Έναν καιρό συνέβη μία φορά. Μια ιστορία τόσο παλιά, που κανείς δεν την ξέχασε από τότε ποτέ. Στην αρχή των πρώτων αιώνων, πριν ακόμα καταφθάσει ο χρόνος στον Κόσμο. Πριν ακόμα ο χειμώνας και η παρέα του διεκδικήσουν και πάρουν μερίδιο από το χρυσάφι της Φύσης. Πριν ακόμα οι ακατανόητες Δυνάμεις αποφασίσουν να κληροδοτήσουν τη Γη στα πλάσματά της ολοκληρωτικά. Έναν καιρό συνέβη μία και μόνη φορά το νόημα του Κόσμου να είναι η πληρότητά του και όχι η απουσία του.

Ο Ήλιος κολυμπούσε ήδη μες στη διώρυγα του Μαύρου Γκρεμού. Ο χρυσός του στόλος, παντοδύναμος, τον περίμενε στην άκρη της διώρυγας, πάλι να ξεκινήσουν για τον τέλειο Κύκλο πάνω στις πατημασιές του μεγάλου Διαβήτη. Αυτή η αψεγάδιαστη καμπύλη, διηγούνται οι παλιές Ισημερίες, ήταν η πρώτη σκέψη των Δυνάμεων σαν σχεδιάζανε προσεκτικά το νέο τους τόπο. Όλα τα υπόλοιπα κατακτήθηκαν με σοφά νομοθετήματα και σκληρή δουλειά. Με τη φωτιά και την αρετή της.

Όσο το μαύρο της Νύχτας κυμάτιζε στον ιστό του Κόσμου, οι ακατάπαυστες Δυνάμεις είχαν ορίσει θεματοφύλακα στις ψυχές των Ανθρώπων το μέγα Όνειρο. Λίγες, όμως, ψυχές ήξεραν καλά πώς να ρυμουλκήσουνε το βάρος τους ως την ανοιχτή θάλασσα του Ανεπαίσθητου βυθού˙ Άφοβα να πλεύσουν στην υγρασία του εσωτερικού μας καιρού.

Ένα κορίτσι είχε βρει το καλύτερο κόλπο και το πιο διασκεδαστικό. Ένα κορίτσι που όλοι φωνάζανε « η όμορφη Π ». Να τι είχε σκαρφιστεί αυτό το σπάνιο κορίτσι! Κρατιότανε απ’ το λαιμό ενός καταρράκτη, πάνω από τις γλώσσες των βράχων, αθέατη απ’ το ανθρώπινο μάτι. Μες στους ατμούς ενός ζεστού ουράνιου τόξου έχανε τις αισθήσεις της. Όλο το βάρος της πια μικρές σταγόνες, άλλες στα φύλλα των δέντρων, άλλες στον ιδρώτα των πουλιών, άλλες στις ρωγμές των βράχων. Η καρδιά της παλμός των κυμάτων και τα μαλλιά της κληματίδες. Στα χείλη της ένα και μόνο τραγούδι…

«Ο άνεμος του Ονείρου έχει το γυναικείο νου

 του άνδρα έχει την ορμή και διαλαλεί παντού

 των διαμαντιών το άνθος

 Ο άνεμος αλλάζει το περίγραμμα των ουρανών

 Τρέχει πάνω κάτω στο στήθος των ζωντανών

 επεμβαίνει στο σχήμα του μέλλοντος

 και μας το χαρίζει απλόχερα

 θάρρους επιτρέποντος και θεού θέλοντος»

