Δεν ήθελα να γράψω αυτή την εβδομάδα. Δεν έβγαινε. Πολλές υποχρεώσεις, πολλά να γίνουν, τρέξιμο όλη μέρα, τελευταίες μέρες στην πατρίδα. Δεν ήθελα να γράψω. Γιατί έτσι. Δεν το ΄χα μέσα στο τρέξιμο και τη χαλάρωση ταυτόχρονα. Το είπα και στη Βασιλεία (owner beau sillage) άρθρο δεν έχει, δεν βγαίνει. Δεν δικαιούμαι να μη βγαίνει; Όταν γράφει κανείς καταθέτει κομμάτια του εαυτού του. Εκτίθεται. Ολοκληρωτικά. Είναι οξύμωρο, αλλά οι πιο ντροπαλοί και συνεσταλμένοι άνθρωποι είναι οι συγγραφείς. Γράφουν γιατί δεν έχουν το θάρρος να μιλήσουν. Και εκ των υστέρων διαπιστώνουν πόσο έχουν εκτεθεί γράφοντας. Γράφεις κι ακουμπάς την ψυχή σου. Η Χριστίνα, μια καινούρια μου φίλη, μου είπε προχτές, «διαβάζω τα άρθρα σου και σε γνωρίζω καλύτερα». Τι τρόμος! Τι ρίσκο! Εγώ νόμιζα πως κρύβομαι. Γιατί προσέχω πάντα πολύ τι και πως θα το γράψω.

Δεν ήθελα να γράψω αυτή την εβδομάδα. Δεν έβγαινε. Γιατί έτσι. Γιατί τις τελευταίες μέρες τα συναισθήματα μου και οι παραστάσεις μου με ξεπερνάνε και δεν μπορώ να τις περιγράψω. Δικαιούμαι; Βέβαια σκέφτηκα πως έχω σταθερούς αναγνώστες, εσάς, και αναπνέω από εσάς κάθε Τρίτη. Αμολάω μια χούφτα συναίσθημα κι εσείς το αγκαλιάζετε. Αυτό. Και βγαίνει η βδομάδα.

Δεν ήθελα να γράψω αυτή την εβδομάδα. Γιατί ότι βίωσα ήταν πολύ βαθιά προσωπικό. Πάντα μοιράζομαι μαζί σας πραγματικές ιστορίες και προσωπικές, αλλά αυτές τις μέρες αισθάνθηκα ότι κάπου κόλλησα. Μπορεί να είναι και κάποια πράγματα που δε γίνεται να μοιραστείς. Γιατί μπορεί να μην σε καταλάβουν. Ή να σε καταλάβουν, και αυτό είναι ακόμα πιο επικίνδυνο. Το ρίσκο του συγγραφέα.

Δεν ήθελα να γράψω αυτή την εβδομάδα. Το αποφεύγω από χτες. Μετά από μια γεμάτη μέρα κάθομαι στο μπαλκόνι του σπιτιού μου στον Καρέα. Μπορώ να δω τη μισή Αττική από εδώ. Πανέμορφη. Κούκλα. Καθόλου δε μοιάζει με μια πόλη που σαπίζει. Δε θέλω να δω πως σαπίζει. Λυγμός. Μια χαρά είναι. Όρθια.

Είμαι 3 βδομάδες εδώ και αισθάνομαι σαν μικρό παιδί όταν πηγαίναμε στα «Αηδονάκια» στο Λούνα Παρκ στο Μαρούσι. Δε χορταίνω να βάζω μέσα μου εικόνες, λέξεις και μυρωδιές. Παίρνω  μεγάλες αναπνοές και τα καταπίνω. Να μείνουν μέσα μου. Να έχω να υπάρχω.

Δεν ήθελα να γράψω αυτή την εβδομάδα. Είναι δική μου. Πολύ προσωπική. Και όταν μιλάς για τα προσωπικά σου πέφτουν πολλά «αιμοβόρα» πάνω σου να «φάνε». Δε θέλω. Είμαι εγώ κι ένα επαναληπτικό διαγώνισμα στην πατρίδα για να δω και να δει πόσο ανήκουμε ο ένας στον άλλο. Οι άνθρωποί μου. Που δεν μπορώ χωρίς. Λυγμός. Αυτοί οι όποιοι άνθρωποι που ζω με ζόρι μακριά τους. Κι εκείνος ο ήλιος. Και η θάλασσα.

