Θα κληρονομούσα τον παράδεισο

Ακούραστος θα στεκόμουνα

στην άκρη του γνωστού Κόσμου

να σε σώζω∙ Εσένα

 

Κάθε πρωί δένομαι στην κοιλιά του Ήλιου

αψηφώντας τον φόβο , μεγαλώνω  

με την τρυφερή όψη της εξορίας

απ’ τα μητρώα της φθοράς

Θα μιμηθώ το γάζωμα της αθωότητας

από τη μηχανή του Κόσμου

πάνω στην αβάσταχτη νιότη

 

Εσύ μ’ έβγαλες στον Κόσμο, εσύ μ’ έκλεισες πάλι πίσω

στον κόσμο με τις πασχαλίτσες, στον κόσμο με τους γαλαξίες

Τώρα πια θρηνώ τη μνήμη όλη δικιά μου

Οι πεθαμένοι το βλέπουν, οι ζωντανοί να νιώσουν μπορούν

Ο αιώνας της αγάπης κοιμήθηκε

δεν άντεξε τον όλεθρο, τ’ ανθρώπινά του χέρια

Όσο σιγά κι αν περπατάς ανάμεσα σ’ αστερισμούς

ο ουρανός της επιστήμης θα τρίζει και θα βροντά

Και άντε να βρεις φιλιά, άντε να βρεις ρόδινα χείλη

από την μοίρα  πιο βαθιά να καίγονται στο δείλι

 

Η ιστορία δεν έχει τελείες, μονάχα παύσεις και σιωπές

 

Χτύπησε η πόρτα, χτύπησε

κι έστρωσαν τραπέζι ο φτωχός και ο θεός

Γιορτάζουνε τον ήλιο τρώγοντας το φεγγάρι

με τις καρδιές τους προτεταμένες

Τι εποχές, τι εικόνες

Η επίπεδη γη και η στρογγυλή μας κατάκτηση

Το γαλάζιο υπέδαφος τ’ ουρανού

Ανήσυχο ύπνο κάνουν τα πεύκα

Άφησε το φως πίσω από την πόρτα

Μίλησέ μου για την ασυλία των αισθήσεων

όλων των άλλων τα λόγια να βαλσαμωθούν

Μίλησέ μου όπως τραγουδούνε τα κοχύλια την γυαλάδα του μυαλού σου 

όπως τινάζονται τα στάχυα στο άκουσμά σου

Μίλησέ μου για την μαγιά που φουσκώνει το νυφικό της θάλασσας

τα χρυσαφιά μπαλώματα στους αγκώνες των νερών, τα ξύλινα είδωλα

τα ποτισμένα υφάσματα και τα χαραγμένα δαχτυλίδια

για τις γλάστρες στα σκαλοπάτια και τους αναβαθμούς στους αμπελώνες

Μίλησέ μου για τη θνησιμότητα του φόβου

το χλόμιασμα της απομόνωσης

πώς ξεθυμαίνουν οι πόλεις

Όταν επιστρέψεις σπίτι

δεν θα σε κρίνω, θα σε ακούσω σαν ήρωάς σου ιδανικός

όπως ο μαύρος ουρανός την πρώτη αστραπή του

 

Δεν έχει άκρη ο Παράδεισος, δεν έχει τελειωμό

χέρι απλωμένο να πιαστείς  και να θρηνήσεις

τον αναμάρτητο Έρωτα, το τρυφερό του μακελειό

 

Πότε θα επιστρέψεις σπίτι

Είναι δικαιοσύνη  για τον έρωτα οι λέξεις σου

 

Οι καλοκαιρινές νύχτες είναι η πραγματική Ορθοδοξία 

Christos Koukis

About Christos Koukis

Ήθελε τόσο να μεγαλώσει και τα κατάφερε στην Αθήνα. Ήθελε τόσο να σπουδάσει σε ένα πιο βαρετό ίδρυμα από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο μα στάθηκε άτυχος. Ήθελε τόσο να ταξιδέψει σε πολλά και διαφορετικά μέρη που κάπου ανάμεσα ξέχασε το μυαλό του. Η κακιά η ώρα τον έκανε ποιητή και του μπέρδεψε μια μελωδία στην γλώσσα. Λατρεύει την σοκολάτα και κάθε παράγωγο της φαντασίας. Δεν του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του όταν είναι μπροστά ο ίδιος. Πάντα θυμάται πως δεν είναι όσα λένε οι άλλοι πως είναι.