Όλο το βάρος της το συλλέγανε οι νύμφες στις χαρακιές των χεριών τους και όλες οι σταγόνες πάλι πλάθανε ένα ρευστό κορμί. Η πλημμύρα επέστρεφε την καρδιά της και οι ασημένιες Αράχνες τα χτενισμένα της μαλλιά. Ο καταρράκτης παρέδιδε κάθε πρωί το κοιμισμένο κορίτσι στο πλήρωμα του χρυσού στόλου του Ήλιου, με όλα τα όνειρά της σώα και αβλαβή. Αυτός ήταν ο πρώτος τρόπος της Φύσης να δείξει την Αγάπη στα Πλάσματά της. Κάθε πρωί, τα χείλη των Ανθρώπων είναι αυτά που μιλούνε πρώτα με το φως. Πριν καλά-καλά πελεκηθεί η πραγματικότητα στα μάτια μας και ξυπνήσουμε, τα χείλη φυσούνε στον αέρα την τελευταία κουβέντα του Ονείρου. Οι νύχτες είναι αυτές που κάνουν τη διαφορά, που μεταγγίζουν στις αντρικές καρδιές τα μεγάλα μυστικά και στους γυναικείους μηρούς το υπέροχο αίτημα του εγκλήματος… και είναι επιθυμητό σε κάθε βασανισμένο πλανήτη, να μαθευτεί το παράπονο της περιπέτειάς του.. και είναι λογικό, τα άδεια χέρια τού νου μας να θέλουν να μαθευτεί το κάθε μικρό τους κατόρθωμα κι ας ήταν μια ακόμα πικρή ιστορία. Εκείνο το πρωί, η όμορφη Π γέμισε τον αέρα με την ίδια επαναλαμβανόμενή της προτροπή:

«Μην αργήσεις να με αγαπήσεις γιατί θα ξεζαλιστώ και θα πέσω έξω από τα μάτια σου».

Εκείνο το πρωί, η όμορφη Π δεν είχε πού αλλού να πάει, παρά να επιστρέψει ολοκληρωτικά στο φανταστικό της κόσμο.

Είχε δεν είχε λίγες στιγμές που το σκοτάδι τελείωσε την ομιλία του και το Φως ανέβαινε ήδη στο βήμα για να ξεκινήσει τη δική του. Το ακροατήριο της Νύχτας αποχωρούσε μέσα σε μια έντονη οχλαγωγία, με εμφανή την επιθυμία τάχιστα να βρεθεί στα παρασκήνια των Ματιών… Σε όλες τις αποψινές θρυλικές στιγμές να δοθεί ο χρόνος να φυλαχθούν, να καταχωρηθούν και να σωθούν διά παντός. Εκπαιδευόμενοι Θεοί καθάριζαν το χώρο από τα πεσμένα άστρα, τα ρούχα των βουνών από το θαλασσινό νερό και γέμιζαν πάλι τα ποτήρια των ακούραστων Ωκεανών. Η Σελήνη, ακόμα ζωηρή, χαιρετούσε τους τελευταίους καλεσμένους της, φορώντας το λευκό της αχνό νυχτικό.

Μια κουκουβάγια χαμογελαστή έλεγε πάνω στη ράχη μιας αλεπούς:

«Τα ζάρια της Ομορφιάς έχουνε πάντα την τύχη του πρωτάρη»

και η αλεπού ελαφρώς νυσταγμένη μονολογούσε:

«Ευτυχώς, αλλιώς πώς θα περνούσαμε την κρούστα του φόβου».

Οι πρωτεργάτες της Νύχτας θα γιόρταζαν μία ακόμα νίκη τους, ορθά προστατευμένοι μέσα στις θυρίδες του Φωτός.

Το Φως ήταν έτοιμο να μιλήσει. Οι χρυσοπράσινες πεταλούδες είχαν προ πολλού βρει τη θέση τους στις πρώτες σειρές. Τα πεινασμένα καφετί μυρμήγκια, τα λουλούδια με τα μισόκλειστα πέταλα, το χορτάρι με τα μαλλιά βρεγμένα, οι ευτυχισμένες κρεβατοκάμαρες των Ανθρώπων, οι ατίθασοι σκίουροι που γέμιζαν ψίχουλα τον τόπο και οι χελώνες, που πάντα προτιμούν να παρακολουθούν τις ομιλίες από το παράθυρο του σπιτιού τους. Στη γαλαρία καθόταν ο λαγός, που με στόμφο έλεγε σε έναν κύκνο που δεν βολευόταν:

«Όλα και όλα Κύκνε μου, ανάμεσα στο φως του Ήλιου και τις φωτιές των ανθρώπων, προτιμώ ανεπιφύλακτα τον Ήλιο! Ο Ήλιος δεν τυφλώνει, με κατάλαβες, Κύκνε μου; » μα ο Κύκνος καθάριζε τα φτερά του και δεν πρόσεχε και πολύ τα λόγια του λαγού.

