…Να μοιράζεις την τράπουλα του χρόνου και να παίζουμε. Όποιος κερδίζει θα λέει ένα μυστικό του μέχρι να μείνουμε διάφανοι. Ύστερα θα φιληθούμε και πάλι το βάθος θα μας καταπιεί και πάλι θα μοιράσουμε την τράπουλα.

Είσαι η μόνη που ξέρω όταν είμαι ο εαυτός μου.

Christos Koukis

About Christos Koukis

Ήθελε τόσο να μεγαλώσει και τα κατάφερε στην Αθήνα. Ήθελε τόσο να σπουδάσει σε ένα πιο βαρετό ίδρυμα από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο μα στάθηκε άτυχος. Ήθελε τόσο να ταξιδέψει σε πολλά και διαφορετικά μέρη που κάπου ανάμεσα ξέχασε το μυαλό του. Η κακιά η ώρα τον έκανε ποιητή και του μπέρδεψε μια μελωδία στην γλώσσα. Λατρεύει την σοκολάτα και κάθε παράγωγο της φαντασίας. Δεν του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του όταν είναι μπροστά ο ίδιος. Πάντα θυμάται πως δεν είναι όσα λένε οι άλλοι πως είναι.