Η χώρα του αγοριού γιόρταζε τη δωδέκατη γενιά λιονταριών και το μικρότερο από αυτά θα έβγαζε λόγο με θέμα:

«Η άποψη των λιονταριών για το θεσμό της βασιλείας».

Δώδεκα γενιές Λιονταριών τώρα είχε καταργηθεί ο συγκεκριμένος θεσμός και κάθε χρόνο γιορτάζανε τούτο το κατόρθωμα δίνοντας μια ακόμα ελευθερία σε όποιον από όλη τη Φύση είχε παλέψει περισσότερο και πιο τίμια γι’ αυτήν. Είχαν έρθει Άνθρωποι από τόπους πολλούς και θα τραγουδούσαν τα πιο διαλεχτά πουλιά για να τιμήσουν την απάλειψη των ορίων του δάσους. Οι φετινοί τιμώμενοι ήταν τα δέντρα.

Πλέον τα δέντρα είχαν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και θα γεννούσαν όπως ορίζουν τα ίδια και τα υπόλοιπα πλάσματα γύρω τους. Οι Άνθρωποι έχαναν την ψήφο τους στις γεννήσεις των δέντρων και το αγόρι θα καλωσόριζε τη στροφή αυτή με μια απαγγελία ενός ποιήματός του. Το είχε γράψει στον καρπό του για να έχει τη θερμοκρασία του αίματός του σαν το διαβάσει. Έκανε μια τελευταία πρόβα μπροστά σ’ ένα διάφανο ύφασμα :

«Ψηλώσανε οι καρποί μας και πια μπορούνε

 να συνομιλούνε με τα πουλιά.

Τα βόδια έμαθαν μόνα τους πλέον να τραβούν

ολόισιες ευθείες στα χωράφια

Οι μέλισσες γευματίζουνε άφοβα στις μυγδαλιές

Η πέμπτη γενιά των δελφινιών τη θάλασσα μαθαίνει στα παιδιά της

και πλέει στις ακτές των αόρατων ματιών για να ησυχάσει παντοτινά.

Τα γήινα όνειρα των ανθρώπων δε θα ξημερώνουν βαθιές

πληγές για την καθημερινότητα των Δέντρων μας».

Δίπλωσε το διάφανο ύφασμα για να σωθεί η καλή τύχη του λόγου του, έπειτα φόρεσε το μαρμάρινο δαχτυλίδι του κι αναρωτήθηκε πού να περπατάει απόψε το κορίτσι κι αν θα μπορέσει να απαντήσει στην επόμενη ερώτησή της.

Λένε στη χώρα των αγριολούλουδων πως μπορείς να δεις όλο τον Κόσμο απ’ τα παράθυρα μιας κερήθρας, πως μπορείς να μυρίσεις το παρελθόν και να διακρίνεις το δίκαιο και το αληθινό. Αυτά διάβαζε το αγόρι και κατάλαβε πως τα χρόνια περνάνε αργά, όταν απλά ανταλλάζεις τους παλιούς σου φόβους με νέους. Ύστερα σκέφτηκε

«Μα πώς θα πάω με άδεια χέρια στα γενέθλια της Κόκκινης Φράουλας; Πώς θα συναντήσω το κορίτσι χωρίς να της προσφέρω κάτι εφάμιλλο της Ομορφιάς της;»

Στο δρόμο για τη γιορτή, βρήκε επιτέλους τι θα ταίριαζε απολύτως στο κορίτσι κι αναφώνησε

«Ένας κήπος, ένας δικός της κήπος, ένας κήπος μονάχα γι’ αυτήν, ένας ολάκερος κήπος».

Σταμάτησε να περπατάει κι αποφάσισε χωρίς δισταγμό και δεύτερες σκέψεις:

«Μόλις ξημερώσει θα ξεκινήσω! Θα τον σπείρω και θα του δώσω το σχήμα της».

Συνέχισε ευτυχισμένος να προλάβει τη γιορτή, τους λόγους των Λιονταριών και των Ανθρώπων, καθώς και τη δική του απαγγελία.

