Άνθρωποι φεύγουν και έρχονται, περνάνε σύνορα και δεν περνάνε, τους διώχνουν και τους σταματούν, τους θυμούνται και τους ξεχνάνε, αγωνίζονται να ξεχάσουν και ξεχαστούν. Τίποτα πιο άδειο από όλα αυτά που συμβαίνουν χρόνια τώρα σε χώρες όχι και τόσο μακριά… Μα και μακριά να ήταν πάλι το άδειο συναίσθημα θα έμενε, το άδειο ανθρώπινο συναίσθημα όχι τόσο επειδή συμβαίνουν αλλά επειδή δεν επεμβαίνουμε. 2015 μ.Χ και δεν έχουμε το απαραίτητο αισθητικό και πολιτιστικό κριτήριο να παρέμβουμε και να σώσουμε τον άνθρωπο. Άνθρωποι που πληρώνουν για να ζήσουν και άνθρωποι που προσδιορίζουν την ομορφιά πάνω στην κάθε τους αναπνοή.

Περπατώ σε αυτήν πόλη, με τα χαλασμένα πεζοδρόμια και τα μπαζωμένα ποτάμια. Την πόλη με τους βρώμικους δρόμους, την μηδαμινή ανακύκλωση και τους ανάγωγους οδηγούς. Την πόλη με τα αρχαία σημαντικά μνημεία και τα ανύπαρκτα σύγχρονα. Την πόλη με τα ωραία bars και τις ζεστές γειτονιές. Την πόλη με τα χείλη στην θάλασσα και το μέτωπο ακουμπισμένο στα βουνά. Αναμφισβήτητα είμαι σε πολύ καλύτερη θέση από άλλες βομβαρδισμένες πόλεις και σε λιγότερη καλή θέση από άλλες ευρωπαικές πόλεις. Το “καλύτερο” λοιπόν είναι το κρίσιμο ζήτημα, ο τρόπος δηλαδή να γίνει ο άνθρωπος ωφέλιμος σε όλα τα επίπεδα για τον άνθρωπο και το περιβάλλον του… τι θα αποφασίσουμε και πόσο γρήγορα;

Ανοίξανε οι ασκοί του πολέμου κι αμέσως ηδονές έτρεξαν μέσα μας

Οι προφητείες γίνανε χαρτονομίσματα και τα χαρτονομίσματα προσάναμμα

μιας πεταμένης χώρας, από τα χέρια του ίδιου του Ονείρου

Ενοχή προς ενοχή ανασκαλεύω την καταστροφή πιασμένος στις κουπαστές

του λαμπερού χώματος

Διαβάζω τους τραγικούς κολυμπώντας στους ισθμούς της πραγματικότητας

που παρέρχεται

Έτσι μονάχα δεν αγριεύω, δεν ξυπνώ το αίμα το πρώτο

 

Δεν με πιάνει ο ύπνος όπως σε βλέπω να μαζεύεις

από κάθε καιρό ένα ζευγάρι χνώτα:

το μουρμουρητό των κιτρινισμένων φύλλων, το τρεχαλητό των βορείων ανέμων

το σφυροκόπημα του θερινού μεσημεριού, το βουητό των χιονισμένων σκεπών

το αγκομαχητό των ξεχειλισμένων ρυακιών και τον καγχασμό της θύελλας

το λαχάνιασμα του χελιδονιού, τον αναστεναγμό του αχνισμένου λιβαδιού

τον καλπασμό της βουνοκορφής, το μακροβούτι του γαλάζιου

το αναμάλλιασμα της μπόρας και το λιβάνι της βρεγμένης γης

το μπαρούτι της βροντής, τις παρωπίδες της ομίχλης

τις ράγες της άνοιξης, τις πυξίδες των καρπών

τον καπνό του κατακλυσμού και τις στάχτες της λιακάδας

Την παγωνιά της επιτυχίας και την ασιτία της αποτυχίας

 

Τα δάκρυά μας ζητάνε μερίδιο στο ψωμί των αιώνων.

 

Christos Koukis

About Christos Koukis

Ήθελε τόσο να μεγαλώσει και τα κατάφερε στην Αθήνα. Ήθελε τόσο να σπουδάσει σε ένα πιο βαρετό ίδρυμα από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο μα στάθηκε άτυχος. Ήθελε τόσο να ταξιδέψει σε πολλά και διαφορετικά μέρη που κάπου ανάμεσα ξέχασε το μυαλό του. Η κακιά η ώρα τον έκανε ποιητή και του μπέρδεψε μια μελωδία στην γλώσσα. Λατρεύει την σοκολάτα και κάθε παράγωγο της φαντασίας. Δεν του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του όταν είναι μπροστά ο ίδιος. Πάντα θυμάται πως δεν είναι όσα λένε οι άλλοι πως είναι.