Καλημέρα! Ή μήπως καλησπέρα; Μετά τα ταξίδια οι ώρες και οι μέρες μοιάζουν να μπερδεύονται. Μέχρι να ξαναβρούμε το ρυθμό μας, να ενταχτούμε στην καθημερινότητά μας. Να κοιτάξουμε πίσω και να δούμε τι έγινε και πότε στο καλό πρόλαβε να γίνει. Πρέπει να ήταν τρεις βδομάδες πριν όταν καθισμένη στο σαλόνι του «Θεολόγος» στο δρόμο για τη Μύκονο έγραφα το «Μικρές πατρίδες» στο ξεκίνημα του ταξιδιού αυτού. Θυμάμαι πως σας το έστειλα και βγήκα στο κατάστρωμα να δω το λιμάνι της Τήνου. Από τότε μέχρι σήμερα που είμαι καθισμένη στο λατρεμένο μπαλκόνι του σπιτιού στον Καρέα και λίγες μέρες πριν φύγω για Ελβετία ξανά, δεν ξέρω πως κύλησε ο χρόνος. Δεν τα θυμάμαι όλα καθαρά. Θυμάμαι όμως πως υποσχέθηκα να συνεχίσω το προηγούμενο άρθρο αναζητώντας πατρίδες, και αν και διαθέτω πολλά ελαττώματα, τις υποσχέσεις μου τις κρατάω. Γι’ αυτό και τις δίνω δύσκολα.

Αφήνοντας πίσω το λιμάνι της Τήνου, λίγη ώρα μετά πιάσαμε Μύκονο. Σταθμός πρώτος. Παλιός, αγαπημένος. Τη Μύκονο είχα την τύχη ή την ατυχία να τη γνωρίσω πριν πολλά χρόνια απευθείας με το κυριλέ πρόσωπό της. Όχι το κοσμικό, όχι το φοιτητικό, όχι το ξέφρενο, όχι το ήρεμο. Κάθε φορά που την επισκέπτομαι όμως αναζητώ και κάποιο καινούριο. Και πάντα έχει να μου δείξει. Είναι από τα λίγα μέρη που έχει πάντα κάτι καινούριο να πει, αρκεί να μπορείς να το ακούσεις.

Αυτή τη φορά στο νησί ήμουν με φίλους από την Ελβετία. Έλληνες φίλους από την Ελβετία. Ανθρώπους που γνωρίζω μικρό χρονικό διάστημα. Ακούγεται δύσκολο να μοιραστείς τις ημέρες του χρόνου που περιμένεις να χαλαρώσεις με ανθρώπους που δεν ξέρεις καλά τις συνήθειες και τις προτιμήσεις τους. Έως επικίνδυνο. Γιατί ούτε εκείνοι ξέρουν τις δικές σου. Και αν ξεκίνησα να κάνω έκπληξη στην πιο στενή μου φίλη Ιωάννα (εξ Ελβετίας) φτάνοντας χωρίς να με περιμένει στο νησί, η έκπληξη τις επόμενες μέρες ήταν όλη δική μου!

Με αυτά τα παιδιά που πέρασα μερικές δειλές στιγμές συντροφιάς τα χειμώνα που έφυγε στη Γενεύη, μοιράστηκα πολλές δυνατές θαρραλέων εξομολογήσεων και συναισθημάτων το καλοκαίρι στη Μύκονο. Καταφέραμε να συνδυάσουμε χωρίς ιδιαίτερες γκρίνιες και παράπονα, τα θέλω όλων και να βρεθούμε από το να χορεύουμε αργά το απόγευμα στο super paradise, μέχρι το να λιώνουμε αργά τη νύχτα στον Ορνό σε ένα τραπέζι φαγητού που είχαμε κάτσει από το απόγευμα, αλλά κανείς δεν ήθελε να σηκωθεί. Αυτή τη φορά το πρόσωπο που μου έδειξε η Μύκονος ήταν εκείνο των ανθρώπων που ήταν μαζί μου. Και μου είπε πως οι χειμώνες μαζί τους δεν θα είναι ποτέ πια οι ίδιοι.

