Κυριακή 11 Μαΐου, η ημέρα της μητέρας. Ξύπνησα και η μαμά μου δεν ήταν στο δίπλα δωμάτιο. Αυτό βέβαια συμβαίνει, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, τα τελευταία δεκαεπτά χρόνια. Αρκετές φορές μου λείπει και τη σκέφτομαι αλλά όταν είναι η γιορτή της μητέρας θα ήθελα να είμαι εκεί να της προσφέρω λουλούδια και να την πάρω αγκαλιά… ή να με πάρει…

Δεν είμαι μητέρα από επιλογή μέχρι σήμερα και θα ήταν ψέμα να πω πως τις καταλαβαίνω τις μητέρες. Τις θαυμάζω όμως. Για το θάρρος τους να φέρνουν παιδιά σε αυτή τη ζωή, για τα οποία θα είναι υπεύθυνες. Συγχωρέστε με, αλλά δεν πιστεύω ότι όλες διδάσκουν με τον πιο σωστό τρόπο τη ζωή στα παιδιά τους. Μην εξαγριώνεστε, έχω αδιάσειστα παραδείγματα. Πιστεύω όμως ακράδαντα ότι είναι σωστά και αγνά τα κίνητρά τους. Τα πιο αγνά του κόσμου! Γιατί προέρχονται από την αγνή τους αγάπη. Την πιο αγνή του κόσμου!

Περίμενα να μεσημεριάσει, έβαλα φόρμες και αθλητικά, πήρα το laptop αγκαλιά και κλασσικά κατηφόρισα προς το καφέ των καπνιστών στο Carouge. Στη μπάρα καθόταν ο Ναδέρ. Ο ιδιοκτήτης. Ένας πάντα ευδιάθετος και χαμογελαστός πενηντάρης, μεγαλωμένος στην Ελβετία αλλά με καταγωγή από το Μαρόκο. Τον καλησπέρισα και φιληθήκαμε τρις, όπως είθισται εδώ.

«Τι έχουμε για σήμερα;» ρώτησε.

«Σήμερα Ναδέρ θα γράψω για τη μητέρα. Είναι η ημέρα της μάνας, το ξέρεις; Ευχήθηκες στη μαμά σου;» και αμέσως σκέφτηκα πως μπορεί να ρώτησα βλακεία. Και άμεσα επιβεβαιώθηκα. Ο Ναδέρ, χαμογέλασε κάπως θλιμμένα.

«Για τους Μαροκινούς, δεν είναι σήμερα. Είναι την τελευταία Κυριακή του Μάη. Αλλά εγώ ούτως ή άλλως δεν έχω μαμά. Πέθανε όταν με γέννησε.»

Δαγκώθηκα. Είχα πει παραπάνω από βλακεία.

«Συγγνώμη Ναδέρ»

«Τι συγγνώμη;» είπε εκείνος και χαμογέλασε «Δε φταις εσύ. Για πολλά χρόνια βέβαια πίστευα πως έφταιγα εγώ. Και καμιά φορά ακόμα το πιστεύω… Βέβαια έμαθα με έναν τρόπο να ζω χωρίς μητέρα. Είχα νταντάδες μιας και ο πατέρας μου δεν ξαναπαντρεύτηκε ποτέ, αλλά δεν είναι το ίδιο. Πάντα ζήλευα τα άλλα παιδιά που έφτιαχναν ζωγραφιές για τη μαμά τους τέτοια μέρα… και ήμουν τόσο καλός στη ζωγραφική» κρυφογέλασε, και άκουσα μια παιδικότητα στο γέλιο του. «Τέλοσπάντων, άστα αυτά, άντε να γράψεις για τη δική σου, άντε! Τι θα πιεις;»

«Τι προτείνεις να πιω για ένα τέτοιο θέμα;»

Ο Ναδέρ γέλασε καλόκαρδα, μπήκε μέσα από το μπαρ και γέμισε δυο ποτήρια σαμπάνια. «Για να τους ευχηθούμε» μου είπε και σήκωσε το ποτήρι του.

Τσουγκρίσαμε, ήπια μια γουλιά, πήρα το ποτήρι μου και το Laptop κι έκανα να πάω προς το τραπέζι «μου». Σταμάτησα.

«Ναδέρ… θα μου τη ζωγραφίσεις;»

«Ε;» με κοίταξε σαν χαμένος.

