Ο Ήλιος σκαρφάλωνε στα μάτια των ανθρώπων εκείνο το πρωινό και ποιος θα φανταζόταν τι είχε σκαρώσει η Πίστη για να συμβεί πίσω από την πλάτη του Ανεξήγητου.

Ετοιμασίες σε όλα τα μέρη, σε κάθε επικράτεια, σε κάθε ελεύθερη γωνιά. Υπολογισμοί και χαμόγελα. Πόθοι και συζητήσεις!

«Αύριο είναι τα γενέθλια του καλού μας φίλου, του κόκκινου  αμπελιού», είπε το αγόρι.

«Θα φύγουμε σήμερα το μεσημέρι, είναι μια μέρα δρόμος για τα μοναστήρια της Ομορφιάς», συμπλήρωσε το αγόρι από τη χώρα των Τριών Ουρανών με τα Ρομαντικά Λιοντάρια και τινάχτηκε να ετοιμάσει τα άλογά του και τα λόγια του. Το αγόρι που όλοι φώναζαν «ο ωραίος Α».

Ετοιμασίες σε κάθε ελεύθερη καρδιά. Υπολογισμοί και προσδοκίες. Χαμόγελα και αναλύσεις!

«Αύριο είναι τα γενέθλια του ξαδέλφου μας, του κόκκινου αμπελιού», είπε το κορίτσι.

«Θα φύγουμε το βράδυ, είναι λιγότερο από μισή μέρα δρόμος ως το αρχοντικό του», συμπλήρωσε τη σκέψη της το κορίτσι από τη χώρα των Εννιά Κήπων με τα Ομιλούντα Ηλιοτρόπια. Σηκώθηκε απ’ το χώμα, σκούπισε τα δάκρυά της και πήγε να ετοιμάσει τα πράγματά της και να τυλίξει με νούφαρα τα δώρα της.

Κανονικά, δεν απείχε τόσο πολύ το αρχοντικό του Κόκκινου Αμπελιού. Μα να, πώς να το πούμε, πώς να το αφηγηθούμε χωρίς να ματώσουμε το μυαλό μας… Οι εχθροπραξίες δυο μικρών και ανυποχώρητων χωρών ανάγκαζαν όλους τους προσκεκλημένους να αλλάξουν το δρομολόγιό τους και να ακολουθήσουν το μεγάλο μονοπάτι του Αετού. Όλοι λυπούνται σε τέτοιες περιστάσεις και να βοηθήσουν θέλουνε για να λυθεί η διαφορά. Είναι, όμως, κάποιοι λαοί αδύναμοι και ανώριμοι… αναστατώνουν τη γαλήνη χωρίς να γνωρίζουν τελικά το λόγο.

Μα τα Πλάσματα δεν έχαναν το κουράγιο τους, μιας και η περίφημη αυτή διαδρομή δεν ήταν μια οποιαδήποτε πορεία, ήταν ένας θρίαμβος. Γειτονιές με καστανιές και πλατάνια, σοκάκια με αναρριχώμενες μουριές, ατίθασα νερά, βουβές στροφές μ’ έφηβους αντικατοπτρισμούς και πλάσματα φιλήσυχα, απομακρυσμένα και σπάνια ιδωμένα στα ανθρώπινα μέρη… κι ένα τραγούδι χαμηλό, μελαγχολικό, όχι για όσα χάθηκαν, μα γι’ αυτά που κρύφτηκαν φοβισμένα. Η ανάβαση είναι μια σιωπηλή πορεία – μην τυχόν φοβηθούν οι κάτοικοι αυτού του αρχαίου δάσους και νιώσουν λαθεμένα πως απειλούνται – και η κατάβαση μια ξέφρενη κατηφόρα με τη συνοδεία μιας ολόκληρης κοινωνίας πουλιών και ανέμων. Τα μάτια των Ανθρώπων στην ανάβαση θαμπώνονται από την ουτοπία της πραγματικότητας. Τα μάτια των Ανθρώπων στην κατάβαση αναπληρώνουν όσα όνειρα είχαν από καιρό αμελήσει. Τα μάτια των Ανθρώπων με την τύχη στο πλευρό τους.