Το κορίτσι έπλυνε το πρόσωπό της από τη μυρωδιά του Ονείρου, άνοιξε στην Αυγή που χτυπούσε επίμονα την πόρτα της και κάθισε να φάει πρωινό.

«Πότε θ’ αλλάξει η καρδιά μου; » αναρωτήθηκε… «Πότε η βελόνα της θ’ αποκτήσει τους δικούς της μαγνητικούς Πόλους;» αναστέναξε σιωπηλά μην την ακούσει η Αυγή.  Τελειώνοντας το πρωινό της, βγήκε στην αυλή να ακούσει το Λόγο της Ημέρας, δένοντας τα μαλλιά της με μια βλεφαρίδα του ανέμου.

Δυο αργοπορημένες νυχτερίδες περνούσαν και η δυνατή τους συνομιλία βύθισε την όμορφη Π σε έναν ακόμα μονόλογο…

«Χρειάζεται να μιλήσω με το Καλοκαίρι, να μάθω κάποια πράγματα» είπε και κατευθύνθηκε στις πορτοκαλιές, που είχαν μαζευτεί μέσα από το φράχτη. Ήταν τέτοια η ελευθερία του τοπίου, που ένα σμήνος από μέλισσες σχημάτιζε ένα ιπτάμενο περήφανο Λιοντάρι. Ήταν τέτοια η μνήμη του παρόντος, που μια παρέα από ηλιαχτίδες ξεχάστηκε στην αντανάκλαση μιας χιονισμένης κορυφής.

Μα να, σιωπή κάλπασε κουβαλώντας τα λόγια τού Φωτός. Όσο εννέα πετάγματα ενός αετού πάνω από μια γαλάζια λίμνη και όσο το γεύμα ενός κάστορα στην τραπεζαρία ενός μεγάλου δέντρου! Τόσο διαρκεί ένας πρωινός λόγος και αρκεί σε καθετί να ξεκινήσει τη διαδρομή του κάτω από τον ήλιο, μέσα σε αυτό που οι μεγάλες Δυνάμεις αποκαλούν «τη διάνοια της έκπληξης». Αυτονόητη, λοιπόν, η ανυπακοή του Κόσμου στις όποιες προσταγές του μαύρου φόβου. Το κορίτσι σάστισε μπρος στο ρυθμό των δακρύων της, μα γρήγορα αναθάρρησε και με το ράμφος ενός βαλσαμωμένου πουλιού σημείωσε τον κορμό ενός δέντρου:

«Θυμήθηκα την ευτυχία και τα φορτία της

 γατί μία με τρώει απορία, πώς οι δικοί μου ώμοι

ανένδοτα σηκώνουν την απουσία της

Σχημάτισα ασυναίσθητα τ’ αγαπημένα χείλη, τα ιδανικά

γλυκά πολύ βαρύνουνε της ιστορίας των οι τόμοι

και όλο με ενθαρρύνουνε να αφεθώ ξανά

Μακραίνουν οι φωνές μας σ’ αυτό το παραμύθι

Μικραίνουν οι μορφές, μας πήρε την αφήγηση η λήθη;»

Η αύρα μιας άφιξης χτένισε αλλιώς τον άνεμο!

«Από ξένο τόπο, από τόπο μακρινό είμαι » είπε η Μελωδία, που ξαφνικά υψώθηκε μπροστά στο κορίτσι!

«Καλώς ήρθες Μελωδία, ποιος σκοπός και ποια αρμονία σε οδήγησε κοντά μου;» ρώτησε χαμογελαστό το κορίτσι.