Δεν ήθελα να γράψω αυτή την εβδομάδα. Τι δουλειά έχουν όλοι μέσα στις σκέψεις μου;  Ποιο λυγμό και ποια νοσταλγία να νιώσουν; Μου είπε ένας φίλος προχτές, πως κάθε βδομάδα σας κάνω να δακρύζετε. Ναι, αλλά γράφω κάτι αισιόδοξο. Πάντα! Συγκίνηση είναι, από χαρά, από ελπίδα. Για καλό. Αυτή την εβδομάδα όμως, έχω λυγμό. Και το λυγμό μας πάντα τον κρύβουμε. Σςςςς! Δεν κάνει να πονάς. Δεν κάνει να λυπάσαι. Το λυγμό σου πρέπει να τον καταπιείς!

Δεν ήθελα να γράψω αυτή την εβδομάδα. Έχω μάθει να καταπίνω το λυγμό μου γιατί είναι παρεξηγήσιμος. Σχεδόν όπως όλων μας. Δεν κάνει να έχεις λυγμό. Είσαι αδύναμος. Και ποιος χρειάζεται αδύναμους; Σε χτυπάνε όλοι στην πλάτη και σου λένε «όλα καλά, το χεις, κάντο». Κι εσύ με σπασμένο χέρι παλεύεις να εξηγήσεις πως δεν είσαι άχρηστος, ούτε φοβάσαι, απλώς ένας άρρωστος άνθρωπος με σπασμένο χέρι. Δεν μπορείς να γράψεις τώρα. Είναι φυσιολογικά αδύνατο. Αλλά έχεις όλη τη διάθεση και όλη την πυγμή. Θα φτιάξει το χέρι, Θα τα καταφέρεις.

Δεν ήθελα να γράψω αυτή την εβδομάδα. Αυτό που αισθάνομαι στην μικρή πατρίδα Αθήνα, είναι κάτι πολύ μεγάλο. Σχεδόν όλα όσα έχω ερωτευτεί και αγαπήσει είναι εδώ. Οι κόποι μου, τα ξενύχτια μου, τα λόγια μου, τα δάκρυά μου, τα γέλια μου, οι αγκαλιές και οι πίκρες μου είναι εδώ. Τα στέκια μου. Οι άνθρωποί μου. Αυτοί! Πιο πολύ από όλα. Στη ζωή μου δεν θα παραπονεθώ ποτέ για δυο πράγματα. Βρίσκω πάντα να παρκάρω κι έχω πολλούς ανθρώπους που με αγαπούν και αγαπάω. Πολλούς όμως.  Το χω πληρώσει. Με χρόνο, με κατανόηση, με θυσίες.

Δεν ήθελα να γράψω αυτή την εβδομάδα. Γιατί ότι και να γράψω θα είναι κάτι πολύ βαθιά προσωπικό. Πιο ειλικρινές και πιο βαθύ από κάθε άλλο. Και ντρέπομαι και φοβάμαι. Γιατί αυτή τη φορά δεν έχω να γράψω την ιστορία κανενός, παρά μόνο μερικά δικά μου ξέμπαρκα συναισθήματα. Αυτά που σε πνίγουν πριν χαμογελάσεις,

Εγώ, η αδερφή μου και η φίλες μας «Α» και «Β» είμαστε μια γροθιά χρόνια τώρα. Πολλά χρόνια τώρα. Από φοιτήτριες μέχρι σήμερα.  Μιλάμε κάθε μέρα και η καθεμιά είναι μέσα στη ζωή της άλλης με το χειρότερο τρόπο. Αλλά την παλεύουμε. Χρόνια τώρα. Σπουδαίο πράγμα. Πρώτη έφυγε η αδερφή μου. Πάνε χρόνια. Το συνηθίσαμε. Μετά έφυγα εγώ. Το μάθαμε κι αυτό. Και σήμερα, μεταξύ μεζέδων και τσίπουρων μας είπε η «Α» ότι φεύγει. Πάει Λονδίνο.

Δεν ήθελα να γράψω αυτή την εβδομάδα. Γιατί κλαίω. Γιατί κλαίω; Γιατί έτσι θέλω. Γιατί δικαιούμαι. Γιατί με την «Α» είμαστε μαζί από το νηπιαγωγείο. Γιατί έχουμε βιώσει καταστάσεις και συναισθήματα που άλλοι θα χρειαστούν 3 ζωές για να τα βιώσουν. Και μου είπε πως φεύγει. Το αστείο είναι πως έχω ήδη φύγει εγώ εδώ και μήνες, αλλά με πονάει η φυγή της. Ήπιαμε τα ούζα μας κάπου στο Θησείο και με άφησε στο Χίλτον να πάρω ταξί.