Το πέρασμα μιας τέτοιας πορείας προμηνύει πάντα ένα καινούριο πνεύμα.

Ανήμερα των γενεθλίων του μέγα αμπελιού, γνωρίστηκαν το αγόρι και το κορίτσι. Την ώρα που το αγόρι έδενε το άλογό του στο πόδι μιας ελιάς και το κορίτσι έδενε τα μαλλιά της με την ουρά ενός κομήτη. Ένας σοφός γιατρός της εποχής, ξακουστός για τη μαγεία της λογικής του σε κάθε ορίζοντα του Ανθρώπου, έγραψε πως στο έβδομο πέρασμα του Φεγγαριού από την έβδομη σοδειά του κόκκινου αμπελιού, οι άνθρωποι επαναστάτησαν.

Οι φωτισμοί του Παράδεισου – πλούσια άστρα που δώρισαν όλο το φως τους στους ανθρώπους λιγάκι πριν πεθάνουν – μαλάκωσαν τη στάση τους και πέταξαν πάνω από τα παρτέρια της Κόλασης, να πρασινίσει το πρόσωπο του σκοταδιού. Οι κλεψύδρες των πλανητών γύρισαν το σώμα τους ανάποδα να κυλήσει η λάμψη δυο ανθρώπων και να ζήσει μια φορά.

Πριν ακόμα προλάβουνε δεύτερη φορά να κοιταχτούνε ρώτησε το κορίτσι :

« Διάβασα στο αρχαιότερο βιβλίο της χώρας μου τη λέξη έρωτας, ξέρεις τι μπορεί να σημαίνει;»

και ξαναρώτησε αμέσως « την έχετε στην πατρίδα σου, μπορείς να μου πεις λοιπόν;»

Το αγόρι την κοίταξε βαθειά με τη σιγουριά του λιονταριού και αποκρίθηκε:

«Έρωτας στην πατρίδα μου είναι η αναμενόμενη ουτοπία»

και συνέχισε με την αυτοπεποίθηση της αυγουστιάτικης μπόρας:

«Μα και στη δική σου πατρίδα το ίδιο σημαίνει, μιας κι έχουμε το ίδιο αίμα και τον ίδιο προορισμό».

Το κορίτσι χαμογέλασε σα να κατάλαβε και άπλωσε το χέρι της σα να ένιωσε τα λόγια του αγοριού. Μπήκανε, λοιπόν, στον κυκλικό χορό των ανθρώπων από το στόμα μιας ψηλής κληματαριάς  και πιάστηκαν, όπως πιάνονται τα καράβια στο αγκίστρι του Καιρού, όπως δένονται οι άνεμοι στον κόμπο των κυμάτων.

«Ποιος σου έμαθε αυτούς του χορούς;» ρώτησε δυνατά το αγόρι.

Η μεθυστική μουσική και οι φωνές των εκστασιασμένων καλεσμένων έφεραν τα χείλη του αγοριού πολύ κοντά στο μυαλό του κοριτσιού.

«Μου τους δίδαξε η κόρη της Ομορφιάς», απάντησε χωρίς να ενοχλείται καθόλου από την ελάχιστη απόσταση της αύρας του αγοριού με τη δική της.

«Η Απλότητα;» ξαναρώτησε το αγόρι δίχως να χάνει τα βήματα του χορού.

«Όχι η μεγάλη, η μικρή της κόρη, η Αγνότητα», είπε το κορίτσι κι επιτάχυνε το βήμα της ανοίγοντας το χορό σε μεγαλύτερη έκταση. Το βλέμμα της τράβηξε τα πόδια του αγοριού κι ένιωσε το σώμα του σαν ξεκούραστο από πάντα.

«Εγώ πιστεύω στις νεράιδες, εσύ πιστεύεις στη συντροφικότητα;» ρώτησε το αγόρι κι ένας σπινθήρας σημάδεψε με το όνομά του το πλακόστρωτο του χορού.