10617517_841901319177367_1528471806_n

Σταθμός δεύτερος. Ο καινούριος. Τήνος. Δεν είχα ξαναπάει. Ήθελα όμως. Το είχα υποσχεθεί! Σε μένα. Και αν στη Μύκονο έπρεπε να «ζήσω» μαζί με ανθρώπους που δεν ήξερα καλά, εδώ τα πράγματα ήταν ακόμα πιο περίπλοκα. Ο Ραφαήλ που μας φιλοξένησε με την αδερφή μου είναι φίλος 12 χρόνια. Καλός, αγαπημένος. Έχουμε περάσει πληθώρα διαφορετικών στιγμών και χρόνων μαζί. Τώρα όμως έπρεπε να γνωρίσει και την αδερφή μου και τη φίλη μας από Γενεύη που μας ακολούθησε. Κι εγώ να είμαι μια γέφυρα, ανάμεσα στο μόνιμο, στο παλιό και στο καινούριο. Αγχώθηκα. Άδικα! Ο  Ραφαήλ, η Φλώρα και η Έμυ έδεσαν άμεσα και απόλυτα. Σχεδόν με ξεχνούσαν γελώντας και κολυμπώντας. Πόσο απλά είναι τα πράγματα μερικές φορές…

Το τελευταίο πρωί πριν αφήσουμε την Τήνο, πήγαμε στην Παναγία. Στον ανηφορικό δρόμο προς εκεί, υπάρχει μια μακρόστενη μοκέτα γι αυτούς που έχουν κάνει τάμα να πάνε γονατιστοί. Μια κοπελίτσα μπουσουλούσε επάνω και ανηφόριζε και δίπλα της όρθια να περπατάει αργά για να συμπορεύονται, μια μεγαλύτερη γυναίκα. Μάλλον η μητέρα της. Η κοπελίτσα φαινόταν αδύναμη, σαν να είχε κάποιο πρόβλημα υγείας. Δάγκωσα τα χείλη μου και σούφρωσα το πρόσωπό μου για να μην κλάψω. Ο Ραφαήλ και η Έμυ μου είπαν πως η πίστη αυτή της κοπέλας την οδηγεί σε αυτή την πράξη και η πίστη σώζει. Μάλλον έχουν δίκιο. Εγώ όμως ήμουν σίγουρη πως αν η Παναγία την κοίταζε από κάπου θα της φώναζε «Σήκω πάνω κοπέλα μου» ή ακόμα περισσότερο θα την έπιανε από το χέρι για να τη σηκώσει η ίδια. Αντί να την αφήνει να τσαλακώνει την πίστη της πάνω σε μια μοκέτα που πατάνε τα εμπορικά φορτηγάκια που προμηθεύουν τα μαγαζιά και οι μικροπωλητές που την εμπορεύονται. Με φρικάρει η προσπάθεια κέρδους πάνω στην πίστη.

Τα δάκρυα που φύλαξα όταν είδα την κοπέλα στη μοκέτα, τα κατέθεσα άπλετα όταν μπήκα μέσα στο ναό. Λες και η εγκράτεια με εγκατέλειψε. Φορούσα πεισματικά τα γυαλιά ηλίου μου για να μην με πάρουν χαμπάρι τα παιδιά, αλλά μάλλον απέτυχα. Δε βαριέσαι. Δεν με συγκλόνισε ο ναός, ούτε το άγγιγμα των χειλιών μου στην εικόνα. Ούτε τα εκατοντάδες καντήλια που το καθένα ήταν μια ιστορία. Ούτε καν το νερό από την πηγή του υπογείου που έβρεξα το πρόσωπό μου. Με συγκίνησε κάτι πιο βαθύ, πιο εσωτερικό, πιο ανθρώπινο. Κάτι που προσπάθησα να εξιστορήσω στο άρθρο «Δεκαπενταύγουστος» και δεν ξέρω αν τα κατάφερα. Είναι και κάποια βιώματα τελικά που δεν περιγράφουν οι λέξεις.

10621790_841901315844034_37348236_n

Σταθμός τρίτος. Ικαρία. Τόπος γνώριμος, τον έχουμε επισκεφτεί αρκετές φορές γιατί ζει εκεί ένας καλός φίλος. Πήγαμε ένα τσούρμο άτομα και βρήκαμε εκεί άλλα τόσα. Είναι κάτι σαν το χωριό μας και τα συναισθήματα που τρέφω γι αυτή είναι ακριβώς αυτά. Οικεία, αγαπημένη, προβλέψιμη. Στην Ικαρία μπορώ και χαλαρώνω σαν να είμαι στο σπίτι μου, περιφέρομαι με σαγιονάρες από το πρωί μέχρι το βράδυ σαν να είμαι στο σπίτι μου, βλέπω πολλά γνώριμα πρόσωπα, απελευθερώνομαι και μερικές φορές βαριέμαι. Σαν να είμαι στο σπίτι μου. Φέτος στο νησί βρέθηκα με φίλους που συναντώ μόνο εκεί, με κολλητούς μου από Αθήνα, μια φίλη από Λονδίνο, την αδερφή μου και τους γονείς μου! Αν δεν είναι έτσι το «χωριό» μας, πως είναι; Εκεί που συνυπάρχουν όλοι οι άνθρωποί μας, από όπου κι αν προέρχονται. Και βρίσκουν μια βάση κοινή…