Όλη η νύχτα ξοδεύτηκε μέσα στη μουσική και στα συμπτώματά της. Κανείς δε μεταμορφώθηκε σε κάτι άλλο, τίποτα δεν έγινε πιο γρήγορα, καμία λέξη δεν σήμαινε λιγότερο από το αρχικό της πλάτος. Τυχερές οι γενιές που παραβρέθηκαν σε αυτήν την γιορτή και οι γενιές που θα μεγαλώσουν με τα διδάγματά της. Το αγόρι καταλάβαινε τη ρίζα της επανάστασης και την ηδονή της. Ένιωθε πως είναι υπαρκτός μονάχα στο μυαλό του κοριτσιού και, κατά ένα περίεργο τρόπο, εκείνο το βράδυ, σ’ ολόκληρο το σύμπαν, ήξερε μονάχα το κορίτσι.

Φάνηκε να τρέχουνε οι μέρες, τέτοια παραίσθηση έχουνε τα νιάτα, κι έφτασε η μέρα της ενηλικίωσης της Κόκκινης Φράουλας.

Οι καλεσμένοι είχαν ξεκινήσει ώρες πολλές, και μέρες οι πιο πολλοί για να είναι παρόντες, την ώρα που ο ήλιος θα καθόταν περίτρανα στην κορυφή του Ουράνιου τραπεζιού. Το κορίτσι φάνηκε πρώτο. Με τέσσερα ηλιοτρόπια να σέρνουνε την άμαξά της, αριστερά της ένα κοπάδι Νότιων ανέμων να κουβαλάνε τα δώρα της Κόκκινης Φράουλας και δεξιά της ένα πλατύ ποτάμι να μεταφέρει τα δώρα του αγοριού.

Σαν έφτασε, αντίκρισε πλήθος Ανθρώπων και Πλασμάτων. Τους φίλους της από τη χώρα των Γκρεμών, ξαδέλφια από τις χώρες των Κόκκινων Βράχων και της Καστανιάς, εχθρούς από τη χώρα των Φραγμάτων και συμμάχους από τις χώρες των παλιών Νεκροταφείων και  των Φαραγγιών. Είδε τις αντιλόπες απ’ τη χώρα του κατακόρυφου Ήλιου, τους σκίουρους από την επαρχία της Πλαγιάς, τα περιστέρια απ’ την επικράτεια του Λευκού Σήμαντρου, τους πιγκουΐνους απ’ το ακρωτήρι των φτερωτών Πάγων και, στο βάθος, τα περήφανα Λιοντάρια από τη γη του αγοριού. Μόλις είχαν καταφθάσει και αυτά. Το αγόρι πάνω στο άλογό του και γύρω κόσμος αρκετός.

«Μα τι κοιτάνε όλοι με τόση περιέργεια ; » αναρωτήθηκε το κορίτσι.

Παρήγγειλε στο κοπάδι των ανέμων να μεταφέρουν τα δώρα της Κόκκινης Φράουλας στα κλαδιά των καλεσμένων και, ακολουθώντας την όχθη του ποταμού που κουβαλούσε τα δώρα του αγοριού, κατευθύνθηκε προς τα εκεί. Όσο πλησίαζε, ανοιγόταν ένας διάδρομος γύρω της, που την οδηγούσε κατευθείαν στο κέντρο του συγκεντρωμένου πλήθους. Το ποτάμι δίπλα της στένευε τις όχθες του για να χωρέσει να περάσει και πού και πού παρέσερνε και κάποιον από τους καλεσμένους. Ένας ολόλαμπρος κήπος ξεπρόβαλε μπροστά της και το αγόρι πια είχε κατέβει από το άλογό του και την περίμενε με μια ερώτηση στα χείλη

«Θα μου χαρίσεις το πρώτο σου κύμα;» της φώναξε με μια ζεστή φωνή.

Το ποτάμι σταμάτησε να κυλάει και το κορίτσι τού φώναξε με την ίδια ορμή:

«Αν ξέρεις να πετάς πάνω απ’ τα τέρατα με τα φτερά μιας φώκιας».