Το κορίτσι αναπήδησε, αιωρήθηκε στον αέρα, ίσα να κυλήσει κάτω από τα πόδια της μια βιαστική πασχαλίτσα, κι απάντησε όλο χάρη:

«Η συντροφικότητα είναι το πιο οικείο συναίσθημα σε αυτόν τον απέραντο Κόσμο, δεν είναι περίεργο, αλήθεια…;»

Το αγόρι χαμογέλασε κι αισθάνθηκε ένα γλυκό φόβο να γεμίζει ο,τιδήποτε δεν είχε προφτάσει να κατακτήσει ο έρωτάς του γι’ αυτήν την κοπέλα.

Προτού χωριστούνε εκείνο το βράδυ και φύγει ο καθένας για την μακρινή του χώρα, το αγόρι τής χάρισε το δέρμα μιας ηλιαχτίδας και της είπε:

«Για να ντύσεις το μαξιλάρι σου! Δεν το τρυπάει το σκοτάδι».

Το κορίτσι δίπλωσε προσεκτικά το δέρμα της ηλιαχτίδας και το έβαλε στο πρώτο συρτάρι του ανέμου που τη συνοδεύει πάντα στα ταξίδια της. Έπειτα, έβγαλε από το δάχτυλό της το μαρμάρινο δαχτυλίδι της, του το έδωσε κι έτρεξε γρήγορα στην άμαξά της. Τα άλογά της με τα πέταλα του ήχου δέσανε τα γκέμια τους στα σύννεφα και ξεκινήσανε για τον γυρισμό.

Πρόλαβε να της φωνάξει, όμως, το αγόρι:

«Στο επόμενο πέρασμα του Φεγγαριού, στα γενέθλια της κόκκινης Φράουλας, εκεί θα σε περιμένω» και το κορίτσι, για να αποδείξει πως άκουσε καλά και πως θα πάει, έλιωσε έναν κεραυνό κι έριξε το ζωμό του στη Γαλάζια Θάλασσα.

Όλοι οι Άνθρωποι ήξεραν πως η ξύλινη άμαξα του αγοριού κωπηλατεί με τη συγκέντρωση ενός βέλους τη Γαλάζια Θάλασσα  για να φθάσει στη χώρα του. Κάτω από τους Τρεις Ουρανούς, χίλιες φάλαινες περιφρουρούν τις ακτές της χώρας των Ρομαντικών Λιονταριών. Το αγόρι φόρεσε το δαχτυλίδι στο δάχτυλο που δείχνει το καθαρό μέλλον κι επιβιβάστηκε.

Τα μοναστήρια της Ομορφιάς στην πλάτη του ήταν πλέον μια σοφή οδηγία και μια γραπτή υπόσχεση.

Η μοναχική θέα του γυρισμού δεν είναι παρά η πτώση του εγωισμού, δεν είναι παρά η μουσική της συνειδητοποίησης της πραγματικής μας ανάγκης. Η γαλήνη, που έρχεται όταν είμαστε κατάκοποι, σωριασμένοι πάνω στην αλήθεια. Οι καμένες σελίδες ενός βιβλίου που δε διαβάστηκε ποτέ, σκορπισμένες στον ουρανίσκο του ηλιοβασιλέματος… αυτό είναι η μοναχική θέα που τα πουλιά μοναδικά ξέρουνε να μετατρέπουν σε κραυγές κι όχι σε εικόνες.

Η ξύλινη άμαξα πέρασε ξυστά από ανεμοστρόβιλους και τυφώνες θεόρατους σαν το θυμό μιας γυναίκας. Απέφυγε ανεμοθύελλες και πληγωμένες σχισμές και δεν έπεσε στα κενά αέρος της ντροπής. Κι αν έφτασε πολύ κοντά στον Ήλιο, αυτός έκαμψε τις φλόγες του και μίκρυνε την εμβέλειά τους, μιας και ήξερε πως το αγόρι είχε δοθεί στον ενθουσιασμό ολοκληρωτικά. Ποιος αρνείται στον Έρωτα την υπερβολή και ποιος τού τη στερεί;

Διότι έρωτας είναι απλά η μαγική ευκαιρία να ζήσουμε ξανά και ξανά μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία…

