Ας μελαγχολήσουμε λιγάκι. Είναι η κατάλληλη εποχή ν’ αφεθούμε χωρίς τύψεις σ’ αυτό το συναίσθημα που γεμίζει την αμηχανία που υπάρχει ανάμεσα στην θλίψη και την ευτυχία. Αυτό το γρατζούνισμα του βινυλίου καθώς γυρνάει και πάντα συγκινεί περισσότερο απ’ το ήχο μιας τέλεια επεξεργασμένης μουσικής. Η διάθεσή μας αυτή πηγάζει απ’ το παράπονο για κάτι που δεν ήρθε ή για κάποιον που χάθηκε. Μια σχέση που χάλασε άδικα ή μια σχέση που κράτησε μάταια. Το γόνατο του χρόνου που πονάει κάθε φορά που αλλάζει ο καιρός διότι τίποτα δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά. Είναι η ανάγκη για ζεστασιά κι ας είμαστε στην μέση του καλοκαιριού, μιας και πολλές φορές βλέπουμε στον καθρέφτη μας ανθρώπους που τόσο μας μοιάζουν και τόσο κρυώνουν. Η μελαγχολία, μ’ αυτόν τον ανεπαίσθητο γλυκό της πόνο, μας υπενθυμίζει να υπάρχουμε.

Κάθομαι στο μπαλκόνι με κλειστά φώτα και καθαρίζω φρούτα ή τουλάχιστον προσπαθώ να τα καταφέρω. Σκέφτομαι τα παιχνίδια που παίζει το μυαλό και χαζεύω τον καθαρό ουρανό που είναι σαν πίστα αεροδρομίου, έτοιμη για τις πτήσεις των σκέψεων εκατομμυρίων ανθρώπων.

Μια φίλη φεύγει απόψε για το εξωτερικό. Με αεροπλάνο ή με αυτοκίνητο δεν έχει σημασία. Αυτό που μετράει είναι η απόσταση που θα χαραχθεί ανάμεσά μας και πώς εμείς θα την γεμίζουμε, πώς θα την χρωματίζουμε. Θέλω να νομίζω πως βαθειά μέσα της λυπάται μα ξέρω πως δεν βλέπει και την ώρα να ζήσει κάτι πρωτόγνωρο, κάτι πιο κοντινό στον εαυτό της. Έχει αποφασίσει τι είναι δικό της και αυτό της δίνει μια υπεροχή. Της δίνει μια εσωτερική όραση που φορτίζεται απ’ το φως των αστεριών και μια γεύση της μελαγχολίας που δεν πικρίζει το μέλλον μα το στολίζει με μια λιτή, διαχρονική μνήμη.

Η φίλη μου χώρεσε τον κόσμο της σ’ ένα όνειρο χωρίς να τον στριμώξει. Τι γίνεται, όμως, με αυτούς που δεν το έχουν καταφέρει ακόμα;

Τα βράδια η μοναξιά πετάει συνεχώς γύρω απ’ την αναμμένη λάμπα μιας άρνησης και εσύ στριφογυρίζεις στον ύπνο σου με τα μάτια ανοιχτά. Η θάλασσα σε καλεί να πάρεις το μερίδιο σου στο ταξίδι και εσύ φεύγεις με το μερίδιό σου σ’ ένα ακόμα πνιγμό. Ενώ σε σημαδεύει ο ήλιος, σε καίει ένα φόβος. Σηκώνεις το χέρι σου ν’ απαντήσεις στα ερωτήματα του έρωτα μα για κάποιον άγνωστο λόγο δεν είναι η σειρά σου. Σου φαίνεται τόσο παράδοξο που ενώ όλα έχουν μια τιμή, αυτό που στερείσαι είναι ανεκτίμητο. Τόσες πολλές οι αδυναμίες και εσύ πρέπει να διαλέξεις τη μία που θα σε κάνει να αισθάνεσαι βολικά σ’ αυτόν τον κόσμο. Κάτι συμβαίνει τις ζεστές νύχτες του καλοκαιριού όταν δεν τις μοιράζεσαι με κάποιον μα δεν ξέρεις τι είναι αυτό το αταίριαστο συναίσθημα, έτσι δεν είναι; Κοιτάζοντας το αμετάφραστο, ακόμα, κομμάτι του εαυτού σου, συνειδητοποιείς πως ο πειρασμός να προχωρήσεις προς μια κατεύθυνση είναι πλέον ο ιδανικός για την αισθητική σου.

Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι σαν τις δημοκρατίες. Χρειάζονται δικαιοσύνη και όχι ελεημοσύνη. Χρειάζονται το πλάτος σαν αυτό που μας χαρίζει η θάλασσα με τον ορίζοντα. Διασταυρώνονται και χωρίζουν, γνέφουν και ρίχνουν το βλέμμα τους και πάλι διασταυρώνονται. Οι ανθρώπινες στιγμές απαιτούν μικρές δόσεις μελαγχολίας για να δικαιώνεται πάντα το παιδί που γυρνάει μέσα μας ανέμελο σε μια παραλία μ’ ένα κοχύλι κολλημένο στο αυτί του.

(* Spring-summer collection 2014 titled D I A S P O R A by Nassos Ntotsikas Marianna Polychronidi Close Up )  

Christos Koukis

About Christos Koukis

Ήθελε τόσο να μεγαλώσει και τα κατάφερε στην Αθήνα. Ήθελε τόσο να σπουδάσει σε ένα πιο βαρετό ίδρυμα από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο μα στάθηκε άτυχος. Ήθελε τόσο να ταξιδέψει σε πολλά και διαφορετικά μέρη που κάπου ανάμεσα ξέχασε το μυαλό του. Η κακιά η ώρα τον έκανε ποιητή και του μπέρδεψε μια μελωδία στην γλώσσα. Λατρεύει την σοκολάτα και κάθε παράγωγο της φαντασίας. Δεν του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του όταν είναι μπροστά ο ίδιος. Πάντα θυμάται πως δεν είναι όσα λένε οι άλλοι πως είναι.