Το γαλάζιο του ουρανού είναι η μόνη πληροφορία που έχουμε διαθέσιμη για τον χαρακτήρα του Θεού. Λογικά σκεπτόμενος καταλήγω στο συμπέρασμα πως τα περισσότερα ρούχα στην ντουλάπα του πρέπει να έχουν αυτό το χρώμα κι ανάλογα με το κέφι του τα συνδυάζει καταλλήλως. Πότε με το πορτοκαλί του ηλιοβασιλέματος, πότε με το minimal λευκό της νιφάδας του χιονιού και συχνά με total black look της καταιγίδας. Πάντοτε κάνουν αίσθηση οι χρυσές λεπτομέρειες της αστραπής και οι υπέροχοι κρίκοι των ολικών εκλείψεων του ηλίου. Ένα πράγμα, όμως, είναι σίγουρο για τον Θεό : το outfit που του ταιριάζει πιο πολύ και τον αναδεικνύει στα μάτια μας είναι το απόλυτο γαλάζιο του ερωτευμένου. Του ερωτευμένου ανθρώπου…

Ένα είναι το ιδανικό μέρος να συναντήσουμε αυτόν τον άνθρωπο ή ακόμα καλύτερα να μεταμορφωθούμε οι ίδιοι σε έναν τέτοιο. Το χωριό ή το εξοχικό των γονιών μας! Σαν ναυαγοί που αντικρίζουν πλοίο στον ορίζοντα , έτσι νιώθαμε κι εμείς μόλις τελείωνε το σχολικό έτος και ξέραμε πως θα συναντήσουμε τους καλοκαιρινούς μας φίλους. Τακτοποιούσαμε γρήγορα γρήγορα τα βιβλία στην ανακύκλωση του νου μας και φορτώναμε το αμάξι των γονιών μας απαραιτήτως με το ποδήλατο, μια μπάλα, λίγα ρούχα και ένα σωρό ιστορίες από την χρονιά που μόλις είχε τελειώσει για να διηγηθούμε. Μόλις φθάναμε και για τρεις ολόκληρους μήνες ξεχυνόμασταν στα βουνά ή στις παραλίες, τρέχαμε να προλάβουμε αυτό που μας περίμενε υπομονετικά, πίναμε στα κρυφά και ίσως να καπνίζαμε και λίγο και βέβαια ξενυχτούσαμε μέχρι το ξημέρωμα. Άσκοπα κι όμως τόσο μαγικά. Πάντα αναρωτιέμαι τον λόγο που ο τόπος των διακοπών μάς αδειάζει από ενοχές και αναστολές και μας δυναμώνει την αίσθηση της αθανασίας. Ίσως η απόσταση από την πόλη των μεγάλων… ίσως πάλι νιώθουμε πανέτοιμοι να τολμήσουμε το αυτονόητο της νεότητας. Για αυτό άλλωστε, περισσότερα απ’ όλα, κάθε καλοκαίρι αγωνιούσαμε να δούμε το κορίτσι ή το αγόρι του περσινού καλοκαιριού.

Με την ίδια λαχτάρα που ο Nicolas Cage κοιτούσε μες στα μάτια την Elizabeth Shue στο « Αφήνοντας το Las Vegas», έτσι περιμέναμε κι εμείς. Θα είχε αλλάξει ο άλλος και πόσο; Θα ήμασταν και πάλι ζευγάρι; Ένα θετικό βλέμμα αρκούσε… Περιμέναμε, κάνοντας πάντα τους αδιάφορους, να έρθει το βράδυ για να ξεκόψουμε απ’ την υπόλοιπη παρέα και να φιληθούμε. Το έχετε νιώσει; Αυτό το δυνατό χτύπημα στην καρδιά από έναν έρωτα που διαιωνίζεται και ανανεώνεται στο όνομα μιας αθώας ηδονής. Κάτω απ’ το ζεστό φως του ήλιου και του φεγγαριού, το φιλί είναι ένα έγκαυμα που κάθε γιατρός θα το χαρακτήριζε ευτυχές γεγονός για την υγεία μας και η μόνη θεραπεία που θα μας σύστηνε θα ήταν η ομοιοπαθητική.

Η επικράτηση του απέραντου γαλάζιου κάθε καλοκαίρι είναι έργο, λοιπόν, του φωτός. Και ως γνωστόν το φως ανοίγεται μπροστά στα μάτια εκείνου που με το χέρι του παραμερίζει το σκοτάδι. Τότε και μόνο ξεκινάει ο χρόνος να μετράει μ’ έναν τρόπο τρυφερό και περιπετειώδη. Τότε και μόνο ο έρωτας είναι ένα σοβαρό επιχείρημα.

Μικροί ήρωες και ηρωίδες είτε με διαβάζετε απ’ τα φτερά μιας γαλάζιας πεταλούδας είτε στριμωγμένοι σ’ ένα μπλε λεωφορείο μην ξεχνάτε πως το φιλί είναι μια χειροπιαστή υπόσχεση. Αν θέλετε, λοιπόν, να γράψετε εσείς την ιστορία στην δική σας ζωή και στις ζωές των άλλων, κάντε το φιλί μια δική σας υπόθεση…

( *φωτογραφία του Βασίλη Μακρή από το έργο “Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν” σε σκηνοθεσία της Κατερίνας Ευαγγελάτου)

Christos Koukis

About Christos Koukis

Ήθελε τόσο να μεγαλώσει και τα κατάφερε στην Αθήνα. Ήθελε τόσο να σπουδάσει σε ένα πιο βαρετό ίδρυμα από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο μα στάθηκε άτυχος. Ήθελε τόσο να ταξιδέψει σε πολλά και διαφορετικά μέρη που κάπου ανάμεσα ξέχασε το μυαλό του. Η κακιά η ώρα τον έκανε ποιητή και του μπέρδεψε μια μελωδία στην γλώσσα. Λατρεύει την σοκολάτα και κάθε παράγωγο της φαντασίας. Δεν του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του όταν είναι μπροστά ο ίδιος. Πάντα θυμάται πως δεν είναι όσα λένε οι άλλοι πως είναι.