Λένε, στη χώρα των λύκων του Βορρά, πως η νοοτροπία των προβάτων ανάγκασε τους Ανθρώπους να επινοήσουνε τους φράχτες. Πως κάθε πράξη έχει το νόημά της˙ κι αν το στερείται, δεν είναι πράξη, μα μια παράλογη δύναμη. Αυτά διάβαζε το κορίτσι κι έπλεκε τα πρώτα ρούχα της Εξέγερσης, μιας κι αυξανότανε γοργά το πλάτος της μέρας πάνω στα μήκη της Γης. Το κορίτσι έψαχνε τον άξονα του Κόσμου τώρα, την καθημερινή Ευτυχία. Κάτω από χιονισμένα βουνά, στα κέρατα των ζώων, πίσω απ’ τα αφτιά των κυμάτων. Κοίταγε μες στο στόμα κάθε αμμουδιάς της χώρας της και σήκωνε το καπάκι κάθε βράχου. Δεν έβλεπε κάτι που να την έπειθε πως είχε βρει τον πολυπόθητο άξονα. Αποφάσισε να γράψει ένα γράμμα στο αγόρι να το ρωτήσει

«Αγαπημένε μου, πολλά αστέρια τώρα γυρεύω τον άξονα του Κόσμου και της ευτυχίας μου τον κορμό. Πουθενά δεν είχα την τύχη του… Μα πού αλλού να ψάξω, πες μου αν γνωρίζεις, σε ποιο μέρος της φύσης να τον αναζητήσω τον άξονα του δικού μας Κόσμου, τον πυρήνα που δε σβήνει ποτέ; » έγραψε πάνω στη ράχη ενός νεογέννητου άλμπατρος και του ψιθύρισε ν’ αφήσει το μήνυμα περνώντας απ’ τη χώρα του αγοριού. Το άλμπατρος σηκώθηκε στα πρώτα σκαλιά του ανέμου και το κορίτσι τότε του φώναξε τόσο δυνατά, σα να ήθελε να μην ξεχαστεί ποτέ ο λόγος της

«Γρήγορα πες του να μου απαντήσει, πριν τα γενέθλια της Κόκκινης Φράουλας » και το άλμπατρος γέμισε λευκές εξισώσεις τον ουρανό για να δείξει την αφοσίωσή του στην αποστολή του.

Ώρες γαλάζιες κι ώρες μαύρες με το χρυσό στα χείλη. Ώρες προχώρησαν χωρίς κανείς να τις μετράει και κανείς να δικαιωθεί. Όποιος γευματίζει με την Αλήθεια, δεν μπορεί να χωνέψει καμία ψευδαίσθηση.

Η απάντηση έφτασε όταν ακόμα η αναπνοή της προσμονής ήταν όρθια και δυνατή:

«Ο άξονας του Κόσμου είναι η αγκαλιά της φύσης με το ανέγγιχτο, στο μονοπάτι που οδηγεί στο Άγραφο Χαρτί» έγραψε το αγόρι στο πόδι ενός παλιού δέντρου κι αυτό ταξίδεψε ρίζα ρίζα ως την αυλή του κοριτσιού και φύτρωσε μπροστά της. Το κορίτσι πότισε το νεοφερμένο δέντρο και άκουσε τη γνώμη του για τους μακρινούς πολέμους, την ανατροφή των δασών και το χαρακτήρα του χώματος. Έλαβε σοβαρά υπ’ όψη της όσα της είπε, ώστε να σχεδιάσει σωστά το μέλλον της χώρας της. Κατόπιν, διάβασε το γράμμα, χαμογέλασε και μονολόγησε:

«Δεν έχω ιδέα πού στέκεται αυτό το μέρος, υποθέτω θα με πάει ο ίδιος μια μέρα», είπε χαμηλόφωνα, σα να ήθελε ν’ ακουστεί μονάχα από τα πλάσματα γύρω της και μπήκε στο δωμάτιό της να διαλέξει φόρεμα για το βραδινό της προορισμό.

Οι ντουλάπες των γυναικών είναι κάστρα μαγεμένα και απόρθητα.