Πέρα από όλα αυτά όμως η Ικαρία, έχει κάτι μαγικό, κάτι μοναδικό που δεν έχω συναντήσει σε κανένα άλλο τόπο. Τα πανηγύρια της. Και πριν προλάβετε να με αποπάρετε ή να μου μιλήσετε για τα υπέροχα πανηγύρια του τόπου σας να σας πω ότι κι εγώ το ίδιο είχα σκεφτεί πριν πάω. Μετά άλλαξα γνώμη. Τα ικαριώτικα πανηγύρια δεν είναι απλά παραδοσιακά πανηγύρια. Είναι Διονυσιακά μυστήρια. Γιατί εκεί μαθαίνεις τα βήματα για τον παράδεισο. Τα βήματα του ικαριώτικου χορού. Σε κάθε βήμα είσαι πιο κοντά. Η μουσική σε μαγεύει, σε παρασύρει, σε οδηγεί. Τα βήματα και η κίνηση του σώματος εκφράζουν ακριβώς αυτό που το πνεύμα σου φωνάζει. Κι όσο πιο σταθερά και βαριά στη γη τα βήματα, τόσο πιο ψηλά το πνεύμα. Και να ενώνεται με εκείνο των διπλανών σου, όπως τα σώματά σας όσο χορεύετε μαζί αγκαλιασμένοι και ας μην γνωρίζεστε. Ο Ικαριώτικος είναι ο χορός της ψυχικής ανάτασης μέσα από μια ρυθμική σωματική διαδικασία που εξελίσσεται.

10637671_841901309177368_1855219564_n

Σταθμός τέταρτος. Συνδετικός. Σύρος. Η αρχόντισσα των Κυκλάδων. Και σαν αρχόντισσα δεν μοιάζει σε τίποτα με τους υπόλοιπους. Έχει δικό της στυλ, δική της αύρα, δική της ενδυμασία. Διαφορετική, σχεδόν βασιλική. Στη Σύρο δεν πήγαμε για να μείνουμε. Διανυκτερεύσαμε μόνο ένα βράδυ για να πάρουμε την επόμενη μέρα το καράβι για τον τελικό μας προορισμό, τη Σίφνο. Κάναμε μια βραδινή βόλτα στο νησί η οποία πήρε τελικά τη μορφή του σταθμού μας. Συνδετική. Δυο από τους φίλους μας που ήταν μάλλον τσακωμένοι μεταξύ τους, βρέθηκαν να απολαμβάνουν μαζί τα κοκτέηλ τους και να αφήνουν στην άκρη τις όποιες διαφωνίες τους. Για χάρη του νησιού, των διακοπών, της παρέας, των εαυτών τους; Δεν έμαθα. Όμως το θέμα του καβγά δεν μας απασχόλησε ουσιαστικά ποτέ ξανά σε εκείνες τις διακοπές, τουλάχιστον όχι αυτούσιο.

Σταθμός πέμπτος. Σίφνος. Η αποκάλυψη. Δεν ήθελα να πάω στη Σίφνο το παραδέχομαι. Έψαχνα να βρω ποιος από την παρέα το είχε αποφασίσει για να κάνω καβγά που δεν πήγαμε Πάτμο. Μετάνιωσα για όλες αυτές τις σκέψεις. Η Σίφνος είναι πραγματικά το κρυφό χαρτί των Κυκλάδων. Μια ήρεμη δύναμη που καταφέρνει να σε ορίζει και να σε κερδίζει. Δεν είναι πως έχει καταπληκτικό φαγητό, μοναδικές παραλίες και γραφικά χωριά. Δεν είναι πως έχει κάτι που δεν έχεις ξαναδεί. Έχει όμως από όλα τόσο όσο θες, όσο χρειάζεσαι για να περάσεις καλά και να απολαύσεις ειλικρινά. Με συνάρπασε ο βράχος της Χρυσοπηγής κι ακόμα πιο πολύ ένα μοναχικό ξωκλήσι στο χωριό Κάστρο. Πόση στωικότητα και ομορφιά μπορεί να κρύβει η μοναχικότητα. Το έκλεισα σε μια φωτογραφία και στην καρδιά μου.

