Μια σύγκρουση, μια κηδεία και μια διάχυτη αίσθηση ευαλωτότητας με έκανε αυτές τις μέρες να αναρωτηθώ για το νόημα της αγάπης. Ορισμένοι μπορεί να το θεωρήσετε αφελές και γλυκανάλατο ή να φανταστείτε ότι πρόκειται για τον ετεροχρονισμένο ενθουσιασμό μου στην ανακάλυψη κάποιας new age φιλοσοφίας… και γιατί όχι, σε μια εποχή όπου ο κυνισμός έχει γίνει κανόνας…

Ίσως γιατί κατά τη γνώμη μου μεγαλύτερη αφέλεια είναι να συνεχίσουμε να πορευόμαστε χωρίς να αναρωτηθούμε για το νόημα της αγάπης, για το τι σημαίνει να αγαπάς… ειδικά αφού όλοι διψάμε για αγάπη από τη στιγμή που γεννιόμαστε μέχρι τη στιγμή που πεθαίνουμε – και αυτό στην ουσία του δεν αλλάζει σε όποια εποχή κι αν ζούμε…

Δεν είναι ότι η αγάπη δεν έχει σημασία για εμάς. Βλέπουμε αχόρταγα ταινίες που διαδραματίζουν ιστορίες αγάπης, ακούμε αναρίθμητα τραγούδια – περισσότερο ή λιγότερο ποιοτικά –  που μιλούν γι’ αυτήν, σπάνια όμως  αναρωτιόμαστε για το τι είναι τελικά η αγάπη… ή θεωρούμε ότι χρειάζεται να μάθουμε κάτι γι’ αυτήν αφού στο μυαλό των περισσότερων ανθρώπων η αγάπη είναι ένα συναίσθημα ευχάριστο, φυσικό και πηγαίο… που αν είσαι τυχερός το βρίσκεις και τα πράγματα κυλάνε από μόνα τους.

Κι όμως οι αποδείξεις για το αντίθετο είναι παντού και είναι πολλές… Λίγα είναι τα εγχειρήματα που ξεκινούν με τόσες προσδοκίες και ελπίδες, και που ωστόσο αποτυγχάνουν τόσο συχνά όσο η αγάπη. Αν αυτό μας συνέβαινε με οποιοδήποτε άλλο εγχείρημα η πρώτη μας δουλειά θα ήταν να αναρωτηθούμε για τους λόγους που το προκαλούν και να δούμε πως μπορούμε να γίνουμε καλύτεροι – ή σε τελική να τα παρατήσουμε εντελώς.

Με την αγάπη όμως δε συμβαίνει ούτε το ένα ούτε το άλλο – εξακολουθούμε να προχωράμε με την αφελή πεποίθηση ότι αν σταθούμε τυχεροί θα ‘ρθει να μας βρει… ή ότι θα διατηρηθεί από μόνη της σα να είναι η αγάπη αποκλειστικά θέμα τύχης – όπου ευθύνη εμείς καμία…

Άνθρωποι προστίθενται στη λίστα των «απωλεσθέντων αντικειμένων» και εκεί μένουν – επειδή μας πόνεσαν, μας απογοήτευσαν, δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες μας… Αγαπήσαμε και προδοθήκαμε… τόσο απλά…

Μερικά ή περισσότερα ράμματα στην καρδιά μας και άσε το χρόνο να θρέψει τις πληγές… που για καιρό θα είναι ευαίσθητες και θα πονάνε… μέχρι να ξαναδοκιμάσουμε, πιο σκληροί, πιο μουδιασμένοι, πιο οχυρωμένοι αυτή τη φορά…

Μήπως όμως έχουμε πέσει σε πλάνη και τελικά δεν είναι εύκολη υπόθεση η αγάπη;

Μήπως το να αγαπάς είναι τέχνη, την οποία χρειάζεται να μάθουμε και να εξασκήσουμε, όπως υποστηρίζει ο Erich Fromm, στο παλιό και κλασσικό The Art of Loving?

Γιατί, αν είναι έτσι… αν κάτι δεν έχουμε καταλάβει και η αγάπη είναι τέχνη, τότε «χρειάζεται γνώση και προσπάθεια».

Ποιές βασικές πεποιθήσεις βρίσκονται πίσω από τη στάση «ότι δεν έχουμε να μάθουμε τίποτα για την αγάπη»;

Όπως επισημαίνει ο Erich Fromm στο “The Αrt of Loving” για τους περισσότερους το ζήτημα της αγάπης έγκειται κυρίως στο πώς να αγαπηθούν παρά στο πώς οι ίδιοι αγαπούν.

