Πόσους μικρούς θανάτους χρειάζεσαι για να ζήσεις μία φορά; Πόσες μικρές φωτιές χρειάζεσαι για να σβήσεις ότι δεν άναψε μέσα σου ποτέ; Πόσα κομμάτια πρέπει να σπάσεις την καρδιά σου για να χωράει μέσα από το μάτι μιας βελόνας; η απάντηση ανταλλάσσεται για λίγο σκοτάδι, για λίγο αληθινό σκοτάδι.

Πόσες φορές να βοηθήσεις τον εαυτό σου προτού κάποιος άλλος απλώσει το χέρι του; Πόσες φορές πρέπει να γυρίσεις στο παρελθόν σου για να καταλάβεις πως είναι δικό σου; Πόσες φορές να εμπιστευτείς πολιτικούς και τραπεζίτες προτού αποφασίσεις να ζήσεις λιγάκι πιο ελεύθερος; Η απάντηση ανταλλάσσεται με λίγο φως, λιγάκι παραπάνω φως.

Υπάρχουν ολόκληροι πλανήτες που ψήνονται εγκλωβισμένοι να επιτηρούν από τόσο κοντινή απόσταση τον Ήλιο. Υπάρχουν λαοί που ψήνονται εγκλωβισμένοι να επιτηρούνται για την τόσο κοντινή τους συγγένεια με τα διαμάντια. Υπάρχουν παιδιά που ψήνονται και κανενός δεν του καίγεται καρφί. Είναι, όμως, αυτό ο αληθινός πυρετός και αν όχι να ρωτήσουμε το κορμί μας να μας πει;

Ο πυρετός είναι το ονοματεπώνυμο της ψευδαίσθησης και με αυτό συστηνόμαστε όταν όλα έχουν θολώσει και το ένα άλμα ακολουθεί το άλλο. Όταν τα δικά μας χέρια είναι φωτιές μέσα στην έρημο και το μέλλον μας μοιάζει με την δεύτερη εντύπωση ενός παγόβουνου. Αυτός ο πυρετός που μας βγάζει στους δρόμους και μας μετράει τις αμαρτίες της κάθε εξουσίας, μας σπρώχνει με ακρίβεια μέσα στα χείλη που ποθούμε, μας ενεργοποιεί. Αυτός ο πυρετός που αναρωτιέται πώς θα ήταν ο κόσμος αν επικρατούσαν οι δίκαιες ψευδαισθήσεις, οι βαθμοί του υδράργυρου αν απλώνονταν στο πάτωμα του τόσο προβλέψιμου κόσμου έτσι αόρατοι και άοσμοι όπως ο άνεμος. Αυτός ο πυρετός που έφτιαξε τον Ρωμαίο επαναστάτη και την Ιουλιέτα ιδανική εποχή και γη. Άλλωστε διψάει κανείς όταν του στερούνε την χαρά να πίνει νερό και το δικαίωμα να πλένει τα όριά του και τις ενοχές του μέσα σ’ αυτό. Η δίψα είναι ο πυρετός της γλώσσας που αγωνιά να αρθρώσει λόγο, λόγο υψηλής εσωτερικής θερμοκρασίας

Είμαστε, όμως, και εμείς διε-φθαρμένοι… μην αισθανθούμε λιγάκι πυρετό, αμέσως να φοβηθούμε, να κουκουλωθούμε και να ανοίξουμε την τηλεόραση ώσπου να αποκοιμηθούμε. Να πάρουμε φάρμακα, να πιστέψουμε τον πρώτο που θα μας υποσχεθεί πως θα μας απαλλάξει από τον πυρετό και θα είμαστε για πάντα πλέον απύρετοι και δροσεροί σαν διαφήμιση αποσμητικού. Συντηρητική αγωγή θα ακολουθήσουμε και θα γίνουμε περδίκι κα μακριά από ανοιχτά παράθυρα, δυνατούς ανέμους και εκδρομές σε άγνωστα μακρινά μέρη γιατί θα ξανανεβάσουμε πυρετό και τότε πού θα ξαναβρούμε την συντηρητική αγωγή να μας βάλει στον δρόμο τον σωστό. Αυτοί που μας έσωσαν την πρώτη φορά, θέλουν να πληρωθούν και δεν θέλουν ούτε το σκοτάδι μας ούτε το φως μας. Θέλουν απύρετη την ζωή μας και χωρίς πολλές πολλές ερωτήσεις.

Αγόρια με την πεινασμένη καρδιά και κορίτσια με την αχόρταγη ψυχή, εσείς που ζείτε νηφάλιοι κατά την διάρκεια της μέρας, να θυμάστε πως οι νύχτες εφευρέθηκαν ως το καλύτερο επιχείρημα απέναντι σε ένα φως που δεν σηκώνει στους ώμους του τα μεγάλα λόγια και τον πυρετό των μεγάλων ερωτήσεων.

Christos Koukis

About Christos Koukis

Ήθελε τόσο να μεγαλώσει και τα κατάφερε στην Αθήνα. Ήθελε τόσο να σπουδάσει σε ένα πιο βαρετό ίδρυμα από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο μα στάθηκε άτυχος. Ήθελε τόσο να ταξιδέψει σε πολλά και διαφορετικά μέρη που κάπου ανάμεσα ξέχασε το μυαλό του. Η κακιά η ώρα τον έκανε ποιητή και του μπέρδεψε μια μελωδία στην γλώσσα. Λατρεύει την σοκολάτα και κάθε παράγωγο της φαντασίας. Δεν του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του όταν είναι μπροστά ο ίδιος. Πάντα θυμάται πως δεν είναι όσα λένε οι άλλοι πως είναι.