Για πολλά χρόνια δεν μπορούσα να κατανοήσω πλήρως την έκφραση «Όλα του γάμου δύσκολα». Όπως και την «Δεν υπάρχει κηδεία χωρίς γέλια και γάμος χωρίς κλάματα». Με τον καιρό όμως έρχονται και οι απαντήσεις… Ή καλύτερα με τα βιώματα… Ό,τι και να λένε για το γάμο και όσο και αν συνεχίζω να το θεωρώ εφιάλτη να βλέπω στον ύπνο μου ότι παντρεύομαι, πιστεύω σε αυτούς. Γιατί αυτή η δυσκολία που υποκρύπτουν δημιουργεί τελικά τη μαγεία τους.

Πριν μερικά χρόνια ήμασταν στο σπίτι μιας φίλης με ακόμα δυο φίλους. Ο ένας χώριζε και το συζητούσαμε. «Δεν περνάω πια καλά. Με τόσα προβλήματα, δεν περνάω καλά» είχε πει. «Τον άνθρωπο δίπλα σου τον έχεις για να περνάς καλά. Δε θέλω άλλο, τέλος». Καθόμασταν στο σαλόνι. Το συζητούσαμε ώρες. Η γιαγιά της φίλης μας ήταν στην κουζίνα όλη αυτή την ώρα κι έκανε δουλειές. Κάποια στιγμή ήρθε στο σαλόνι να μας χαιρετήσει γιατί έφευγε. «Άμα θέλετε να περνάτε καλά να πάτε στα κέντρα διασκεδάσεως. Άμα θέλετε να έχετε γάμο και οικογένεια θα μάθετε να γονατίζετε ή να σηκώνετε τον άλλο αν έχει γονατίσει αυτός».

Με το Ντίνο γνωριστήκαμε την πρώτη μέρα στο Πανεπιστήμιο. Μπήκα στο μεγάλο κεντρικό αμφιθέατρο σαν το χαμένο, περιφέρθηκα δειλά ανάμεσα στα έδρανα και επέλεξα να μιλήσω σε ένα αγόρι. «Εδώ δεν έχει μαθηματικά το Α-Λ;» είχα ρωτήσει. «Ναι κάτσε!» μου είχε απαντήσει αποφασιστικά και είχε μαζέψει βιαστικά το σακίδιό του για να αδειάσει τη θέση δίπλα του. Έκατσα δίπλα στο Ντίνο και δεκαεφτά χρόνια τώρα δεν έχουμε σηκωθεί ο ένας δίπλα από τον άλλο.

Λίγα χρόνια μετά υποσχεθήκαμε πως όποιος παντρευτεί πρώτος θα τον παντρέψει ο άλλος. Πριν έξι μήνες μου τηλεφώνησε στη Γενεύη. Πλησίαζαν τα γενέθλιά μου και θα έκανα πάρτι. «Θα έρθω» μου είπε «Δε λείπω από τα πρώτα σου γενέθλια στο εξωτερικό. Ποιοι θα είναι όλοι αυτοί εκεί; Πόσο τους ξέρεις; Θα έρθω. Θα είμαι μαζί σου. Και δεν θα έρθω μόνος. Θα φέρω μαζί και τη μέλλουσα κουμπάρα σου». Και ήρθε! Και εκείνη μαζί του! Η Ελένη. Και μόλις την είδα είπα «Να! Βρήκα την επόμενη κουμπάρα μου!» (Έχω ακόμα τρεις υπέροχες!)

Θυμάστε στο «Μικρές Πατρίδες 2» που σας είχα γράψει ότι στο καράβι της επιστροφής από τις διακοπές μπήκα μόνη; Και ήταν περασμένα μεσάνυχτα; Δεν σας είπα όμως ότι έφτασα σπίτι στις 2 και κοιμήθηκα στις 4 από την υπερένταση. Και δεν σας είπα επίσης και το γιατί. Την επόμενη μέρα το πρωί στις 10 πάντρευα το Ντίνο και την Ελένη στο Δημαρχείο.

Ήρθαν και με πήραν από το σπίτι στις 10 παρά τέταρτο, να πάμε και οι τρεις μαζί. Μόλις μπήκα στο αυτοκίνητο η Ελένη μου έδωσε να κρατάω τις βέρες. Είχαμε καθυστερήσει και ο Ντίνος έτρεχε σαν τον τρελό. Αυτό δεν ήταν διαδρομή για γάμο, ήταν σκηνή καταδίωξης από αστυνομική ταινία. Μέσα στο αυτοκίνητο τα παιδιά άρχιζαν να μου περιγράφουν το σκηνικό που θα αντιμετωπίζαμε στο Δημαρχείο. Η Ελένη είχε τσακωθεί με τη μητέρα της πριν δυο μέρες και δεν μιλιόντουσαν γιατί δεν ήθελε πολιτικό γάμο, ο πατέρας της Ελένης δεν μπορούσε να έρθει γιατί έλειπε σε έκτακτο υποχρεωτικό ταξίδι στην Αμερική, η μάνα του Ντίνου ήταν θυμωμένη γιατί θα ερχόταν ο πατέρας του που χώρισαν πρόσφατα και δεν ήθελε να τον δει και γιατί κουμπάρα θα ήταν και η αδερφή της Ελένης αλλά όχι και ο αδερφός του.

