Η Σήλια Πολυζώη μοιράζεται με τους αναγνώστες του Beau Sillage την εμπειρία της από το πρόσφατο ταξίδι της στην ξακουστή Κούβα… Καθώς έζησε για λίγο σαν κουβανή, μας περιγράφει την πραγματική καθημερινότητα των ανθρώπων μιας τόσο αντιφατικής πρωτεύουσας!

p1

Κούβα: Ταξίδι στο χρόνο Ώρα 5.30μ.μ. Μετά από 15 περίπου ώρες ταξίδι, βρίσκομαι συνωστισμένη στο αεροδρόμιο της Κούβας αναμένοντας τις πολυπόθητες αποσκευές. Χρειάζομαι σχεδόν μια ώρα για να τις παραλάβω και περπατώ σαφώς ιδρωμένη αφού η ζέστη είναι αφόρητη. Στο βάθος διακρίνω μια σωρεία ανθρώπων να περιμένουν υπομονετικά να περάσουν από εξονυχιστικό έλεγχο. Μια τυπική διαδικασία. Ανακουφισμένη που είμαι σώα και αβλαβής φοράω το καλύτερο μου χαμόγελο και κατευθύνομαι στην έξοδο. Μια μεγάλη αγκαλιά με περιμένει και είναι η θεία μου η Κουβανή. Ναι, ξέχασα να πω πως δεν ταξιδεύω για τουρισμό. Ταξιδεύω για να συναντήσω για πρώτη φορά την οικογένεια μου εκεί και να ζήσω για λίγο μαζί τους.

Η έκπληξη

Με περιμένει ένα αυτοκίνητο σίγουρα κατασκευασμένο πριν το 70 με ταπετσαρία λουλουδάτη, ολόιδια με τη χειραποσκευή μου. Τρεις θεότρελοι Κουβανοί μετά βίας χωρούν στο ενιαίο μπροστινό κάθισμα. Η μουσική δυναμώνει και ο οδηγός ξεκινά να τραγουδά δυνατά. Εγώ αρχίζω να μιλώ με τη θεία και οι «τύποι» γουρλώνουν τα μάτια καθώς με ακούνε να μιλάω τη γλώσσα τους. Δεν πτοούνται που δεν μας γνωρίζουν και ξεκινούν τα πειράγματα σε ότι θηλυκό περπατάει έξω.

Σκάω στα γέλια συναντώντας την πρώτη ομοιότητα με τους δικούς μας. Είναι περίπου επτά το απόγευμα και επιτέλους πατάω το πόδι μου στην περιβόητη Παλιά Αβάνα. Τα μάτια μου πάντα διάπλατα, κοιτούν το επιβλητικό Καπιτόλιο και τριγύρω τα κτίρια που μοιάζουν χτισμένα αιώνες πριν αποτελώντας αρχιτεκτονικά διαμάντια.

p4

Είμαι στην πλατεία διαγωνίως του Καπιτολίου και διαπιστώνω πως το σπίτι μου βρίσκεται εκεί. Μοιάζει σαν ένα μικρό παλάτι χτισμένο από κάποιο μεγιστάνα και γεμάτη απορία παρακολουθώ τα σημάδια του χρόνου επάνω του. Ξαφνικά μεταφέρομαι σε μια άλλη εποχή. Πλησιάζω στην πόρτα και μια μυρωδιά ούρων με επαναφέρει στην πραγματικότητα. Τυχαίο γεγονός. Ελπίζω.

