Καλησπέρα, Καλησπέρα.

Με λένε Μαρία, Σοφία, Γιάννα, Τούλα, Βούλα, Κούλα, Σούλα, Γιώργο, Κώστα, Νίκο, Μάκη, Λάκη. Είμαι 25 με 45 και λέω σε όλους ότι είμαι καλά. Αλλά δεν είμαι. Δεν είμαι γιατί έχω σπουδάσει κάτι απολύτως χρηστικό και ξαφνικά μου λένε ότι θα έπρεπε να έχω σπουδάσει ξυλογλυπτική ή επιβλέπων γαλακτοκομικών μονάδων βουβαλίσιου γάλακτος, παρά το γεγονός ότι δεν μπορώ να πιάσω ούτε κατσαβίδι και έχω δυσανεξία στην λακτόζη. Γεννήθηκα στην χώρα του summer in greece αλλά ξαφνικά δεν πρέπει να μου αρέσει ο ήλιος και η θάλασσα γιατί βγάζω το προφίλ του τεμπέλη. Summer in greece, μόνο για τους ξένους!

Εγώ θα δουλεύω για 20 ευρώ με 45 βαθμούς στο μπιτσόμπαρο. Βασικά πρέπει να φύγω από την χώρα μου και να πάω κάπου αλλού, οπουδήποτε αλλού μιας και σε οποιαδήποτε άλλη χώρα είναι πιο εργατική και ευνομούμενη από εδώ. Η οικογένειά μου είναι η επαίσχυντη γενιά της μεταπολίτευσης, των λωποδυτών, μαζί τα φάγαμε, βολεμένων, κρατικοδίαιτων, λουφαδόρων, δημοσίων υπαλλήλων την οποία πρέπει να ανέχομαι να με ταΐζει μιας και δεν μπορώ να συντηρηθώ μόνος-μόνη μου (το οποίο είναι απολύτως φυσιολογικό στην ηλικία μου, όπως μου λένε οι εργοδότες μου).

Οι επαγγελματικές φιλοδοξίες και οι αξιώσεις είναι φροϋδικά παραληρήματα γιατί πρώτον δεν μπορώ να τα υποστηρίξω οικονομικά και δεύτερον η ανάγκη για επαγγελματική εξέλιξη, κοινωνική προσφορά και ανταμοιβή υποδηλώνουν νεφελοβασία και ψώνισμα. By the way, εργάζομαι από χόμπι. Είμαι φίλαυτος-η που θα ήθελα κάποια στιγμή να περιποιηθώ τον εαυτό μου και κοιτάζω τις βιτρίνες και εκτός τόπου και χρόνου που θα ήθελα να έχω την οικονομική δυνατότητα να πάω διακοπές το καλοκαίρι. Πρέπει να ζήσω με το αγόρι μου-κοπέλα μου για να μειώσω τα έξοδα και όχι επειδή το θέλω. Πρέπει να κάνω ένα παιδί και να ζει με δανεικά ρούχα και αν έχω ήδη να το κόψω από τα αγγλικά. Πήρα δάνειο για να πάρω ένα δυάρι για μένα και την οικογένειά μου και έχω μια πιστωτική και γι΄αυτό πρέπει να με στήσουν στον τοίχο.

Ο πατέρας/μητέρα/παππούς/γιαγιά/νονός/θείος μου “έφυγε” και κληρονόμησα 50 ρίζες ελιές και μια ισόγεια οικεία για την οποία θα φορολογηθώ 500 φορές και έτσι πρέπει καθώς είμαι “κεφάλαιο” και “πλουτοκράτης”. Διαβάζω ξένο τύπο για να μαθαίνω την αλήθεια για μένα και το κράτος μου, δηλαδή την τεμπελιά και την αδράνεια που με χαρακτηρίζει ως εργαζόμενο και την χάρη που μου κάνουν οι άλλοι εργατικοί λαοί της υφηλίου να με πληρώνουν. Παρεμπιπτόντως πέρα από Γραικοί είμαστε και eating-feta money wasters.

Μάλιστα, εγώ δεν φορολογούμαι για τίποτα απλά επιστρέφω αυτά που έφαγα με μίζες και θαλασσοδάνεια μαζί με κάποιους παχουλούς πολιτευόμενους κυρίους. Έχω μια γιαγιά η οποία τρώει τα χρήματα του ελληνικού κράτους παίρνοντας σύνταξη και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και γι’ αυτό τον λόγο την αφήσαμε έξω από την πόλη σαν τους ινδιάνους μήπως και φιλοτιμηθεί και συναντήσει τον δημιουργό της και ησυχάσουμε. Οι συμπολίτες μας που αυτοκτόνησαν ήταν θύματα του δυτικού τρόπου διατροφής και τραγικών συμπτώσεων, έτυχε να περνάει μια σφαίρα και τους βρήκε στον κρόταφο ή τους έκατσε μια θηλιά στον λαιμό, παραδείγματος χάριν.

Γενικά όλα καλά θα πάνε, ειδικά για τους ψυχολόγους-ψυχιάτρους καθώς έχει αυξηθεί ραγδαία το κοινό χρήζον περίθαλψη. Όπως και να έχει βαστάτε αδέρφια, μιας και έχουμε περάσει και κατοχή και επιβιώσαμε άρα εξυπακούεται ότι κάπου έχετε μια συνταγή για το πως βράζουμε γαϊδουράγκαθο για όταν σας τελειώσουν τα κουπόνια από εφημερίδες για το σουπερμάρκετ. Το χρέος είναι βιώσιμο και ο ελληνικός λαός χα’ι’δεμένος. Στον αφρό μας έχουν.
Αυτά. Για να λέμε που και που αλήθειες.

Υ.Γ:1 Έχω όντως συνταγή για γαϊδουράγκαθο.
Υ.Γ:2 Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι παντελώς συμπτωματική.

Sophie Kolliopoulou

About Sophia Kolliopoulou

Ένας μικρός-μικρός τυφώνας γεννημένος μια μέρα του Σεπτέμβρη. Κάθε βράδυ κοιμάται με το σπαθί της στην χώρα του Ποτέ-Ποτέ και κάθε πρωί ξυπνά δικηγόρος. Σιχαίνεται τις ταμπέλες αλλά αν φορούσε μία θα έγραφε «γεννήθηκα για να ελπίζω» με την αγαπημένη της cloche φούστα και ένα ζευγάρι γόβες. Κυνηγός αιώνιων λιακάδων. Και όταν αυτές συννεφιάζουν -γιατί ακόμα και αυτές συννεφιάζουν- γίνονται όμορφες με ένα καλό φίλο, μια κούπα καφέ και τον χιλιοπαιγμένο Armstrong να τραγουδά «give your heart and soul to me and life will always be la vie en rose».