Γράφει η Αμαλία Δημητροπούλου…

Η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα(Φεβρουάριος 1994) την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου- ημέρα που ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε το 1919 στην Αμισό (Σαμψούντα) και οι σελίδες της σύγχρονης ιστορίας γέμισαν με αίμα- ως Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου.

Με τον β’ ελληνικό αποικισμό της αρχαιότητας κατοίκησαν συνεχώς τις νότιες ακτές του Ευξείνου Πόντου, στη βόρεια Μικρά Ασία, συνέχισαν στους προ-βυζαντινούς χρόνους, ήκμασαν και προόδευσαν, με την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, το τελευταίο ελληνικό βασίλειο που έπεσε στα χέρια των Οθωμανών το 1461, λίγο μετά τη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Παρά το γεγονός ότι ήταν αποκεκομμένοι από τους συμπαγείς ελληνικούς πληθυσμούς της μητροπολιτικής Ελλάδας και της Μικράς Ασίας, οι Πόντιοι διατηρούσαν ισχυρούς δεσμούς , αυξημένη παρουσία και αν και αποτελούσαν μειονότητα , γρήγορα κυριάρχησαν στην οικονομική ζωή της περιοχής.

Εξοντώθηκαν συστηματικά και βάσει σχεδίου από το τουρκικό κράτος, με ένα όργιο οργανωμένης βίας από μαζικές σφαγές, εκτελέσεις , δολοφονίες, διωγμούς, εγκλήματα «ατάκτων», μαζικές εκτοπίσεις και τάγματα εργασίας(Αμελέ Ταμπουρού). Μέσα σε λιγότερο από 10 χρόνια (1914 -1923), συντελέστηκε ένα φρικτό και απάνθρωπο έγκλημα που εξολόθρευσε οριστικά από τον Πόντο ,το πανάρχαιο και εκλεκτό τμήμα του Ελληνισμού που ζούσε εκεί.

Η εξόντωση των μη μουσουλμανικών λαών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ξεκίνησε με εκτοπισμούς και τάγματα εργασίας από το 1914. Ο τελικός απολογισμός της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα, υπολογίζει 1.500.000 θύματα για τους Αρμενίους και 250.000 για τους χριστιανούς Ασσυρίους. Στο ίδιο πλαίσιο οργανώθηκε και εκτελέστηκε το σχέδιο εξόντωσης των Ποντίων, σποραδικά από το 1914 και μετά.Η εθνοκάθαρση τους δεν διακόπηκε, με τους τσέτες να δρουν άτακτοι, ακόμα και όταν οι Οθωμανοί κατέληξαν στηνπλευρά των ηττημένων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η εθνοκάθαρση των Ποντίων ακολούθησε την ίδια πορεία όπως και η Αρμενική με τις απελάσεις και τις σφαγές. Επειδή όμως οι Αρμένιοι προηγήθηκαν , οι Έλληνες πρόλαβαν με ένα σχετικό τρόπο, να οργανωθούν και να αντισταθούν, καταφεύγοντας προσωρινά στα βουνά ή σε ξένα κράτη. Ως αποτέλεσμα, οι εκτοπίσεις και σφαγές σε αυτό το πρώτο στάδιο σφαγής, οδήγησαν στην εξάλειψη μεγάλου μέρους του ποντιακού πληθυσμού μέχρι το τέλος του πολέμου.