«Τη μαμά σου, θα μου τη ζωγραφίσεις; Να εδώ στο μπλοκάκι. Όπως την έχεις στο μυαλό σου από φωτογραφίες. Να τη βάλω φωτογραφία στο άρθρο. Θα μου τη ζωγραφίσεις;»

Τον κοίταξα παρακλητικά. Με κοίταξε για λίγο και μετά χαμογέλασε.

«Άντε να γράψεις για τη δική σου και θα δω τι θα κάνω.»

Η μαμά μου… τι να πω για τη μαμά μου; Από παιδί τη θυμάμαι να κάνει και λέει όλα αυτά που συνήθως λέει η ελληνίδα και όχι μόνο μάνα. Να μη βγαίνω έξω λουσμένη, να μην περπατάω ξυπόλυτη, να πάρω ζακέτα, να φάω όλες μου τις φακές αλλιώς θα μείνω νηστική και θα τις φάω το βράδυ. Ό,τι ώρα και να με ξυπνούσε μου έλεγε πως είναι μια ώρα αργότερα (αυτό το κάνει μέχρι σήμερα), δεν με άφηνε να τρώω πατατάκια και δεν ποτέ δεν θεώρησε απαραίτητο να μου αγοράσει levis 501 που φορούσαν όλες μου οι φίλες. Έδινε όμως όλο της το μισθό για να μάθουμε ξένες γλώσσες, μουσική, χορό, σκι, για να ταξιδέψουμε, για να σπουδάσουμε. Και μέχρι σήμερα με «απειλεί» πως όταν θα γίνω μάνα θα καταλάβω.

Με τη μαμά μου δεν αγκαλιαζόμασταν πολύ παλιότερα. Ούτε με θυμάμαι να «κρύβομαι» στην αγκαλιά της σαν παιδί. Δεν ήθελα να μου λένε ότι της μοιάζω. Ήθελα να μοιάζω στο μπαμπά μου (γνωστά σύνδρομα). Δεν κουβεντιάζαμε ιδιαίτερα τα προσωπικά μου, ούτε τα ερωτικά μου. Αυτό το ρόλο τον είχα αναθέσει στον ταλαίπωρο πατέρα μου. Νόμιζα πως με τη μαμά μου όσο και αν την αγαπούσα και με αγαπούσε, δεν μοιάζαμε σαν γυναίκες και δεν θα καταλάβαινε. Κι εκείνη δε ρωτούσε.

Πόσο ηλίθια ήμουν παιδί και έφηβη και στα πρώτα ενήλικα χρόνια! Μου πήρε πολλά χρόνια να δω ότι εγώ δεν καταλάβαινα. Ότι η μαμά μου ήταν απλώς πάντα πολύ διακριτική. Ότι όλα τα ήξερε, τα ένιωθε αλλά δεν μιλούσε. Γιατί  σεβόταν πάντα εμένα, τις επιλογές και τις πράξεις μου. Μπορεί να μην τα ενέκρινε αλλά τα σεβόταν. Και όταν αυτά με «πετούσαν σε γκρεμό» ήταν πάντα εκεί να με τραβήξει από το χέρι, χωρίς πάλι να σχολιάσει, να μιλήσει ή να κρίνει. Πρέπει να ήμουν σχεδόν τριάντα χρονών όταν συνειδητοποίησα πόσα ξέρει η μαμά μου για μένα. Και σχεδόν σοκαρίστηκα.

Σήμερα πια, δεν είναι απλώς που έχω διαπιστώσει σε πόσα σημεία μοιάζουμε. Είναι που θα ήθελα να της μοιάζω και σε άλλα. Πιο πολλά. Όπως να είχα τα σκούρα πυκνά μαλλιά της. Όπως να είχα εκείνη τη δύναμη της ψυχής της να ζει ανησυχώντας για τέσσερα παιδιά. Πως το κάνει; Σήμερα δεν χρειάζεται καν να κρυφτώ στην αγκαλιά της, μου αρκεί ένα βλέμμα της μόνο για να σωθώ…

Θέλω να πω πολλά για τη μαμά μου αλλά κάτι με κρατάει. Νιώθω πως ήδη είπα πολλά.. τα υπόλοιπα μπορεί να μην χρειάζονται γιατί τα ξέρει εκείνη…

Μπαίνει στο καφέ η γαλλίδα φίλη μου Λορίν (γνωστή από προηγούμενα άρθρα). Με εντοπίζει και έρχεται στο τραπέζι.

