Στο άκουσμα της λέξης “αναδόμηση”, μας έρχεται στο μυαλό η διάθεση για αναδιοργάνωση, ανασυγκρότηση, κάτι που μάλλον είναι η κατάλληλη στιγμή για να πραγματοποιήσουμε μιας και φτάσαμε αισίως στο τέλος του καλοκαιριού… Γεμάτες μπαταρίες, φρέσκιες ιδέες, όρεξη και θετικές σκέψεις για δημιουργία και πρόοδο σε όλους τους τομείς…

Τι μπορεί να σημαίνει όμως για τους αρχιτέκτονες και τους σχεδιαστές μόδας η έννοια “αναδόμηση”; Αμφότεροι, αντλούν έμπνευση από εννοιολογικές και φιλοσοφικές πηγές για να εκφράσουν τις ιδέες τους. Αναλύουν και ακολουθούν θεωρίες όπως είναι η αναδόμηση, η μη-δόμηση και η αποδόμηση, που τους προσφέρουν νέες δυνατότητες και αποκαλύπτουν τα σημεία συνταύτισής τους. Πρόκειται κατά κύριο λόγο για χωρικές έννοιες που σχετίζονται με τη δόμηση και χρησιμοποιούνται για να προσδιορίσουν το “αόριστο κενό”.

Πιο συγκεκριμένα, στο βιβλίο “The fashion of Architecture” ο κριτικός Jameson Fredric εστιάζει στο θέμα της επιλογής, υποστηρίζοντας πως η αναδόμηση υπάρχει όχι απλά ως ένα ζήτημα ανακατασκευής, αλλά και ως ένα ζήτημα στρατηγικής κατεδάφισης. Επισημαίνει πως με αυτόν τον τρόπο παρουσιάζονται ερωτήματα ιστορικότητας, καθώς οι εκάστοτε σχεδιαστές προσδιορίζουν ποια κατάλοιπα του παρελθόντος θα επιβιώσουν και σε ποια μορφή θα τα διατηρήσουν.

Αρχιτέκτονες και σχεδιαστές μόδας, μέσω του πειραματισμού τους με την έννοια της αναδόμησης, συνεχώς αναρωτιούνται εάν ένα αντικείμενο θα μπορούσε κάποια στιγμή να θεωρηθεί απόλυτα ολοκληρωμένο. Αναμφισβήτητα, έρχεται μια δεδομένη στιγμή όπου τόσο η σχεδιαστική μεθοδολογία όσο και η κατασκευή σταματούν και ξεκινά η “βίωση” του αντικειμένου. Ο πειραματισμός όμως δε σταματά ποτέ με αποτέλεσμα αντίστοιχες διαδικασίες να επαναλαμβάνονται και να εμφανίζεται κάθε φορά μια νέα “βίωση”.

Οι αρχιτέκτονες, μέσω της αναδόμησης, επιχειρούν να αντιταχθούν στην αστική αποσύνθεση, δίνοντας νέα πνοή σε υπάρχοντες χώρους και να διαφυλάσσουν τα ιστορικά χαρακτηριστικά τους, προσφέροντάς τους σύγχρονες προεκτάσεις. Σύμφωνα με τον Bradley Quinn στο βιβλίο του “Fashion of Architecture”, η έννοια της αναδόμησης είναι μια επινόηση των ίδιων των αρχιτεκτόνων, που είχε σκοπό να περιγράψει τις προσπάθειές τους να προστατεύσουν τις ερειπωμένες δομές μετά τις καταστροφές του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Με την αναδόμηση αποδεικνύεται η επιδεξιότητα της αρχιτεκτονικής να συμβολίζει την αντιφατική σχέση μεταξύ του παλιού και του καινούριου, του εγκαταλελειμμένου και του συνεχώς αναπτυσσόμενου, του φανταστικού και του πραγματικού. Η ένωση του παλιού με το καινούριο παρουσιάζει ένα αίνιγμα, υπονοώντας πως αυτός ο τύπος αρχιτεκτονικής θα είναι πάντα διαποτισμένος με ιστορική έννοια παρά τη σύγχρονη μορφή του.

