Άφησα τα μάτια μου στις διαθέσεις του ορίζοντα, εκεί που η ελευθερία αναπτερώνει την σκέψη κι ούτε μια ρυτίδα δεν πήρε τέτοιο ρίσκο να μας πάρει στο κατόπι κι ούτε μια ενοχή δεν θορυβήθηκε προκειμένου να ακολουθήσει. Δεν ξεβολεύεται ο φόβος για να γνωρίσει το άγνωστο γιατί έτσι θα χάσει την αίγλη του και την γοητεία του. Δεν ξεκουνιέται για να αλλάξει – θα πείραζε τόσο πολύ άλλωστε – γιατί έτσι θα κέρδιζε γνώση κι αυτό απαγορεύεται ρητά. Υποθέτω είναι ιδρυτικός νόμος του φόβου η αμάθεια και πρωτίστως η ημιμάθεια. Πώς τα ξέρω όλα αυτά; Μα είναι απλό : κατασκοπεύω τον εαυτό μου όταν είναι μόνος του. Κατασκοπεύω όταν δεν είμαστε ούτε στον Παράδεισο ούτε και στην Κόλαση μα στο ενδιάμεσο, στο πραγματικό γυαλί του κόσμου. Αυτό που κόβει το λίγο σε μεγάλα κομμάτια για να φαίνεται σπουδαίο και το πολύ το αφήνει αρτιμελή για να είναι σπουδαίο. Άφησα τα μάτια μου στις ορέξεις του ορίζοντα, μπορεί να αλλάξω τον κόσμο απόψε ή μια νύχτα σαν αυτήν.

Κατασκόπευα από μικρός τον εαυτό μου και κρατούσα αρχείο και σημειώσεις, κρατούσα συνήθειες και μικροχαρές, πίκρες και αποφάσεις. Τα κανονικά παιδιά δεν θα το έκαναν ποτέ και σε καμιά εποχή.

Τις παλιές μέρες ήταν τόσο όμορφο να μην είσαι κανονικός. Η ονειροπόληση ήταν αυτοάνοσο και η άσκοπη περιήγηση κάτι σαν τίτλος ευγενείας. Αλλεργικοί στα δήθεν προάστια και στη δύναμη που γίνεται βία απλώς για να αντέξει και να επιβιώσει. Ο νικητής κερνούσε και ο χαμένος…μα τι λέω; Δεν υπήρχε χαμένος, πρώτος και δεύτερος. Υπέροχες συζητήσεις κάτω απ’ τον ίσκιο ενός βιβλίου και ένα δυο κέρματα για το τηλέφωνο της καληνύχτας. Φιλίες στο χωμάτινο μονοπάτι για μια μακρινή παραλία. Ανυποψίαστοι απέναντι στον καλπασμό της διασημότητας και αναγνωρίσιμοι μόνο από την αγάπη μας για κάποια πράγματα. Τις παλιές μέρες η ηλιθιότητα για να μας ενοχλήσει χρειαζόταν ένταλμα. Παραμείναμε παιδιά μη κανονικά που χαλάσαμε ότι μας είχανε ετοιμάσει για να ζήσουμε. Παραμείναμε μη κανονικά αγόρια και κορίτσια και δεν είμαστε αυτοί που θέλανε οι άλλοι να γίνουμε…

Άφησα τον ορίζοντα στις διαθέσεις των ματιών μου, εκεί που η ελευθερία δένεται στην κοιλιά της σκέψης για να περάσει ανενόχλητη από τον μονόφθαλμο κόσμο των selfies και τον ακριβό τρόπο να βυθιστείς στην φτώχεια. Θα πάμε να ανατινάξουμε το μηδέν, να αποδεσμευτούν τόσοι και τόσοι άγνωστοι αριθμοί. Θα ερχόταν μαζί μας και ο φόβος μα δεν έχει να πληρώσει ούτε για ένα ποτήρι νερό, πόσο μάλλον για φωτιά…πώς το ξέρω; Μα σας είπα, κατασκοπεύω ότι με αντιπροσωπεύει, ότι μέσα μου αντιστέκεται και συντηρεί. Κατασκοπεύω τις εξόδους κινδύνου της πτώσης και παρατηρώ τα μεσάνυχτα ως αφετηρία. Είναι υπόθεση μελωδίας ο κόσμος και πόσο θα κρατηθείς μέσα στο σύστημα παραμένοντας μη κανονικός, δηλαδή ειδικός στην απλότητα του ανθρώπινου παράγοντα. Άφησα τον ορίζοντα και τα μάτια μου και έστρεψα την προσοχή μου εκεί που μου δείχνουν.

Κορίτσια της διπλανής ομορφιάς και αγόρια με τα μυαλά υποθηκευμένα στην αρετή, μπορούμε να ξαναρχίσουμε αυτόν τον κόσμο απόψε ή μια νύχτα σαν και αυτήν.

Christos Koukis

About Christos Koukis

Ήθελε τόσο να μεγαλώσει και τα κατάφερε στην Αθήνα. Ήθελε τόσο να σπουδάσει σε ένα πιο βαρετό ίδρυμα από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο μα στάθηκε άτυχος. Ήθελε τόσο να ταξιδέψει σε πολλά και διαφορετικά μέρη που κάπου ανάμεσα ξέχασε το μυαλό του. Η κακιά η ώρα τον έκανε ποιητή και του μπέρδεψε μια μελωδία στην γλώσσα. Λατρεύει την σοκολάτα και κάθε παράγωγο της φαντασίας. Δεν του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του όταν είναι μπροστά ο ίδιος. Πάντα θυμάται πως δεν είναι όσα λένε οι άλλοι πως είναι.