«Να κάτσω ή γράφεις;» λέει, κάθεται και ανάβει τσιγάρο. Συνειδητοποιώ πως δεν έχω καπνίσει από την ώρα που ήρθα. Άλλο και τούτο…

«Γράφω… αλλά και που γράφω δεν ξέρω αν τα λέω καλά. Εκτός που δεν ξέρω τι θα έπρεπε να κάνω για να γίνω κάποτε καλή μάνα, δεν έχω μάθει μέχρι σήμερα τι πρέπει να κάνω για να είμαι καλή κόρη»

Η Λορίν μοιάζει να μπερδεύεται.

«Είναι η μέρα της μητέρας σήμερα. Για την Ελλάδα και για την Ελβετία από όσο ξέρω. Για τη μάνα γράφω..»

«Ααα, τι ωραία! Σε μας είναι την τελευταία Κυριακή του Μάη, εκτός κι αν πέφτει Πεντηκοστή, οπότε είναι την πρώτη Κυριακή του Ιούνη. Αλλά τι σημασία έχει η μέρα; Τις μανάδες πρέπει να τις τιμούμε πάντα. Η μάνα είναι ο πιο μεγάλος έρωτας στη ζωή, κανένας άλλος άνθρωπος δεν μπορεί να σου δημιουργήσει τόσο απόλυτες αισθήσεις. Είτε είναι η αίσθηση ότι σε αγαπούν, είτε της ασφαλείας, της αφοσίωσης, του θυμού. Απλά είναι παθητικά τα συναισθήματα προς αυτήν γιατί είναι τόσο ενεργητικά τα δικά της που απλά δεν μπορείς να τα απαντήσεις. Επειδή αυτή νιώθει έτσι για σένα, μπορείς εσύ να νιώθεις για όλους τους άλλους.»

Η Λορίν μοιάζει να συγκινείται. «Να τα γράψεις αυτά αν θες. Είναι από τη Λορίν για τη μαμά της να πεις. Αυτή βέβαια δεν θα τα δει, και να τα δει δεν ξέρει ελληνικά να τα διαβάσει, αλλά εσύ να τα γράψεις. Θα την πάρω να της ευχηθώ αφού είναι η μέρα της για την Ελβετία που ζω εγώ. Όταν ήμασταν πιτσιρίκια με την αδερφή μου τρέχαμε στο δωμάτιό της και της τραγουδούσαμε ένα δικό μας αυτοσχέδιο τραγούδι για τη μαμά. Μου λείπει»

«Μένει μακριά;»

«Θεωρητικά όχι. Περίπου διακόσια χιλιόμετρα από εδώ. Αλλά αν δεν είναι στο δίπλα δωμάτιο πάντα μακριά είναι!»

«Σωστά! Θα μείνεις να πιούμε μια σαμπάνια;» είπα και κατευθύνθηκα στο μπαρ. Η Λορίν δέχτηκε και με ακολούθησε.

Ο Ναδέρ ήταν από μέσα και συνομιλούσε με μια γυναίκα που φορούσε πλαστικό σκουφάκι και γάντια. Δεν την είχα ξαναδεί, μάλλον η μαγείρισσα. Του έγνεψα. Με κοίταξαν και οι δύο. Ο Ναδέρ έσπρωξε προς το μέρος μου ένα χαρτί από το μπλοκάκι που ήταν πάνω στο μπαρ. Είχε κάνει αυτό που του ζήτησα. Στο χαρτί αποτυπωνόταν η εικόνα μιας όμορφης νέας γυναίκας με μεγάλα μάτια. Της μαμάς του. Του χαμογέλασα πλατιά.

«Άλλα τρία» του είπα δείχνοντας και τη Λορίν «για να τους ευχηθούμε»

Ο Ναδέρ πήρε το μπουκάλι από το ψυγείο και γέμισε τα ποτήρια.

«Απαπα… αλκοόλ πίνετε κοριτσάκια μου μέσα στο μεσημέρι; Δεν κάνει καλό.» είχε μιλήσει εκείνη η γυναίκα με το σκουφάκι.

Κοιταχτήκαμε με το Ναδέρ. Δεν κρατηθήκαμε και γελάσαμε σιγανά.

«Ναι, γελάτε. Εσύ δεν έχεις παιδιά και δεν καταλαβαίνεις» λέει στο Ναδέρ «εσείς έχετε;» ρωτάει.

«Όχι..» απαντάμε και οι δύο με τη Λορίν.