Και μπορεί εγώ να απολάμβανα και να υποσχόμουν στη μοναξιά μου αλλά η παρέα μας είχε άλλες διαθέσεις και εξελίξεις. Στη Σίφνο συναντηθήκαμε με διάφορους γνωστούς και φίλους, από διαφορετικές παρέες και μέρη κι επειδή δεν μας έφτανε αυτό φροντίσαμε να γνωρίσουμε και πολύ κόσμο εκεί. Σύνηθες για ένα νησί με ελάχιστες, μα όμορφες, επιλογές για μπάνιο, φαγητό, νυχτερινή έξοδο. Οι ίδιοι άνθρωποι είναι παντού. Αν δεν γνωριστείτε στη θάλασσα, θα πιάσετε την κουβέντα στο μπαράκι. Αν όχι στις διακοπές, τότε πότε; Και η μαγεία είναι ότι εκτός από τις φιλικές παρέες είχαμε κι ένα love story. Ξεκίνησε κινηματογραφικά από έναν καβγά πάνω στο πλοίο ακόμα, συνεχίστηκε στο νησί με πάθος και εξελίσσεται μέχρι τώρα που σας γράφω σε άλλο ρομαντικό μέρος που όμως δεν θα σας αποκαλύψω. Αν όλα πάνε καλά θα τους «παραχωρήσω» το εκκλησάκι στην άκρη του Κάστρου και θα σας στείλω φωτό.

Στη Σίφνο εκτός που γνωρίσαμε πολύ κόσμο, γνωριστήκαμε και ακόμα καλύτερα μεταξύ μας. Είχαμε διαφωνίες για ποικίλα θέματα από αυτά που προκύπτουν στις διακοπές, δάκρυα που γεννάνε οι εντάσεις και οι συγκινήσεις στις διακοπές, τρυφερότητες, αγκαλιές και χαμόγελα σαν αυτά που αξίζουν στις διακοπές, ουσιώδης συζητήσεις και ηχηρές γαληνευτικές σιωπές σαν εκείνες που αποζητάς στις διακοπές.

Στο καράβι της επιστροφής μπήκα μόνη. Τύχαινε και όλοι γυρίζαμε διαφορετική μέρα. Παρόλο που ήταν το μικρό το γρήγορο που απαγορεύεται να βγεις έξω, έπεισα το μηχανικό και ανεβήκαμε μαζί επάνω στο κατάστρωμα για να καπνίσω. Πρέπει να ήταν μεσάνυχτα. Δεν έβλεπα σχεδόν τίποτα τριγύρω. Μόνο τα ανακατεμένα νερά από το πέρασμά μας και τα αστέρια. Αυτό δε βλέπουμε πάντα στο τέλος των ταξιδιών; Και είναι τόσο, μα τόσο αρκετό!

Καλημέρα! Ή μήπως καλησπέρα; Μετά τα ταξίδια οι ώρες και οι μέρες μοιάζουν να μπερδεύονται. Μέχρι να ξαναβρούμε το ρυθμό μας, να ενταχτούμε στην καθημερινότητά μας. Να κοιτάξουμε πίσω και να δούμε τι έγινε και πότε στο καλό πρόλαβε να γίνει. Εκείνο που θυμάμαι πιο πολύ από αυτό το ταξίδι είναι πως πήγα στις πατρίδες μου. Τις μεγάλες. Και αυτές είναι οι άνθρωποί μου. Οι άνθρωποι που ήταν γύρω μου. Που το συντρόφευσαν. Που κάναμε και είπαμε όσα σας είπα και πιο πολύ όσα δεν σας είπα. Που με έκαναν σοφότερη. Φίλοι, γνωστοί, οικογένεια, νέες γνωριμίες. Οι άνθρωποι είναι η πατρίδα μας. Η μεγάλη!

Υ.Γ. Ευχαριστώ όλους αυτούς τους ανθρώπους που έχουν ονοματεπώνυμα και ειδικά την αδερφή μου, γιατί χωρίς αυτή δεν θα είχα πάει ούτε μέχρι το λιμάνι.

Maria Kakavani

About Maria Kakavani

Η Μαρία αλλού γεννήθηκε, αλλού πήγε σχολείο, από αλλού είναι η μαμά της από αλλού ο μπαμπάς της, από αλλού οι παππούδες της, αλλού μεγάλωσε, αλλού έζησε, αλλού μετακόμισε για να εγκατασταθεί και αλλού είναι τώρα και συνεχίζει. Γενικά είναι αλλού! Έχει πτυχίο και μεταπτυχιακό (ΜΒΑ) από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και τα έχει κάνει ωραία κορνίζα, μιλάει μερικές γλώσσες αλλά μάλλον όχι τις απαραίτητες και λατρεύει τα media γιατί εκεί γεννήθηκε και εξελίχτηκε επαγγελματικά και γνώρισε τον κόσμο από την αρχή. Πιστεύει από καρδιάς πως παρόλες τις δυσκολίες κάθε πρωί που ξυπνάμε πρέπει να κοιταζόμαστε στον καθρέφτη, να χαμογελάμε και να λέμε «θα τα καταφέρω!» Και να τα καταφέρνουμε!