Το αγόρι υποκλίθηκε κι απάντησε μέσα στο ρίγος

«Ο κήπος είναι δικός σου για όσο ζήσεις κι όσο ζούνε Άνθρωποι»

και την πλησίασε με το χέρι απλωμένο. Το κορίτσι είπε γοργά

«Υποσχέσου μου πως δε θα σταματήσει το τραγούδι του κήπου μου»

και το αγόρι, που είχε προλάβει να της πιάσει το χέρι και να το σφίξει μέσα στο δικό του, της αποκρίθηκε γενναία

«Όσο κλονίζεις με το βάρος της Ομορφιάς σου το ελαφρύ τού κόσμου, δε θα σταματήσει ποτέ το τραγούδι του ο δικός σου κήπος».

 Το κορίτσι φίλησε το αγόρι και το ποτάμι τότε πρόσφερε τα δώρα τού κοριτσιού στα Λιοντάρια, που κοιτούσαν με την χαίτη τους υψωμένη.

«Σταθείτε» βροντοφώναξε το αγόρι! Πριν ξεκινήσει το γλέντι μας, θέλω να σας διαβάσω τους όρκους της αγάπης, τους όρκους του γάμου μου!

Ανέβηκε πάνω σε μια λιονταρίνα και δίχως σημειώσεις, δίχως χαρτί στα χέρια του άρχισε να απαγγέλει, κοιτώντας μια το κορίτσι και μια τον ουρανό!

«Διάφανος, λένε, ο έρωτας δίχως ανταπόκριση

και στις βαριές ματιές του σκοταδιού ραμμένος

μα δόξα την Ομορφιά, επέλεξες τον πηγαιμό μου

Έρωτας,  αυτός ο μοναδιαίος πληθυντικός

Αγάπη μου, αν είχα περισσότερα όνειρα

Περισσότερα θα έδινα στον άνεμο

Να σου χτενίζει κάθε μέρα την καρδιά

Το έχω πάρει απόφαση, λοιπόν, και περηφάνια έχω κρυφή

πως και επίπεδη να ήτανε η γη, πάλι θα σ’ αγαπούσα

πως και τώρα δα να τέλειωνε ο Κόσμος, θα σ’ είχα αγαπήσει ευτυχώς

Είσαι η τραγωδία να κρατιέται η ψυχή μου ψηλά

Με την δική σου αγάπη, ο κόσμος είναι δουλειά και θαυμασμός».

Στα γενέθλια της Κόκκινης Φράουλα, ορίστηκαν οι γάμοι δυο Ανθρώπων στο Άγραφο Χαρτί και η ευημερία των Πλασμάτων δυο μακρινών χωρών.

Δυο ψηλά έλατα με χρυσαφένιους κροτάφους, κοιτώντας τη νύχτα να προσπερνάει τη μέρα στην καμπύλη του άπιαστου δρόμου, ζητήσανε από ένα νεαρό βουνό να μεταφέρει με τις φρυκτωρίες του παντού την ιστορία του κοριτσιού και του αγοριού.

Οι Μεγάλες Δυνάμεις, πρώτη φορά στη ζωή τους, παραμερίζονταν από κάτι πιο σπουδαίο απ’ αυτές και οι Άνθρωποι, πρώτη φορά στη ζωή τους, κατακτούσαν αυτό που πραγματικά επιθυμούσαν.

Καληνύχτα…

Christos Koukis

About Christos Koukis

Ήθελε τόσο να μεγαλώσει και τα κατάφερε στην Αθήνα. Ήθελε τόσο να σπουδάσει σε ένα πιο βαρετό ίδρυμα από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο μα στάθηκε άτυχος. Ήθελε τόσο να ταξιδέψει σε πολλά και διαφορετικά μέρη που κάπου ανάμεσα ξέχασε το μυαλό του. Η κακιά η ώρα τον έκανε ποιητή και του μπέρδεψε μια μελωδία στην γλώσσα. Λατρεύει την σοκολάτα και κάθε παράγωγο της φαντασίας. Δεν του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του όταν είναι μπροστά ο ίδιος. Πάντα θυμάται πως δεν είναι όσα λένε οι άλλοι πως είναι.