«Εγώ έχω δυο γιους. Λίγο πιο μικρούς από σας. Μέχρι εκεί πάνω. Σπουδάζουν στην Αγγλία. Έτσι κι αυτοί άμα βγουν έξω όλο μπύρες πίνουν. Τι τις πίνουν; Όσο και να φωνάξω τίποτα. Με κοιτάνε κι αυτοί και γελάνε.» είπε κουνώντας το κεφάλι με τον γλυκό θυμό μιας μάνας.

Ο Ναδέρ πήρε το λόγο.

«Τάνια από εδώ η Μαρία και η Λορίν, είναι φίλες μου. Κορίτσια η Τάνια, είναι από την Πολωνία και φτιάχνει αυτά τα υπέροχα πιτάκια που τρώτε καμιά φορά. Τάνια, η Μαρία αρθρογραφεί και σήμερα γράφει ένα άρθρο για τη μάνα. Είναι η ημέρα της»

«Σήμερα; Στην Πολωνία είναι 26 Μάη. Αλλά τα αγόρια μου μετά που τελείωσαν το σχολείο σπάνια το θυμούνται. Δε βαριέσαι. Η μάνα γιορτάζει κάθε μέρα. Και ξέρεις γιατί; Γιατί έχει εσάς! Το πιο ακριβό κόσμημα. Μπορεί όλη της τη ζωή να ανησυχεί μήπως της πάθει κάτι, αλλά πάντα μέσα της γιορτάζει που το έχει. Να είσαστε εσείς καλά κι εμείς μέρες-γιορτές δε χρειαζόμαστε.»

Την κοιτάζω και πίνω το μισό ποτήρι μονορούφι.

«Άστο βρε κοπέλα μου μεσημεριάτικα. Να σου στύψω μια πορτοκαλάδα; Και η μαμά σου αυτό θα σου έλεγε» μου λέει και δεν ξέρει πόσο δίκιο έχει… ή ξέρει καλύτερα κι από εμένα.

«Λορίν, προσέχεις λίγο τα πράγματα; Επιστρέφω.» λέω και βγαίνω στο δρόμο. Κάθε Κυριακή υπάρχει ανοιχτή αγορά στο Carouge. Όπου να ναι κλείνει, ίσα που προλαβαίνω.

Γύρισα στο καφέ με μια ανθοδέσμη. Σαν αυτή που ήθελα να δώσω στη μαμά μου. Ο Ναδέρ με κοίταξε έκπληκτος αλλά την επόμενη στιγμή πήρε το χαρτί από το μπλοκάκι με τη ζωγραφιά της μαμάς του, έγραψε από πάνω «Σ’αγαπώ μαμά» και φώναξε την Τάνια που είχε ξαναπάει στην κουζίνα. H Λορίν μπήκε αμέσως στο νόημα και άρχισε να τραγουδάει μελωδικά ένα τραγουδάκι στα γαλλικά.

Δώσαμε στην Τάνια τα λουλούδια και τη ζωγραφιά κι εκείνη μας έδωσε την πιο μεγάλη, την πιο αγνή αγκαλιά του κόσμου. Εκείνη της μάνας.

Χρόνια πολλά μαμά-Ουρανία! (έτσι λένε τη μαμά μου) Το άρθρο για τα λουλούδια που δε γινόταν να σου φέρω!

Υ.Γ. Ευχαριστώ τη φίλη μου Ιωάννα που μου «δάνεισε» τα υπέροχα λόγια της Λορίν. Κι εύχομαι να τα διαβάσει η μαμά της!

 

 

 

 

Maria Kakavani

About Maria Kakavani

Η Μαρία αλλού γεννήθηκε, αλλού πήγε σχολείο, από αλλού είναι η μαμά της από αλλού ο μπαμπάς της, από αλλού οι παππούδες της, αλλού μεγάλωσε, αλλού έζησε, αλλού μετακόμισε για να εγκατασταθεί και αλλού είναι τώρα και συνεχίζει. Γενικά είναι αλλού! Έχει πτυχίο και μεταπτυχιακό (ΜΒΑ) από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και τα έχει κάνει ωραία κορνίζα, μιλάει μερικές γλώσσες αλλά μάλλον όχι τις απαραίτητες και λατρεύει τα media γιατί εκεί γεννήθηκε και εξελίχτηκε επαγγελματικά και γνώρισε τον κόσμο από την αρχή. Πιστεύει από καρδιάς πως παρόλες τις δυσκολίες κάθε πρωί που ξυπνάμε πρέπει να κοιταζόμαστε στον καθρέφτη, να χαμογελάμε και να λέμε «θα τα καταφέρω!» Και να τα καταφέρνουμε!