Το βάθος ανατέλλει και μας ανοίγεται σαν διαβασμένο βιβλίο όταν μαχόμαστε και δεν παραδινόμαστε τόσο εύκολα στα φθηνά κόλπα της επιφάνειας. Το βάθος είναι ένα διάφανο υφαντό, αυτό που ανατριχιάζει και ανοίγει τους πόρους του μέλλοντος. Ένας φλεγόμενος αέρας για έτοιμα πνευμόνια και ένα «αχ» που καίει το παρελθόν και καλωσορίζει την ηδονή του νέου. Άλλωστε τόσοι και τόσοι ναοί βυθίστηκαν και ούτε μια σταγόνα από το βάθος τους δεν πειράχτηκε. Μοιάζει με τα τολμηρά μηνύματα που μας στέλνουν οι απέναντι ακτές και την μνήμη που ζει ανάμεσα στην σκιά και τη μη σκιά. Το βάθος είναι διπλής κατεύθυνσης όνειρο.

Να γράψω τον εαυτό μου, αυτό μου ζήτησες και σου είπα πως είναι το πιο εύκολο. Αρκεί να μου συγχωρείς τις εποχές της σιωπής μου, αρκεί να μου φωνάζεις να έρθω όταν ξεχνιέμαι στα λάθη μου. Αρκεί να μου στέλνεις μια λευκή κόλλα χαρτί πότε τυλιγμένη σε μια πέτρα και πότε κομμένη στο σχήμα της κίνησης και πάντα πάντα να μου την ζητάς πίσω σχηματισμένη και με καλή ανατροφή. Να γράψω τον εαυτό του καθενός ολόκληρο και ως μέρος ενός συνόλου.

Θέλω να νοσταλγήσω, να μην μετανιώσω, να βγω και να πω παλιές ιστορίες, να διηγηθώ όσα περάσανε και όσα δεν γίνανε ποτέ. Να γυρίσω όλους τους δρόμους και να μάθω τι να σημαίνουν όλα αυτά τα περίεργα ονόματα που κάποιοι άγνωστοι τους δίνουν. Να γυρίσω όλες τις σκέψεις σου και να διαλέξω όλες αυτές που δεν με βολεύουν. Να σου πάρω ένα δώρο κι ας μην γιορτάζουμε τίποτα παραπάνω από το παρόν. Να κόψω όλα τα μπετονένια μέρη της παραλίας και να σου προσφέρω ότι φυτρώνει από κάτω. Να σου τραγουδήσω ένα νανούρισμα καλύτερα και από τα κύματα της δύσης. Δυο φορές να μου πεις για την αγάπη και τις δυο φορές να κοιταχτώ το ίδιο στα μάτια σου και να δικαιώσω το μαγικό και το άυλο. Να κλέψω τους στίχους της θάλασσας και να γίνω ποιητής. Να πάρω τηλέφωνο τις ευκαιρίες που μου δόθηκαν και να πω ένα ευχαριστώ και έπειτα να τρέξω, να τρέξω, να τρέξω ώσπου να κουραστούν να με κυνηγούνε τα δεινά αυτής της πόλης. Να κρατήσω την υπόσχεση που σας έδωσα : να απογοητεύσω την απελπισία, να αραιώσω την ματαιοδοξία και να διαλύσω τις προκατασκευασμένες αντιλήψεις. Θέλω να γράφω σε ένα περιοδικό που θα το διάβαζε στο ίδιο λεωφορείο η Μαγδαληνή, η Σανέλ και η Σιμόν.

Ονειρευτήκαμε μεγάλα και ξύπνια ακροατήρια και αίθουσες γεμάτες λόγια με ήχο και γλυκούς ψίθυρους. Ανθρώπους που ψάχνουν το αυτονόητο σε αδοκίμαστε συνταγές, που ντύνονται όπως προτάσσει ο ήλιος της κάθε μέρας, που θεωρούν τέχνη το περπάτημα πίσω από τα φώτα των λεωφόρων και την ευγένεια στην ουρά για τον Παράδεισο. Κορίτσια και αγόρια που κλαίνε γιατί μόνο έτσι λερώνει κανείς το αστραφτερό του αμερικάνικου ονείρου. Τραγούδια που γίνονται ψαλμοί και τα χείλη κεριά αναμμένα…και μια παρέα από φωνές που γίνονται τραγούδια. Ο χρόνος χορεύει και εμείς ένα μικρό ταμπούρλο, ένα έμψυχο ταμπούρλο.

Ονειρευτήκαμε, ονειρευόμαστε και θα ονειρευόμαστε. Το βάθος του χρόνου, ο χρόνος στο βάθος και πώς αλλιώς…

Christos Koukis

About Christos Koukis

Ήθελε τόσο να μεγαλώσει και τα κατάφερε στην Αθήνα. Ήθελε τόσο να σπουδάσει σε ένα πιο βαρετό ίδρυμα από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο μα στάθηκε άτυχος. Ήθελε τόσο να ταξιδέψει σε πολλά και διαφορετικά μέρη που κάπου ανάμεσα ξέχασε το μυαλό του. Η κακιά η ώρα τον έκανε ποιητή και του μπέρδεψε μια μελωδία στην γλώσσα. Λατρεύει την σοκολάτα και κάθε παράγωγο της φαντασίας. Δεν του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του όταν είναι μπροστά ο ίδιος. Πάντα θυμάται πως δεν είναι όσα λένε οι άλλοι πως είναι.