Ποτέ δεν μου άρεσε το σκοτάδι. Με τρομάζει και μου προκαλεί μεγάλη ανασφάλεια. Θέλω να βλέπω τα πράγματα όπως είναι. Γυμνά, φωτισμένα κάτω από τις ακτίνες του ηλίου. Του λαμπερού φωτισμένου ηλίου που προσωπικά μου χαρίζει μια απίστευτη ενέργεια και με γεμίζει μόνο θετικές σκέψεις.

Το σκοτάδι καμιά φορά μπορεί να σε παρασύρει. Μπορεί να το… «ερωτευτείς» και να πέσεις στις παγίδες του. Όσο επικίνδυνο κι αν είναι, αγνοείς τους κινδύνους που κρύβει και μπορεί να σε τραβήξει σαν μαγνήτης χωρίς να το πολυκαταλάβεις. Και τότε; Τότε αλλάζει πρόσωπο και μεταλλάσσεται σε μια γλυκιά νύχτα που σε μαγεύει και σε ταξιδεύει σε όμορφους κόσμους. Όμως τις περισσότερες φορές, η γλυκιά νύχτα βγάζει τα λευκά φτερά της και γίνεται άγρια. Και σε μπερδεύει. Σε κάνει να αναρωτιέσαι. Σε συγχύζει. Σε προβληματίζει. Σε θυμώνει που κατάφερε να σε παρασύρει στην σκοτεινή διαδρομή της. Ο μαγνήτης της, που είχε τη δύναμη να σε πάρει από το χέρι σαν μικρό παιδί που φοβάται μη χαθεί και να σε κινήσει στο σκοτάδι, κάνει τις απωστικές δυνάμεις πιο κοπιαστικές.

Αυτό το σκοτάδι. Που μέσα του δεν βλέπεις τι κρύβει. Τι υπάρχει. Τι ζει. Αόριστα πράγματα και σκοτεινές διαδρομές σαν λαβύρινθος. Τι «σαν»; Λαβύρινθος. Που όταν αποφασίσεις να εισέλθεις, οι διαδρομές γίνονται ακαθόριστες και μπερδεμένες. Και σου προκαλούν τέτοια σύγχυση που κάπου στη μέση αρχίζεις και ζαλίζεσαι. Και η ζάλη μετατρέπεται σε ίλιγγο. Γιατί στο σκοτάδι γινόμαστε όλοι ξένοι, ακόμα και στον ίδιο μας τον εαυτό. Και θες απεγνωσμένα να βγεις από αυτό. Πηγαίνεις μπρος, πίσω, δεξιά κι αριστερά. Κάνεις κύκλους. Ψάχνεις την έξοδο, εκείνη την έξοδο που ξέρεις ότι κρύβεται το φως. Ο ήλιος. Οι φωνές. Τα γέλια. Οι χαρές.

Το χειρότερο δάκρυ είναι το σιωπηλό. Εκείνο που δεν ακούει κανείς. Εκείνο που πνίγει το λαιμό σου, και τα μάτια σου γίνονται θαμπά από το κλάμα. Εκείνο που σε κάνει να θέλεις να ουρλιάξεις. Εκείνο που σε κάνει να κόβεις την αναπνοή σου και κρατάς την κοιλιά σου σφιχτά για να μη σε ακούσει κανείς. Ούτε καν ο Θεός.

Λαχανιασμένος και κουρασμένος, βρίσκεις εκείνη την εσωτερική δύναμη, που σε καλεί να βγεις από το σκοτάδι. Κι εκείνη η κινητήριος δύναμη, την αφήνεις να γίνει οδηγός σου. Ίσως χρειαστεί στην αρχή να ξεκινήσεις γονατιστός. Σαν τάμα που ζητάς να σωθείς. Θα πονέσεις, θα χτυπηθείς, θα φθαρούν τα γόνατά του. Θα ξαποστάσεις όμως λίγο. Θα πάρεις μια ανάσα. Και τότε σιγά-σιγά θα σταθείς ξανά όρθιος. Ένα πόδι τη φορά. Και θα βαδίσεις ξανά. Προς την έξοδο. Προς το φως. Προς τη δύναμη που πηγάζει από μέσα σου.

Και τότε βλέπεις. Βλέπεις καθαρά σαν κρύσταλλο καλογυαλισμένο ότι είναι στις πιο σκοτεινές μας στιγμές που πρέπει να συγκεντρωθούμε για να δούμε το φως. Και αν αγαπάς το φως, τον ήλιο όπως εγώ, πρέπει εσύ ο ίδιος να γίνεις το κερί ή ο καθρέφτης που θα το αντικατροπτρίζει…

Vassilia Camara

About Vassilia Camara

Γεννήθηκε στο όμορφο Μόντρεαλ του Καναδά. Πήγε σχολείο αλλά υποστηρίζει με πάθος ότι τα μαθήματα της ζωής είναι το... πραγματικό σχολείο. Εργάζεται στο χώρο των ΜΜΕ τα τελευταία 12 χρόνια στην Πάτρα κάνοντας λίγο πολύ τα πάντα. «Κρυφό» της πάθος η ζωγραφική. Από μικρή θυμάται να πιάνει χαρτί και να ζωγραφίζει με τις ώρες και μια ωραία μέρα στο ξεκάρφωτο την πήρε η αδελφή της από το χέρι και την πήγε σε μια σχολή σχεδίου μόδας. Κάποιες φορές στη ζωή θέλουμε έναν άνθρωπο να μας ταρακουνάει… Εργάζεται στο «thebest.gr» και είναι συνιδιοκτήτρια του «Beau Sillage». Χαλαρώνει με soft jazz, της αρέσει να ταξιδεύει σε δικούς της φανταστικούς κόσμους, αλλά και σε πραγματικούς, βρίσκει ομορφιά σε απλά καθημερινά πράγματα, είναι αισιόδοξη σε σημείο που εκνευρίζει τους άλλους αλλά δε τη νοιάζει και πιστεύει ότι η ευτυχία μπαίνει χωρίς να το καταλάβεις από την πόρτα που ξέχασες ανοιχτή…