Στην ενδυμασία, η αναδόμηση παρουσιάζεται μέσω ενός ρουχισμού “vintage”. Το είδος αυτών των ενδυμάτων έχει ξανακοπεί, αναδιαμορφωθεί και ανατυπωθεί δίνοντας έτσι μια νέα πνοή ως ένα καινούριο ένδυμα. Καθώς τα παλιά υφάσματα έχουν αποκτήσει μοναδική ύφανση και πατίνα, το παρελθόν διεισδύει στο παρόν μέσω των ξεχασμένων ιστοριών τους. Η διαδικασία της κατασκευής έχει καθοριστεί από τους σχεδιαστές μόδας ως “αρχή” για ένα ένδυμα και όχι η ολοκλήρωσή του, όπως θα φανταζόταν κανείς. Ολοκληρώνεται παραμένοντας ωστόσο ημιτελές. Η εξελικτική πορεία συνεχίζεται καθώς το ένδυμα περνά από τον σχεδιαστή στον καταναλωτή, βιώνοντας μια νέα φάση ύπαρξης, που καθορίζεται από τις επιλογές του ίδιου του καταναλωτή.

Η αναδόμηση περιγράφει επίσης συγκεκριμένους τύπους από μεταμορφώσιμες τάσεις που κυριολεκτικά αναδομούν άλλες μορφές: μπουφάν που γίνονται σκηνές ή κινητά καταφύγια και γενικότερα ενδύματα που μεταμορφώνονται σε τσάντες ή ακόμη και σε έπιπλα επανακτώντας την αυθεντική τους μορφή.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συλλογή “After Words” του σχεδιαστή Hussein Chalayan για το φθινόπωρο/χειμώνα 2000, η οποία εξέφρασε μια πολιτική πραγματικότητα που συνάρθρωνε σχέσεις μεταξύ ενδυμάτων και πολιτιστικών αφηγήσεων και βρισκόταν πολύ κοντά στην πραγματική ζωή. Ο σχεδιαστής βασίστηκε στην ιδέα της εγκατάλειψης του σπιτιού κατά τη διάρκεια ενός πολέμου, χρησιμοποιώντας τον παράγοντα του ρουχισμού ως μέσο για την πιο γρήγορη μεταφορά αγαθών. Συγκεκριμένα, χρησιμοποιήθηκε επίπλωση του ύφους της δεκαετίας του ’50, σχεδιασμένη για να μετατραπεί σε φορέματα, φούστες αλλά και βαλίτσες. Οι καρέκλες έχοντας διπλό ρόλο, λειτουργούσαν τόσο ως έπιπλα όσο και ως “λειτουργικά” ενδύματα. Η ταπετσαρία μπορούσε να αφαιρεθεί και να μετατραπεί σε φόρεμα και οι καρέκλες αφαιρώντας τα πλαίσιά τους, να τυλιχθούν σε βαλίτσες. Ένα στρογγυλό ξύλινο τραπέζι μεταμορφωνόταν σε μια ακορντεόν φούστα, μετακινώντας ένα κυκλικό δίσκο από το κέντρο του τραπεζιού και τραβώντας τις εσωτερικές ακμές προς τα πάνω ώστε να περάσουν από τους γλουτούς και να ακουμπήσουν στη μέση. Με αυτό τον τρόπο, ο Chalayan ήθελε να αποδείξει την ικανότητα της μόδας να καταλαμβάνει εσωτερικούς χώρους κατοικίας και να τους ανακατασκευάζει οπουδήποτε αλλού.

2000_Afterwords4

2000_Afterwords7

2000_Afterwords6

dezeen-podcast-hussein-chalayan-at-the-design-museum-afterwards-2000-credit-ph!

Elena Xipolia

About Elena Xipolia

Η Έλενα είναι Αρχιτέκτονας και μέλος της ομάδας Krama. Σπούδασε αρχικά Ανακαίνιση και Αποκατάσταση Κτιρίων αλλά ποτέ δε ξέχασε τον βασικό της στόχο και αυτός δεν ήταν άλλος από την Αρχιτεκτονική. Υποστηρίζει πως η αρχιτεκτονική είναι τρόπος ζωής, γι’ αυτό και κατά καιρούς έχει κάνει πολλές εθελοντικές εργασίες. Της αρέσει η απλότητα και εκτιμά το οτιδήποτε vintage. Αγαπημένο της μότο «η λεπτομέρεια κάνει τη διαφορά»…Μέχρι τώρα σχεδίαζε ρούχα μόνο στον ύπνο της, αλλά αποφάσισε πως ήρθε η ώρα να το κάνει πραγματικότητα. Αν και κάποιες φίλες της την αποκαλούν “Madame Figaro”, την εξιτάρει η περιπέτεια και θα ‘θελε να κάνει extreme sports πριν ακόμα μεγαλώσει κι άλλο…!