Μου είπαν κι άλλα. Ήμουνα με ελάχιστες ώρες ύπνο, από ταξίδι, είχα σχεδόν ντυθεί με το ζόρι και οριακά μπορούσα να κατανοήσω όλη την παράνοια που μου περιέγραφαν. Δεν καταλάβαινα. Όπως τότε παιδί. Όλα του γάμου δύσκολα. Δεν καταλάβαινα ξανά. Γιατί όλα αυτά; Τι θέλουν όλοι οι τριγύρω άνθρωποι από δυο ανθρώπους που αποφάσισαν να παντρευτούν και αντί να τους στηρίξουν δημιουργούν προβλήματα και γκρίνιες;

Χτύπησε το τηλέφωνο της Ελένης. Ήταν η αδερφή της. Κάτι της είπε και η Ελένη άρχισε να ουρλιάζει. Κάτι μας εξήγησε. Λίγα δευτερόλεπτα μετά άρχισε να ουρλιάζει και ο Ντίνος. Μέσα στην παραζάλη της αϋπνίας μου πήρε λίγα λεπτά να καταλάβω ότι οι δυο μανάδες είχαν αποφασίσει πως και τα δυο αδέρφια έπρεπε να παντρέψουν τα παιδιά και μόλις είχε υπογράψει αντί για μένα ως μάρτυρας και κουμπάρος ο αδερφός του Ντίνου. Όταν μετά από λίγα λεπτά αυτό χώρεσε στο αγουροξυπνημένο κεφάλι μου, ανέβασα πίεση! Ο Ντίνος οριόταν ότι μόλις φτάναμε στο Δημαρχείο θα γινόταν χαμός. Η Ελένη προσπαθούσε να τον ηρεμήσει. Και αφού συνειδητοποίησα πως γλίτωσα το εγκεφαλικό, αποφάσισα να παραμείνω ψύχραιμη, ήρεμη και ευγενής κι εγώ.

Φτάσαμε στο Δημαρχείο και η ατμόσφαιρα ήταν ακόμα χειρότερη από ότι την περίμενα. Κάποιοι από τους συγγενείς προσπαθούσαν να διασκεδάσουν την κατάσταση, αλλά μάταια… Ο Ντίνος πήγε και ζήτησε να σβηστούν τα χαρτιά και να τα φτιάξουμε από την αρχή. Αλλά μάταια… «Πώς είναι έτσι τα μαλλιά σου;» είχε πει η μάνα της στην Ελένη. Όταν τελικά η αντιδήμαρχος ζήτησε στο ζευγάρι να σταθεί απέναντί της για να ξεκινήσει η διαδικασία ο Ντίνος με κοίταξε επιτακτικά και τρυφερά μαζί και μου είπε «Έλα κάτσε δίπλα μου». Κι ας μην είχε σακίδιο να σηκώσει αυτή τη φορά. «Εσύ είσαι η κουμπάρα μου». Τους φόρεσα τις βέρες.

Όλα του γάμου δύσκολα… Αναρωτήθηκα αν οι υπογραφές κάνουν την κουμπαριά… Αν οι υπογραφές κάνουν το γάμο… την οικογένεια…

Στο «Μικρές Πατρίδες 1» σας είχα αναφέρει ένα πολυαναμενόμενο γάμο. Αυτόν του Αντώνη και της Ισμήνης. Τα παιδιά είχαν αποφασίσει πάλι να παντρευτούν πριν δυο χρόνια. Αλλά λίγο η κρίση, λίγο τα επαγγελματικά προβλήματα, λίγο τα μπλεξίματα των τρίτων τους ανάγκασαν να αναβάλλουν το γάμο που τόσο ήθελαν. Οπότε αυτή τη φορά τον περιμέναμε ολόκληρη η παρέα από το σχολείο με μεγάλο ενθουσιασμό. Από 3 χώρες και 5 πόλεις καταφτάσαμε γι’ αυτόν. Οι γάμοι εκτός από το ζευγάρι φέρνουν κοντά και τους φίλους. Παραβρίσκονται στην τελετή για να δείξουν ότι θα είναι εκεί πάντα για το ζευγάρι. Ή αυτό θα έπρεπε να δείχνουν τουλάχιστον.