Η δεύτερη και τελική φάση της σφαγής, άρχισε ουσιαστικά, με την άφιξη του Μουσταφά Κεμάλ στην Αμισό (Σαμψούντα), και τη συστράτευση μαζί του γνωστών κατά τόπους εγκληματιών από τα προηγούμενα χρόνια, όπως π.χο Τοπάλ (κουτσός) Οσμάν και εξασφαλίζοντας τη συνεργασία τους, άρχισε η εκστρατεία τρόμου για την εξολόθρευση των Ποντίων. Καθώς μεγάλο μέρος του αντρικού πληθυσμού σε ορισμένες περιοχές του Πόντου είχαν ήδη καταφύγει στα ορεινά ως φυγόστρατοι , οι διάφοροι τσέτες , έκαναν επιδρομές σε ελληνικά χωριά εκεί όπου είχαν απομείνει τα γυναικόπαιδα και προέβαιναν σε λεηλασίες και δολοφονίες. Τρόποι εκτέλεσης ήταν να φυλακίζουν το σύνολο του πληθυσμού των χωριών στις σπηλιές όπου αυτό ήταν δυνατό , να σφραγίζουν την είσοδο του σπηλαίου και να τους καίνε ζωντανούς. Εκκλησίες, έγιναν αποτεφρωτήρες ζωντανών ψυχών. Εκτοπισμοί των πληθυσμών μέσα στο χειμώνα, χωρίς να επιτρέπουν τη στάθμευση τους σε κατοικημένα μέρη, αλλά μόνο σε έρημα και εκτεθειμένα στις χειμερινές συνθήκες, με βασικό στόχο την εξόντωσή τους, εφόσον θα ήταν αναγκασμένοι να διαμένουν στην ύπαιθρο και επιπλέον δεν θα μπορούσαν να προμηθευτούν τρόφιμα. Τους απαγόρευαν να δώσουν βοήθεια στους γέρους γονείς ή στα ανήλικα παιδιά και στους αρρώστους, οι οποίοι εγκαταλείπονταν στα φαράγγια και στα δάση και πέθαιναν από την πείνα ή αποτελειώνονταν από τους στρατιώτες. Ειδικοί λουτρώνες , οι οποίοι ιδρύθηκαν δήθεν για στρατιωτικούς λόγους, ήταν σημεία που τα κυβερνητικά και αστυνομικά όργανα οδηγούσαν τους μετατοπιζόμενους, τους εξανάγκαζαν να λουσθούν με την επίκληση λόγων υγιεινής. Έβαζαν κατά εκατοντάδες άνδρες, γυναίκες και παιδιά στα λουτρά, γυμνούς με θερμοκρασία 40 βαθμών. Τα ενδύματά τους εν τω μεταξύ λεηλατούνταν. Όταν έβγαιναν από το λουτρό, εξαναγκάζονταν σε παραμονή στο χιόνι με θερμοκρασία κάτω του μηδενός περιμένοντας επίσκεψη του αστυνόμου για καταμέτρηση, ο οποίος ποτέ δεν ερχόταν πριν από μια ώρα, ενώ άλλη μια ώρα περίμεναν το γιατρό για ιατρική επιθεώρηση. Κατά την επιθεώρηση χαρακτηρίζονταν άρρωστοι οι νεώτεροι και υγιέστεροι, οι οποίοι θανατώνονταν κατά την αποστολή στο νοσοκομείο.

Επιπλέον το 1921 συστήθηκαν στην πόλη της Αμάσειας τα ‹‹Δικαστήρια Ανεξαρτησίας›› για να δικάζουν τους ‹‹Έλληνες επαναστάτες›› όπως τους είχαν βαφτίσει. Τέτοια Δικαστήρια ιδρύθηκαν και στο Ικόνιο και την Κασταμονή αλλά χειρότερο όλων αποδείχθηκε αυτό της Αμάσειας. Εκεί με συνοπτικές διαδικασίες, εξέδιδαν αυθαίρετες αποφάσεις που οδηγούσαν σε θανατικές καταδίκες, χωρίς να επιτρέπεται βεβαίως καμία άμυνα από τους προσφυγές και οι οποίες οδηγούσαν άμεσα σε απαγχονισμούς. Μεταξύ των θυμάτων ,Έλληνες εκπαιδευτικοί τουαμερικάνικου κολλεγίου Μερζιφούντας και των ελληνικών σχολείων της περιοχής ,εξέχοντες ηγέτες της κοινότητας, κληρικοί, κατά τραγικό τρόπο, όλα τα μέλη της ελληνικής γυμνασιακής ομάδας ποδοσφαίρου Μερζιφούντας του Πόντου.

Ο εικοστός αιώνας στιγματίστηκε από τρεις μεγάλες γενοκτονίες: των Εβραίων, των Αρμενίων και των Ελλήνων του Πόντου της Θράκης και της Μικράς Ασίας. Ωστόσο, αυτή των Ελλήνων του Πόντου έχει τις εξής ιδιαιτερότητες: σε αντιδιαστολή με τη γενοκτονία των Εβραίων ,για τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας και ειδικότερα του Πόντου εφαρμόστηκαν όλα τα είδη εξόντωσης. Επίσης στην περιοχή του Πόντου η γενοκτονία έγινε ολοκαύτωμα, δηλαδή η ακριτική αυτή ράτσα, γνωρίζοντας καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη την τουρκική σκληρότητα και σατανικότητα, σε αρκετές περιπτώσεις αντιστάθηκε σθεναρά επί σειρά ετών.