Φόρεσε ένα από τα γαλάζια φορέματα που άφησαν πίσω τους οι γοργόνες, που κάποτε κυβερνούσαν αυτόν τον τόπο, κι έδεσε τα μαλλιά της μ’ ένα αποξηραμένο φύκι. Φεύγοντας απ’ το σπίτι της για το μοναχικό σκοπό της, σκέφτηκε πού μπορεί να βρίσκεται απόψε το αγόρι κι αναρωτήθηκε

«Ποια να είναι η επόμενη ερώτησή μου, τι άλλο θα ήθελα να μάθω πολύ, πριν τον συναντήσω;»

Το βράδυ αυτό βουτούσε στο βαθύ πηγάδι της δικιάς της χώρας, αντίστροφα να φθάσει στην αρχή του Νερού, να του μιλήσει. Οι επισκέψεις του είχαν αραιώσει και το κορίτσι ανησυχούσε. Ο πλούτος της πατρίδας της είχε βασιστεί στην όμορφη συνεργασία της με το Νερό. Τι είχε αλλάξει ή τι είχε συμβεί δεν ήξερε και ταξίδεψε την διαδρομή της Υγείας, όπως τη λέγανε οι παλιοί, όλη νύχτα. Τα αιτήματα του Νερού θα γίνονταν πάση θυσία δεκτά και η πρωτοκαθεδρία του αυτονόητα παραδεκτή. Το πρωί θα ήταν εκεί και θα την υποδεχόταν η Δροσιά με την παγωμένη της ομορφιά, που ξεδιψά τους ταξιδευτές όλου του Κόσμου μες στην αντάρα των μεγάλων ποταμών και τη βαριά ανάσα των αρχαίων βουνών. Το κορίτσι σκεφτόταν την αποστολή της μα και το αγόρι. Αποφάσισε να του ετοιμάσει κάποια δώρα για τη μέρα που θα τον δει και γι’ αυτό θα έπρεπε, μόλις γυρνούσε από τη χώρα του Νερού, να ξεκινήσει τη δημιουργία τους. Μάλιστα, έγραψε μια λίστα με τα δώρα καθώς κυλούσε κάτω από τους θεόρατους ασβεστόλιθους και τα δακρυσμένα μπαλκόνια τους, καθώς τα χρώματα ανακτούσαν την παιδική τους μνήμη:

«Μια ζεστή σοκολατένια άμαξα για το χειμώνα

 Δύο αθάνατα ελάφια να φυλάνε το σκοτάδι της ψυχής του

 Μελάνι από τις καλύτερες σουπιές να απαντάει στους εχθρούς του

 Βοτάνια από απάτητα μέρη να γιατρεύει κάθε μορφή εξουσίας»

 και είπε πάλι « τα δώρα θα είναι ίδιο χρώμα με τη Ομορφιά  του».

Το Φως πατούσε και στα τέσσερα τεταρτημόρια του Φεγγαριού, ο Κόσμος είχε γείρει στον ώμο τού ορίζοντα και η Φωτιά δίδασκε έναντι αμοιβής τη γλώσσα των σκιών.

Ώρες γαλάζιες κι ώρες μαύρες με το χρυσό στα χείλη. Ώρες προχώρησαν χωρίς κανείς να τις μετράει και κανείς να δικαιωθεί. Όποιος χαμηλώνει τον πόνο μέσα του, φωτίζει τις λεπτομέρειες της αναγκαίας αλλαγής.

(Φωτογραφία από την Έφη Τσάκαλη/ Comfortubly Numb)

Christos Koukis

About Christos Koukis

Ήθελε τόσο να μεγαλώσει και τα κατάφερε στην Αθήνα. Ήθελε τόσο να σπουδάσει σε ένα πιο βαρετό ίδρυμα από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο μα στάθηκε άτυχος. Ήθελε τόσο να ταξιδέψει σε πολλά και διαφορετικά μέρη που κάπου ανάμεσα ξέχασε το μυαλό του. Η κακιά η ώρα τον έκανε ποιητή και του μπέρδεψε μια μελωδία στην γλώσσα. Λατρεύει την σοκολάτα και κάθε παράγωγο της φαντασίας. Δεν του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του όταν είναι μπροστά ο ίδιος. Πάντα θυμάται πως δεν είναι όσα λένε οι άλλοι πως είναι.