Χαζεύω αυτή την πόλη. Την πατρίδα, την υπέροχη, το χαλί που πάτησε η ζωή μας. Πιο όμορφη πεθαίνει. Αλλά εμείς φεύγουμε. Διαλυόμαστε. Την αφήνουμε. Περπατάω στη Β.Σοφίας. Ομορφιά. Ηδονή. Συναίσθημα δυνατό, παλιό, ανάμνηση που σε κερδίζει. Όλα τα κάναμε εδώ. Που πάμε;

Κι εντάξει…εγώ έχω μέσα μου το φευγιό από παιδί, αλλά που πάνε οι άνθρωποί μου; Η «Α»; Φεύγει εκείνη και κάθε τελευταία ανάμνηση πονάει περισσότερο. Ξαφνικά κάθε λεπτό, κάθε στιγμή αποκτά τεράστια σημασία. Τη σημασία που δεν σκεφτήκαμε να δώσουμε παλιά…τότε. Εγώ έχω φύγει, αλλά το ότι ήταν εδώ η «Α» κράταγε τις εικόνες πιο ζωντανές μέσα μου. Και τώρα φεύγει κι εκείνη. Χαίρομαι! Θα είναι καλά! Πρέπει να το κάνει. Αλλού, όχι εδώ. Όλοι όσοι θέλουμε να κερδίσουν κάτι πρέπει να πάνε αλλού! Εδώ ούτε λόγος…

Δεν ήθελα να γράψω αυτή την εβδομάδα. Δεν έχω τίποτα να σας διηγηθώ, εκτός από μερικές προσωπικές μπούρδες. Από αυτές που σκαλώνει η ψυχή σου και συγκινείται. Κι έχει λυγμό! Θα έχω όσο λυγμό θέλω χωρίς να ντρέπομαι. Βαρέθηκα να μου απαγορεύουν το λυγμό. Λες και είναι ντροπή να πονάς. Θα πονάω όσο θέλω. Θα τσακίζομαι, θα είμαι περήφανη για το λυγμό μου.

Η «Α» αγαπάει το «Να μ’αγαπάς» των Τρίφωνο. Και γι απόψε είναι όλο δικό της μαζί με όλα όσα δεν είπαμε ποτέ γιατί δεν χρειάστηκε. «Να μου μιλάς σιγανά στ’ αυτί γιατί σ’ ακούνε την νύχτα αυτή
παλιά μου όνειρα που χρόνια είχαν κρυφτεί» Τα πιο ακριβά από όλα! Εγώ αγαπώ το «Της χαράς μαγαζί» των Τρίφωνο. Κι όταν λες σ’αγαπώ με λυγμό…Τον δικαιούμαστε το λυγμό… «Κι όταν λες σ’αγαπώ με λυγμό της ζωής να φεύγει το γκρίζο..» Λυγμός! Ξανά! Δικαιολογημένος! Σε όποια ποσότητα τον γουστάρω και χωρίς ενοχές!

Δεν ήθελα να γράψω αυτή την εβδομάδα… το είπα πως δεν ήθελα…

Υ.Γ Το σημερινό άρθρο ήταν ελεύθερη κατάθεση ψυχής. Ελπίζω να έχω το σεβασμό και την κατανόησή σας.

Υ.Γ. Τα γεγονότα είναι αληθινά και η φίλη της ζωής μου «Α» φεύγει. Όλα θα πάνε καλά.

Maria Kakavani

About Maria Kakavani

Η Μαρία αλλού γεννήθηκε, αλλού πήγε σχολείο, από αλλού είναι η μαμά της από αλλού ο μπαμπάς της, από αλλού οι παππούδες της, αλλού μεγάλωσε, αλλού έζησε, αλλού μετακόμισε για να εγκατασταθεί και αλλού είναι τώρα και συνεχίζει. Γενικά είναι αλλού! Έχει πτυχίο και μεταπτυχιακό (ΜΒΑ) από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και τα έχει κάνει ωραία κορνίζα, μιλάει μερικές γλώσσες αλλά μάλλον όχι τις απαραίτητες και λατρεύει τα media γιατί εκεί γεννήθηκε και εξελίχτηκε επαγγελματικά και γνώρισε τον κόσμο από την αρχή. Πιστεύει από καρδιάς πως παρόλες τις δυσκολίες κάθε πρωί που ξυπνάμε πρέπει να κοιταζόμαστε στον καθρέφτη, να χαμογελάμε και να λέμε «θα τα καταφέρω!» Και να τα καταφέρνουμε!