Η πρακτική εξόντωσης των χριστιανών της Μικράς Ασίας επισημοποιήθηκε με απόρρητο έγγραφο-διαταγή του υπουργού Εσωτερικών Ταλαάτ πασά προς τους βαλήδες (νομάρχες) της Ανατολίας, με πρώτο στόχο τους Αρμενίους: «Αίρεται ολοσχερώς το δικαίωμα στην εργασία και στη ζωή όλων εντός της τουρκικής επικρατείας. Η κυβέρνηση έχει την πλήρη και αποκλειστική ευθύνη για το ζήτημα. Να μην εξαιρεθούν ούτε τα μωρά της κούνιας. Σε άλλο σημείο ‹‹ Πριν εγκαταλείψουν τις περιοχές τους, υποχρεώστε τους Έλληνες να υπογράφουν βεβαιώσεις στις οποίες να δηλώνουν ότι εγκαταλείπουν τις οικίες τους οικειοθελώς, με δική τους πρωτοβουλία. Αυτό είναι αναγκαίο, για να μην προκύψουν αργότερα πολιτικά ζητήματα». Έχοντας υπολογίσει λοιπόν τις διεθνείς αντιδράσεις, οι Τούρκοι φρόντισαν να καλύψουν τα εγκλήματά τους προσδίδοντάς τους  νομιμοφάνεια.

Σήμερα πια περίπου 100 χρόνια μετά , η Τουρκία δεν έχει ακόμα αναγνωρίσει την εκκαθάριση Αρμενίων και Ελλήνων ως Γενοκτονία. Γιατί; Τα ιστορικά στοιχεία δεν είναι επαρκή; Κι αν είναι επαρκή, δεν υπάρχουν ικανοί μελετητές της ιστορίας στην Τουρκία; Πώς εξηγείται η σύγχρονη τουρκική στάση;

Η ίδια η φύση του εθνικιστικού Τουρκικού κράτους που προήλθε μέσα από τις Γενοκτονίες, προϊόν της συντηρητικής επανάστασης των Νεότουρκων, ο διακηρυγμένος στόχος της ομάδας των εθνικιστών στις αρχές του 20ου αι., δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι αποτελεί και τον κεντρικό πυλώνα του θεμέλιου ιδρυτικού μύθου της Τουρκίας, το εθνικό δόγμα της, εφαρμοσμένο σε όλους τους τομείς της κοινωνίας. Η σύσταση της σύγχρονης Τουρκίας καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από τα σωζόμενα στελέχη της Επιτροπής Ένωσης και Προόδου που είχαν πρωταγωνιστικούς ρόλους στην εθνοκάθαρση της Ανατολίας ,οι ίδιοι που σήμερα τιμούνται ως εθνικοί ήρωες, και πατέρες του έθνους. Είναι αυτοί που καθόρισαν τη σημερινή τούρκική εθνική ταυτότητα στις πρώτες μέρες της σύστασης της.

Η Τουρκία αντιδρά και αντιδρά με έντονη ενόχληση στο άκουσμα του όρου “γενοκτονία ” της οποίας η μνεία είναι γνωστό ότι προκαλεί σε πολλούς από τους πολίτες της μια σχεδόν αποπληκτική κατάσταση. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού είναι αποκλεισμένο από την πραγματικότητα μέσω του κρατικού εκπαιδευτικού συστήματος εθνικιστικής έμπνευσης, και μέσω των περισσότερων ΜΜΕ στην Τουρκία που δεν διαφωτίζουν. Η φτώχεια, στην οποία ζουν πολλοί Τούρκοι πολίτες, οι οποίοι δεν έχουν τη δυνατότητα να ταξιδέψουν στο εξωτερικό, διαιωνίζει αυτόν τον αποκλεισμό. Αλλά και εκείνοι που ζουν στην Ευρώπη, Αμερική και Αυστραλία , περισσότεροι από 15 εκατομμύρια ,οικονομικά ευκατάστατοι και πολλοί εξ αυτών μορφωμένοι, διατηρούν την ίδια απορριπτική στάση. Το πρόβλημα δεν φαίνεται να είναι στην έλλειψη μόρφωσης αλλά στην κρατική προπαγάνδα μέσω τηςεκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες. Αλλά και την άρχουσα τάξη, δεν συμφέρει η αναγνώριση των κακουργημάτων. Ο πλούτος του κράτους και των “μεγάλων τζακιών” της Τουρκίας, βασίζεται στην κατάχρηση των περιουσιών των σήμερα απόντων μη μουσουλμάνων. Εάν αναγνωριστούν οι γενοκτονίες, εγείρονται και θέματα αποζημιώσεων, οι οποίες φυσικά δεν συμφέρουν το κράτος. Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα οι πιο διαλλακτικοί επιμένουν να συμβουλεύουν με την προτροπή της αποφυγής της λέξης , ώστε να μη θεωρηθεί πρόκληση και με τον τρόπο αυτό να επιτευχθεί η συνέχεια του διαλόγου . Παρ ‘όλα αυτά, οι πιο προσεκτικές αναλύσεις δείχνουν ότι αυτό που προκαλεί την οργή της Τουρκίας δεν είναι το ζήτημα της «ορθής ορολογίας», αλλά αυτό που κρύβεται από πίσω : τη θεμελιώδη παραδοχή ότι ένα έγκλημα έχει διαπραχθεί.