Το πρόβλημα δεν είναι η δική μας ικανότητα να αγαπάμε αλλά το εάν και πώς θα μας αγαπήσουν, κάτι για το οποίο είμαστε διατεθειμένοι να πασχίσουμε από πολύ νωρίς στη ζωή μας…

Η Αnne Truit, αμερικανίδα ψυχολόγος και καλλιτέχνης, στο βιβλίο της «Daybook», με πολύ γλαφυρό τρόπο περιγράφει μια συμβολική στιγμή των παιδικών της χρόνων όπου για πρώτη φορά νιώθει την ανάγκη να υποστεί κάτι που επάνω της αισθάνεται παράταιρο και ενοχλητικό προκειμένου να ευχαριστήσει τους άλλους και να πάρει την επιδοκιμασία τους. Είναι η στιγμή που η μητέρα και η νταντά της, προσπαθούν με περίσσεια αποφασιστικότητα και ενθουσιασμό να στερεώσουν στο κεφάλι της ένα περίτεχνο κότσο από μπούκλες,  με τον οποίο αρχίζει να νιώθει  εξαιρετικά άβολα, σα να έχουν προσθέσει κάτι ξένο επάνω της.

«Κάτι μου είχε προστεθεί. Ήθελαν να είμαι κάτι παραπάνω και το «παραπάνω» ήταν η μπούκλα. Άρχισα να θέλω να «ευχαριστήσω» για να πάρω την επιδοκιμασία». Άρχισα να συμμετέχω στο ψέμα ότι ήμουν κάτι ξεχωριστό, να παίρνω αυτό το ρόλο, να αποδέχομαι αυτό που δεν ήθελα και δεν σκεφτόμουν καν σωστά για τον εαυτό μου προκειμένου να γευτώ την αρρωστημένα γλυκιά γεύση της επιδοκιμασίας»

[…]

Μέσα στο παιδικό της μυαλό, γεννιέται η ιδέα ότι χρειάζεται να ευχαριστεί τους άλλους προκειμένου να αξίζει την αγάπη τους.

“Ο κότσος είναι η πιο πρώιμη ανάμνηση που έχω από ένα νήμα του ιστού που ύφανα για να προσθέσω σ’αυτό που ήμουν εκείνο που οι άλλοι ήθελαν να είμαι. Η ιδέα ότι πρέπει να πληρώ αυθαίρετες προϋποθέσεις πυροδοτήθηκε από την ξεκάθαρη αναγνώριση ότι ήμουν πολύ μικρή και ανίσχυρη… και αναμείχθηκε με το φόβο ότι εάν αποτύγχανα να εκπληρώσω αυτές τις μυστηριώδεις προϋποθέσεις θα με εγκατέλειπαν»

Από παιδιά μαθαίνουμε ότι για να μας αγαπούν χρειάζεται να πληρούμε όρους και προϋποθέσεις. Και όπως επισημαίνει η Truitt, αυτή τη στάση τη στρέφουμε και προς τα έξω, στον τρόπο που σχετιζόμαστε και αξιολογούμε τους άλλους, ενδίδοντας σε μια επικίνδυνη και αλαζονική παρόρμηση να επιβάλλουμε στην ταυτότητά τους τα δικά μας πρέπει…

«Εκτός και αν είμαστε πολύ, πολύ προσεκτικοί, καταδικάζουμε ο ένας τον άλλο, εμμένοντας σε εικόνες ο ένας του άλλου βασισμένες σε προκαταλήψεις που με τη σειρά τους βασίζονται σε αδιαφορία για οτιδήποτε είναι άλλο από τον εαυτό μας. […] Διεκδικούμε την αυτονομία για τον εαυτό μας και ξεχνάμε ότι πράττοντας έτσι πέφτουμε στην τυραννία του να ορίζουμε τους άλλους ανθρώπους όπως θα τους θέλαμε να είναι. Εστιάζοντας σε αυτά που επιλέγουμε να αναγνωρίσουμε σε εκείνους, τους επιβάλλουμε έναν ύπουλο έλεγχο. Συνειδητοποιώ ότι πρέπει να είμαι πολύ προσεκτική προκειμένου να ακούω τους άλλους με ένα ανοιχτό μυαλό που τους επιτρέπει να είναι όπως είναι ή όπως πιστεύουν ότι είναι”.

[…]

 Και καταλήγει σε έναν πολύ όμορφο ορισμό της αγάπης:

«Το αντίθετο αυτής της αδιαφορίας είναι η αγάπη, να τιμάς τους άλλους με έναν τρόπο που τους επιτρέπει τη χάρη της αυτονομίας τους και την αμοιβαία ανακάλυψη.»

Μια δεύτερη υπόθεση που σύμφωνα με το Fromm βρίσκεται πίσω από τη στάση ότι δεν υπάρχει τίποτα να μάθουμε για την αγάπη, είναι η υπόθεση ότι το πρόβλημα της αγάπης είναι πρόβλημα ενός «αντικειμένου» και όχι πρόβλημα μιας ικανότητας.

