Η ετυμολογία των παραμυθιών είναι η αλήθεια. Το μελάνι για να γράφονται, ο έρωτας: ο πλατωνικός, ο ανεκπλήρωτος ή ο πραγματωμένος. Και πάντα μαζί, αυτό το φως που περιμένει, σαν ντροπαλό παιδί πίσω απ’ το φουστάνι της μάνας του, να εμφανιστεί το πρώτο ελκυστικό σκοτάδι για να ξεχυθεί και να λογομαχήσει. Ας μην τρέφουμε αυταπάτες, τα παραμύθια μάς μειώνουν τις επιλογές της ζωής στην εξής μία… την ουτοπία και μεγαλώνοντας εμείς, έχουμε το δικαίωμα να την εφαρμόσουμε σε όλες τις πτυχές της ιστορίας και της κοινωνίας. Λέω δικαίωμα και όχι υποχρέωση διότι άπαξ και πάρεις το νόμισμα και οι δυο πλευρές σου ανήκουν και τους ανήκεις.

Έναν καιρό και μια φορά, δυτικά της χαράς και πάνω στα χείλη του Ήλιου, ένα δάσος έβγαινε ως την εξώπορτα της θάλασσας. Άφηνε, επίτηδες θαρρώ, μια λεπτή λωρίδα άμμου να περπατούνε τα πουλιά, τα όνειρα και τα αδέσποτα λόγια των ανθρώπων. Ένα κορίτσι είχε φθάσει από μακριά με το ακαταλόγιστο της ομορφιάς. Διέσχιζε την λεπτοκαμωμένη παραλία και είχε αυτήν την σιωπή που σε ταυτίζει με το νόημα του φωτός. Ο πλούτος ψηλώνει με τέτοιες σιωπές, ξεπετιέται. Τα μάτια της έμπαιναν στον ορίζοντα όπως σκάβουν το σκοτάδι τα μάτια της γάτας. Τα χέρια της στριφογύριζαν τον άνεμο με χαρακτηριστική οικειότητα και τα χείλη της είχαν μια συγγένεια με την επανάσταση. Οι ακτές δίνουν την σκυτάλη σε άλλες ακτές και ο κόσμος ο παλιός ποτέ του δεν παλιώνει.

«Η ετοιμολογία των παραμυθιών είναι η αλήθεια» της είπε το αγόρι μόλις την αντίκρισε πρώτη φορά.

«Θησαυρίζει κανείς μόνο ως κληρονόμος των αισθημάτων και εραστής των αισθήσεων» απάντησε χωρίς δεύτερη σκέψη το κορίτσι.

Το αγόρι έδιωξε την σκιά του για να μείνουνε μόνοι και το κορίτσι με αυτό το ρίγος, της φύσης που ανασηκώνεται απ’ τον άνεμο και ανακουφίζεται, έπεσε στο νερό.

«Θες να παραβγούμε μέχρι την τελευταία αναπνοή του γαλάζιου;» του φώναξε και αυτός μέτρησε την τρομερή του τύχη και την ακολούθησε.

Αν σας φαίνονται όλα τα παραπάνω χιλιοειπωμένα και τετριμμένα, πόσες φορές τα έχετε ζήσει… τα παραμύθια διαβάζονται μόνο ως βιογραφίες κάποιων παλιών ανθρώπων που τα κατάφεραν, αλλιώς πώς;

Σ’ αυτήν την ζωή που μας δώσανε, όλα γίνονται. Μόνο η αγάπη, όμως, δεν ξεγίνεται. Όταν γίνεσαι κάποιας και κάποια γίνεται δική σου. Χωρίς τίτλους ιδιοκτησίας, χωρίς φόρους και ημίμετρα. Απλώς γίνεσαι σημαντικός και ποτέ δεν ξεγίνεσαι. Γιατί κάθε βλέμμα, κάθε κίνηση προδίδει και μια νέα δυνατότητα για δράση. Γιατί το αλάθητο αποζητά στην ηδονή λίγη ελευθερία. Γιατί έχεις βρει μια ιστορία – μ’ εκείνη μέσα ηρωίδα – που την ζεις και την ξαναζείς κάθε βράδυ μέχρι να αποκοιμηθείς.

Christos Koukis

About Christos Koukis

Ήθελε τόσο να μεγαλώσει και τα κατάφερε στην Αθήνα. Ήθελε τόσο να σπουδάσει σε ένα πιο βαρετό ίδρυμα από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο μα στάθηκε άτυχος. Ήθελε τόσο να ταξιδέψει σε πολλά και διαφορετικά μέρη που κάπου ανάμεσα ξέχασε το μυαλό του. Η κακιά η ώρα τον έκανε ποιητή και του μπέρδεψε μια μελωδία στην γλώσσα. Λατρεύει την σοκολάτα και κάθε παράγωγο της φαντασίας. Δεν του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του όταν είναι μπροστά ο ίδιος. Πάντα θυμάται πως δεν είναι όσα λένε οι άλλοι πως είναι.