Η αναγνώριση των πράξεών τους ως εγκλήματα θα απαιτούσε μια σοβαρή επαναξιολόγηση της ταυτότητας των ίδιων των πολιτών του τουρκικού έθνους. Και μια τέτοια παραδοχή πρέπει να παραδεχτούμε ,πως θα ήταν μια τρομακτική συνειδητοποίηση, ακόμα και για μια χώρα με λιγότερο εύθραυστη εθνική ταυτότητα και ισχυρότερη δημοκρατική βάση από αυτή της Τουρκίας. Πράγματι, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πως θα μπορούσε να απορροφηθεί από μια κοινωνία το σοκ μιας τέτοιας ανατροπής. Το αναπάντητο ερώτημα είναι κατά πόσον ο λαός της Τουρκίας είναι πρόθυμος και ικανός να κατασκευάσει μια νέα εθνική ταυτότητα που θα του επιτρέψει να αποδεχτεί τους ιδρυτικούς τους μύθους όπως πραγματικά είναι.

Ωστόσο, είναι ηθικά αναγκαίο, να μην παραβλέψουμε πως υπάρχει μια σχετικά περιορισμένη αλλά ενεργητική πολιτικοποιημένη αστική κοινωνία που έχει τη διάθεση μετωπικής σύγκρουσης με τους ιδρυτικούς της μύθους, εκεί ακριβώς που βρίσκεται το σημείο σύγκλισης και απόκλισης με την ιστορία. Βιβλία λαογραφίας, έρευνας, ιστορίας και λογοτεχνίας με ‹‹επικίνδυνα θέματα›› βλέπουν πια το φως της δημοσιότητας. Διατριβές, διπλωματικές, πτυχιακές και μεταπτυχιακές εργασίες, διδακτορικά και πολλές πανεπιστημιακές δημοσιεύσεις στα τουρκικά πανεπιστήμια απογυμνώνουν καθημερινά τη σκοταδιστική και τρομοκρατική πραγματικότητα που σκηνοθετήθηκε από το τουρκικό κράτος. Σε λίγα αλλά σημαντικά πανεπιστήμια, κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, υπάρχουν προσεγγίσεις που διαφέρουν από τη γνωστή κρατική προπαγάνδα. Δημοσιογράφοι, άνθρωποι προικισμένοι με θάρρος και κουράγιο, γνωρίζοντας τις διώξεις που τους περιμένουν ή ακόμη χειρότερα, τις σκοτεινές δυνάμεις του παρακράτους, ανοίγουν και αποκαλύπτουν συνεχώς ανέγγιχτα θέματα.

Η προσωρινή οικονομική ευμάρεια, το άνοιγμα των συνόρων και κυρίως η απρόσκοπτη πρόσβαση στη γνώση μέσω της πληθώρας των μέσων πληροφόρησης έκανε εφικτό αυτό που με τα όπλα και τη βία ήταν ανέφικτο. Επιπλέον, πολλοί Τούρκοι, που μεταναστεύουν σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις, έρχονται μοιραία αντιμέτωποι με τις κρυφές αλήθειες. Τα παιδιά τους μορφώνονται σε ελεύθερα πανεπιστήμια, ζυμώνονται με «άλλες» γνώσεις που κάποια από αυτά θα τις μεταφέρουν πίσω στον τόπο τους. Και οι αλήθειες αποκαλύπτονται σαν χείμαρρος.