Με τον Αντώνη είμαστε μαζί από το Δημοτικό. Χαθήκαμε για λίγα χρόνια στο Πανεπιστήμιο λόγω ανωτέρας βίας, αλλά σύντομα ξαναδέσαμε. Είναι ο πρώτος φίλος που έκανα στη ζωή και ο πρώτος μου έρωτας. Γιατί στο Δημοτικό αν δεν ερωτευτείς το φίλο σου ποιον θα ερωτευτείς; Όταν όμως περάσει ο παιδικός έρωτας με τα χρόνια γίνεται κάτι παραπάνω από φιλία. Γίνεται μια ολοκληρωμένη ανθρώπινη σχέση. «Μπορεί να κλάψω και να γίνω ρεζίλι» του είχα πει από την προηγούμενη. «Άμα σε δω γαμπρό μπορεί να κλάψω». Δεν υπάρχει γάμος χωρίς κλάματα είπαμε. Επιτρέπεται. Επιβάλλεται. Αλλά πότε; Ποια στιγμή; Δεν μου είχε τύχει ξανά.

Ο γάμος ήταν την Κυριακή. Τηλεφώνησα στον Αντώνη να δω τι ώρα θα βρεθούμε σπίτι του. «Μην τολμήσεις και βάλεις το σώβρακό σου πριν έρθω. Εγώ θα στο φορέσω» του είπα. Μη σοκάρεστε. Μετά από τριάντα χρόνια δεν υπάρχουν πρόστυχες λέξεις. Δεν υπάρχουν καν πρόστυχα μυαλά! Έχουν ξεπεραστεί τα… «σαρκικά εγκόσμια» και περνάς σε άλλα επίπεδα. Πιο αληθινά. Το είχα πει άλλωστε και στην Ισμήνη πως θα του φορέσω το σώβρακο όταν ντυθεί γαμπρός και γέλασε. Το να σε αγαπάει και να σε δέχεται η γυναίκα του κολλητού σου είναι δύσκολη υπόθεση. Και δεν έχει να κάνει με σένα αλλά με κείνη. Από την Ισμήνη δε χάνεις. Όχι γιατί είσαι καλύτερη, αλλά γιατί απλά δεν τολμάς καν να «παίξεις» μαζί της. Μόνο την αγαπάς. Και σε αγαπάει και κείνη.

Φτάσαμε στο σπίτι του στις 5 περίπου, ο γάμος ήταν στις 7. Καθόμασταν στο σαλόνι, πίναμε, καπνίζαμε και γελούσαμε. Ο Αντώνης ήταν με τη βερμούδα και μα φανέλα μέχρι τις 6.20. Καμιά αίσθηση του χρόνου. Μπήκε στο μπάνιο γιατί τον πιέσαμε. Όταν ντύθηκε (όχι δεν του έβαλα εγώ το σώβρακο) μπήκα στο δωμάτιο να τον δω. Ήταν πιο όμορφος από ποτέ! Για λίγα λεπτά μου θύμισε εκείνο το αγόρι που ερωτεύτηκα όταν ήμουν πέντε χρονών. Αλλά δεν έκλαψα.

Πήγαμε όλοι μαζί στην εκκλησία να περιμένουμε την Ισμήνη. Και περιμέναμε… Όταν την είδα κούκλα να κατεβαίνει από το αυτοκίνητο σκέφτηκα πως άξιζε η αναμονή. Και η δική μας αλλά πιο πολύ αυτή που είχαν κάνει μεταξύ τους όλα αυτά τα χρόνια. Ο Αντώνης μου είχε αφήσει το κινητό του και τους τραβούσα φωτογραφίες καθόλη τη διάρκεια της τελετής. Έπρεπε να βγάλω πολλές πολλές για να έχει να δείχνει με το κινητό του. Περιφερόμουν γύρω τους και τραβούσα, συνέχεια, σχεδόν δεν ένιωσα τίποτα, όπως οι φωτογράφοι. Ήμουν δίπλα από το ιερό για να έχω καλύτερη γωνία. Όταν πλησίασαν μετά το χορό του Ησαΐα, μπήκαν κάτω από το Ευαγγέλιο και ήταν σε απόσταση αναπνοής, είδα τα πρόσωπα τους καθαρά και το ύφος τους. Και δάκρυσα. Και ξαναδάκρυσα. Το κέρατό μου, πάει το μακιγιάζ! Ο Αντώνης της πρώτης Δημοτικού ήταν εκεί, ευτυχισμένος και αποφασισμένος για όλα κάτω από ένα Ευαγγέλιο κι εγώ τον τραβούσα φωτό με το κινητό του. Κι άλλο δάκρυ, κι άλλο, κι άλλο.. μα που έχω βάλει τα τσιγάρα μου; Χρειάζομαι οπωσδήποτε ένα! Και να βγω από εδώ μέσα πριν γίνω ρεζίλι.