Οι άνθρωποι νομίζουμε ότι το να αγαπάς είναι απλό αλλά το να βρεις το κατάλληλο «αντικείμενο» να αγαπήσεις – ή από το οποίο να αγαπηθείς – είναι αυτό που είναι το δύσκολο.

Το ενδιαφέρον είναι πως αυτή η θεωρία τείνει να επιβεβαιώνεται αφού είναι πράγματι δύσκολο να βρεις ή και να διατηρήσεις την αγάπη από μια θέση τόσο αυτάρεσκη, όπου το πρόβλημα δεν είναι αν εσύ είσαι «εντάξει» αλλά εάν ο άλλος είναι «εντάξει»…

Αυτή η στάση αντανακλάται και στην ευκολία με την οποία σπεύδουμε να κρίνουμε και να καταδικάσουμε τον άλλο, ένα σημείο που με μεγάλη δριμύτητα επισημαίνει και πάλι η Truitt, συμπυκνώνοντας την ουσία της συμπόνοιας και της ενσυναίσθησης:

Πάντα με μπέρδευε η ταχύτητα με την οποία οι άνθρωποι καταδικάζουν ο ένας τον άλλο. Νιώθοντας ότι έχουν τόσο δίκιο σαν τον Ιησού, που κυνηγούσε τους Φαρισαίους στο ναό, εξορίζουν τους συνανθρώπους τους στο απώτερο σκοτάδι της αποδοκιμασίας τους. Αυτό φαίνεται να τους δίνει έντονη ευχαρίστηση. Όποτε μπαίνω στον πειρασμό αυτής της ευχαρίστησης, θυμάμαι κάποια παρόρμηση στον εαυτό μου που θα μπορούσε να με έχει οδηγήσει, κάτω από ορισμένες συνθήκες, στη θέση του καταδικασμένου. Αυτό με έχει κάνει να μην εμπιστεύομαι εκείνο το κομμάτι του εαυτού μου που θα απολάμβανε αυτή την αίσθηση αυτοδικαίου”.

Μετά από όλα αυτά, μπορεί να σας έχει δημιουργηθεί ένας γόνιμος προβληματισμός σε σχέση με το τι σημαίνει να αγαπάς. Μπορεί και όχι…

Μπορεί να θέλετε να εξετάσετε τον τρόπο με τον οποίο η λαχτάρα σας να αγαπηθείτε, διαμόρφωσε ή/και ακόμη διαμορφώνει την προσωπικότητα, τη στάση, συμπεριφορά σας, τους όρους και τις προϋποθέσεις υπό τους οποίους έχετε μάθει να αγαπάτε τον ίδιο σας τον εαυτό και τις προεκτάσεις που αυτό έχει στην ικανότητά σας να αγαπάτε τους άλλους…

Μπορεί να έχετε τη διάθεση να δείτε πράγματι την αγάπη ως τέχνη και να θελήσετε να εστιάσετε περισσότερο στο μέρος της εξίσωσης που σας αφορά…

Mπορεί να αποφασίσετε ότι θέλετε να πάτε την αγάπη “πιο πάνω…”.

Μπορεί και όχι…

Η αγάπη δεν είναι πρωταρχικά μια σχέση με ένα συγκεκριμένο άτομο, είναι μια στάση, ένας προσανατολισμός του χαρακτήρα που καθορίζει τον τρόπο που ένα άτομο σχετίζεται με τον κόσμο ως σύνολο, όχι προς ένα «αντικείμενο» αγάπης~ Εrich Fromm

About Elena Kampisopoulou

Η Έλενα Καμπισοπούλου είναι θεραπεύτρια-ψυχολόγος και απολαμβάνει να εξερευνά ακούραστα τα υπαρξιακά ερωτήματα, που αναπόφευκτα τίθενται από τη ζωή με μια μάλλον αισιόδοξη προοπτική και τη διάθεση να αγκαλιάζει την εμπειρία με το μαγικό τρόπο που αυτή ξεδιπλώνεται. Αγαπά τις λέξεις και τα λογοπαίγνια, τις αντιθέσεις, τα παράδοξα, τον ήλιο και τη θάλασσα, τις καυτερές γεύσεις, τις έξυπνες συζητήσεις και γοητεύεται από το συνδυασμό δύναμης και ευαισθησίας στους ανθρώπους. Αφιερώνει το χρόνο της στη θεραπευτική της δουλειά, που γίνεται έναυσμα για διαρκή προσωπική διεύρυνση, το διάβασμα, το γράψιμο, τη γυμναστική, τη χαλάρωση νου και σώματος και την ανάπτυξη νέων project με ανθρώπους που μοιράζονται τα ενδιαφέροντα και τον ενθουσιασμό της.