Επιπλέον, εντός κοινωνικού ιστού, θα ήταν απίθανη η αφομοίωση των Κούρδων, ενώ τα εγγόνια των κρυφών εξισλαμισμένων Αρμενίων και Ποντίων αρχίζουν να αναζητούν τις ρίζες τους. Σήμερα όλοι αυτοί συνυπάρχουν με τις πολυποίκιλες εκείνες ομάδες ανθρώπων, που για διαφορετικούς λόγους βρίσκονται στο περιθώριο της κοινωνίας. Τώρα πια, αυτοί που ξέρουν και τολμούν, που αντιστέκονται και μιλούν, είναι πολύ περισσότεροι από αυτό που θα αποκαλούσαμε ισχνό περιθώριο. Είναι τα παιδιά, τα εγγόνια, ακόμη και τα δισέγγονα αυτών, που όχι μόνο γνωρίζουν, αλλά και απαιτούν την αναγνώριση της ταυτότητάς τους. Μαζί τους και κάποια από τα παιδιά, τα εγγόνια ή τα δισέγγονα αυτών που κάποτε ήταν από την άλλη μεριά του στρατοπέδου, στη μεριά της αδίστακτης εξουσίας και των συνεργατών της. Είναι ενεργοί πολίτες, συμμετέχουν σε συλλόγους με πλούσιες δραστηριότητες, έχουν συνείδηση της αξίας της ανεκτίμητης κληρονομιάς και ιστορίας τους. Φαίνεται ότι η πολιτική του τουρκικού κράτους, να δημιουργήσει ένα ενιαίο εθνικό κράτος με μια ενιαία θρησκεία και γλώσσα, έχει πλέον σοβαρές διαρροές. Εκτός Τουρκίας, οι Αρμένιοι συνεχίζουν να απαιτούν δικαιοσύνη και αποκατάσταση. Οι Ασσύριοι άρχισαν να οργανώνονται και να διεκδικούν τα δικαιώματά τους. Ξένα κράτη αναγνωρίζουν τη Γενοκτονία Ποντίων, Αρμενίων και Ασσυρίων. Πλέον, υπάρχει ένα τεράστιο ευρωπαϊκό πολιτικό σώμα που δηλώνει και επίσημα επίγνωση σχετικά με τα πραγματικά γεγονότα της γενοκτονίας στην Τουρκία 1914-1923, και δυσκολεύει την κάλυψη πίσω από πολιτικές άρνησης.

Από τη δολοφονία του Αρμένιου δημοσιογράφου Χραντ Ντινκ και τις διαδηλώσεις στο πάρκο Gezi , υπάρχει ένα αυξανόμενο μέρος της κοινωνίας των Τούρκων πολιτών , που φαίνεται να είναι έτοιμο να αποδεχτεί και να αντιμετωπίσει αυτή την πρόκληση, είναι αυτοί που ανοίγουν δρόμους ελπίδας, που διέπονται από το πνεύμα της αλληλεγγύης, της δικαιοσύνης και της ελευθερίας.

Ταυτόχρονα βέβαια υπάρχει και το ελλαδικό πολιτικό σύστημα , που κάποιες φορές για να μην διαταράξει την πολύ- διαφημισμένη πλην ατελέσφορη ‹‹ελληνο-τουρκική φιλία ››, κάποιες για να μην αποκαλυφθεί η αδυναμία ανάληψης πολιτικών ευθυνών και παγίως, γιατί δεν υπάρχει το ηθικό ανάστημα να προβάλει οποιαδήποτε ανθρωπιστική αξίωση στον διεθνή στίβο, αποσιωπά κάθε αναφορά σε ‹‹γενοκτονία ››

Στην ιστορία, τουλάχιστον στην καθιερωμένη εκδοχή της,  το παρελθόν είναι συντελεσμένο, έχει «ήδη γίνει» και «οι νεκροί έχουν ενταφιαστεί». Συνήθως δε η έρευνα και η μελέτη του παρελθόντος απαιτούν την παρέλευση ορισμένου – μεγαλύτερου ή μικρότερου – χρονικού διαστήματος που δημιουργεί την «απόσταση ασφαλείας».  Στη μνήμη, ωστόσο, ατομική και συλλογική, το παρελθόν αν και συντελεσμένο και οι πράξεις μη αναστρέψιμες , «οι νεκροί επιστρέφουν» μέσα από πολλούς δρόμους. Η θύμηση, η μνημόνευση, το πένθος ανασυγκροτούν το χρόνο. Στην περίπτωση της γενοκτονίας αυτός ο χρόνος είναι συνδεδεμένος με τα θύματα, και όχι με τους θύτες. Οι νεκροί επιστρέφουν και «ξαναζούν» μέσα από εμάς αλλά και μαζί με εκείνους που τους θυμούνται και τους μνημονεύουν. Και εμείς θα πρέπει να ζήσουμε με ενοχές αν αποδεχτούμε την άρνηση , την καταστολή ή την ελαχιστοποίηση της γενοκτονίας.

Αν συνειδητοποιήσουν οι άνθρωποι ότι η γενοκτονία δεν είναι μόνο ένα έγκλημα κατά της Ανθρωπότητας αλλά και η αυτοκαταστροφή της , τότε θα καταφέρουμε να κάνουμε ένα βήμα πιο κοντά στην αναγνώριση των γενοκτονιών αλλά και της διαδικασίας διόρθωσης ως απαραίτητη θεραπεία του εγκλήματος κατά της Ανθρωπότητας.