Κλαίνε στους γάμους τελικά. Ποια στιγμή; Εκείνη που συνειδητοποιείς. Τι; Δεν μπορώ να σας το πω. Νομίζω πως είναι διαφορετικό για τον καθένα και είμαι πια σίγουρη πως σας έχει τύχει.

Αργά τη νύχτα στο τραπέζι κάτσαμε παράμερα και είπαμε και μερικά πιο βαθιά που να μην σας νοιάζουν. Από αυτά που λες με ένα φίλο στο γάμο του όταν ξέρετε ο ένας ολόκληρη τη ζωή του άλλου και μπορείτε έτσι να «ξεσκονίζετε» τις γωνίες.  «Θα σε κάνω άρθρο» του είπα. «Έλεγα να σε ονομάσω Αντρέα» «Αντώνη να με βάλεις» μου είπε. «Και αν δεν σου αρέσουν αυτά που θα γράψω; Να μην έχεις άλλοθι το ψευδώνυμο;» του είπα. Γέλασε. «Ε, τότε βάλε με Άδωνη, θα το υποστηρίξω». Και γέλασε…

Ο Βασίλης και η Μαργαρίτα είναι ένα από τα ζευγάρια της παρέας μας από το σχολείο. Είναι πολύ αγαπημένοι κι έχουν ήδη ένα υπέροχο αγοράκι. Δεν είναι παντρεμένοι. Στην αρχή δε γινόταν να κάνουν γάμο για διάφορους λόγους και μετά πέρασε απλά ο καιρός… Καθόμουν μαζί τους στο τραπέζι και κάποια στιγμή ήρθε κοντά μας η γιαγιά της νύφης. «Άντε και στα δικά σας τώρα» είπε «Δεν θα παντρευτείτε εσείς; Έτσι θα το έχεις το κορίτσι;» είπε στο Βασίλη. «Μα αφού την έχω ρωτήσει και λέει πως δεν την νοιάζει, δε θέλει» απολογήθηκε εκείνος. «Γονάτισες;» τον ρώτησε η γιαγιά. Ο Βασίλης την κοίταξε μπερδεμένος και η Μαργαρίτα κρυφογέλασε. «Για δοκίμασε να γονατίσεις…» συνέχισε η γιαγιά και του έκλεισε το μάτι φεύγοντας… “Πώς θα της ζητήσεις να σε παντρευτεί αν δεν γονατίσεις μπροστά της;”

Υ.Γ. Το άρθρο είναι αφιερωμένο στους λατρεμένους καινούριους μου κουμπάρους Ντίνο και Ελένη και τους λατρεμένους φίλους Αντώνη και Ισμήνη μαζί με τις θερμότερες ευχές μου να μάθουν πώς να γονατίζουν και πώς να σηκώνουν ο ένας τον άλλο από του γάμου τα δύσκολα. Και να μην ντρέπονται να κλάψουν γιατί καμιά φορά το κλάμα κρύβει τα πιο υγιή συναισθήματα.

Υ.Γ.2 Οι καταστάσεις και τα πρόσωπα είναι αληθινά αλλά τα ονόματα και κάποιες λεπτομέρειες αλλαγμένα. Παρόλα αυτά τον Αντώνη τον λένε Αντώνη.

Υ.Γ.3 Προκαλώ το Βασίλη να γονατίσει.

Maria Kakavani

About Maria Kakavani

Η Μαρία αλλού γεννήθηκε, αλλού πήγε σχολείο, από αλλού είναι η μαμά της από αλλού ο μπαμπάς της, από αλλού οι παππούδες της, αλλού μεγάλωσε, αλλού έζησε, αλλού μετακόμισε για να εγκατασταθεί και αλλού είναι τώρα και συνεχίζει. Γενικά είναι αλλού! Έχει πτυχίο και μεταπτυχιακό (ΜΒΑ) από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και τα έχει κάνει ωραία κορνίζα, μιλάει μερικές γλώσσες αλλά μάλλον όχι τις απαραίτητες και λατρεύει τα media γιατί εκεί γεννήθηκε και εξελίχτηκε επαγγελματικά και γνώρισε τον κόσμο από την αρχή. Πιστεύει από καρδιάς πως παρόλες τις δυσκολίες κάθε πρωί που ξυπνάμε πρέπει να κοιταζόμαστε στον καθρέφτη, να χαμογελάμε και να λέμε «θα τα καταφέρω!» Και να τα καταφέρνουμε!