«Το Καλοκαίρι με στέλνει ν’ απαντήσω στις ερωτήσεις σου, το Καλοκαίρι με διάλεξε και με οδήγησε στην αυλή σου, το Καλοκαίρι μού παραγγέλνει να σου πω».

«Μα πες μου, πες μου, μην καθυστερείς, σάλπιγγα του καλοκαιριού και θερμό μονοπάτι της αλήθειας», είπε το κορίτσι και σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της.

Η Φύση όλη πήρε το σχήμα της αγωνίας του κοριτσιού κι έστρεψε το βλέμμα της πάνω στα χείλη της μελωδίας. Η άκαμπτη εικόνα τού Κόσμου, σαν άκουσε πως θα μαθευτεί ο μυστικός λόγος του Καλοκαιριού, μιμήθηκε την υφή του ποταμού κι έγινε ρευστός ο Ουρανός, η φωτιά ρόδινη στάχτη και η στάχτη τρυφερό γρασίδι πάνω στο νέο χώμα. «Το μέγα Καλοκαίρι, εγγυητής των παραμέτρων των Θεών, ευεργέτης των λαμπρών καρπών, καλλιεργητής των τόσων αμμουδιών και προστάτης της ψυχής των  Πλασμάτων, θα λύσει το αίνιγμά του μπροστά σου, όμορφη Π», είπε η Μελωδία κι έκατσε μέσα στο ανοιχτό από έκπληξη στόμα ενός αηδονιού…

…και το αηδόνι φανέρωσε όσα είχε μέσα του ασυνείδητα κρυμμένα…

«Όμορφη Π, πύλη του ανθρώπινου κάλλους, πατρίδα των αεικίνητων γλυπτών, πέτρα του σημερινού ποταμού, πόλη του αυριανού πλάσματος, πόλεμε της ενέργειας με την ύλη,  προαιώνιο κορίτσι ενός Κόσμου που δε γεννήθηκε ποτέ κι όμως υπάρχει ολοζώντανος, σου στέλνω την Ευτυχία. Η ομολογία του Καλοκαιριού είναι η Ευτυχία. Η καθημερινή ροπή της ομορφιάς  στη χωρίς προσδοκίες ζωή. Στη ζωή, που απολαμβάνει χωρίς προϋποθέσεις και μικρότητες τις μεγάλες αντιθέσεις της ομορφιάς.

Το Καλοκαίρι, είτε μπροστά είτε πίσω από τον Ήλιο, έχει Λόγο δυνατό. Είτε μακριά είτε σιμά στη θάλασσα, δονείται και πάλλεται. Είτε κατανοεί τη σκέψη των σημαδιών είτε δεν είναι έτοιμο ακόμα, εμπιστεύεται τη φύση των ορατών πλασμάτων. Η Ευτυχία είναι ο άξονας της αέναης αλλαγής. Το Καλοκαίρι είναι ο πυρήνας που δε σβήνει ποτέ, κάθε σφαίρας και κάθε καρδιάς», είπε η Μελωδία κι έγινε θρεπτικό σκουλήκι στο στόμα του αηδονιού.

Το κορίτσι γονάτισε κι έκλαψε. Η ζωή και ο θάνατος ήταν πια δική της υπόθεση.

Christos Koukis

About Christos Koukis

Ήθελε τόσο να μεγαλώσει και τα κατάφερε στην Αθήνα. Ήθελε τόσο να σπουδάσει σε ένα πιο βαρετό ίδρυμα από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο μα στάθηκε άτυχος. Ήθελε τόσο να ταξιδέψει σε πολλά και διαφορετικά μέρη που κάπου ανάμεσα ξέχασε το μυαλό του. Η κακιά η ώρα τον έκανε ποιητή και του μπέρδεψε μια μελωδία στην γλώσσα. Λατρεύει την σοκολάτα και κάθε παράγωγο της φαντασίας. Δεν του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του όταν είναι μπροστά ο ίδιος. Πάντα θυμάται πως δεν είναι όσα λένε οι άλλοι πως είναι.