Το κλιμακοστάσιο σαθρό, σάπιοι τοίχοι, σπασμένα μάρμαρα. Τι συμβαίνει; Η πρώτη βόλτα στο ιστορικό κέντρο, στον φημισμένο δρόμο Obispo. Αυτή τη φορά η κακοσμία μου προκαλεί αρνητικά συναισθήματα. Πόλη βρώμικη. Πόλη Φθαρμένη. Σηκώνω το βλέμμα από τον κακοφτιαγμένο πεζόδρομο και αρχίζω να συγκρούομαι με τουρίστες. Ηλικιωμένοι άντρες κρατούν στο χέρι νεαρές μελαμψές κοπέλες και το αντίθετο. Ξαφνικά αισθάνομαι ξένη. Είμαι ξένη. Θαμπώνομαι από την ομορφιά της αρχιτεκτονικής της πόλης και πληγώνομαι στη θέα της αποσάθρωσης. Μα την πόλη την κάνουν οι άνθρωποι. Θέλω να αλλάξω εικόνα.

p5

Μπαίνω σε γνωστό καφέ. Εκεί δουλεύει η θεία. Με συστήνει και όλοι με φιλούν. Πλατιά χαμόγελα και άνθρωποι καλοσυνάτοι. Η ψυχή μου γλυκαίνει. Το πρώτο μοχίτο. Δεν μου αρέσει το αλκοόλ άλλα αυτό είναι άλλο πράγμα. Ο φίλος μου ο Πούτσο(γελάει πολύ όταν του εξηγώ τι σημαίνει στα Ελληνικά) φτιάχνει το καλύτερο μοχίτο της περιοχής-λένε-.

Δεν μου επιτρέπουν να πληρώσω και απορώ. Η τιμή σχεδόν εξευτελιστική-μόλις 2 σεοσέ ή αλλιώς περίπου 1,5 ευρώ. Μου εξηγούν πως το ρούμι δεν είναι από αυτό του Φιδέλ αλλά δικό τους. Δηλαδή αντικαθιστούν το μπουκάλι για να βγάλουν χρήματα. Πάλι δεν καταλαβαίνω. Όμως είναι απλό. Με 8 ευρώ το μήνα μισθό που δικαιούνται ,πώς να ζήσουν; Και μαθαίνω τους τρεις τρόπους επιβίωσης: 1) εκπόρνευση 2) παράνομο εμπόριο 3) γάμος με πλούσιο ξένο.

Ξεπερνώ το σοκ της «κομμουνιστικής» αλήθειας και χορεύω στο ρυθμό της σάλσας. Το ποτό και η σάλσα είναι ο μόνος τρόπος να ξεχνιέσαι. Αυτό κάνουν όλοι εκεί. Για λίγο είμαι χαρούμενη και εγώ. Δεύτερη μέρα και αποφασίζουν να με πάνε στην παραλία Σάντα Μαρία. Πέντε σεοσέ, τουριστικό λεωφορείο και σε μισή ώρα φτάνουμε. Ουάου! Φοίνικες και η αμμουδιά της Ελαφονήσου. Και κάπου στο βάθος ψάχνω καντίνα. Πουθενά. Απολαμβάνω την υπέροχη αμμουδιά μα αρχίζω να πεινάω. Αναγκαστικά βγαίνουμε εκτός παραλίας και πάμε στο πλησιέστερο εστιατόριο, ας πούμε. Σοκ! Βράζει το ρύζι στην μηχανή του καφέ. Μα πως δεν το έχουν σκεφτεί στην Ελλάδα; Μάλλον δεν πεινάω τελικά. Επιστροφή.

Αυτή τη φορά έρχομαι αντιμέτωπη με τα πρώτα ψώνια για το σπίτι. Δεύτερο σοκ. Μια ουρά ανθρώπων. Τι περιμένουν; Πατάτες εξηγεί η Θεία. Παραδίπλα το μαρκάδο για φρούτα. Η μύγα πάει και έρχεται. Περπατώ και είμαι στη γωνία του σπιτιού αυτή τη φορά αντιμέτωπη με το κρέας. Ένα μπούτι χοιρινό κρεμασμένο απροστάτευτο-εκτός ψυγείου σε ένα τσιγκέλι και μια ουρά ανθρώπων. Ξαφνικά δεν μου αρέσει το χοιρινό. Επιτέλους φτάνουμε. Σκέφτομαι πως την κακοσμία την έχω ήδη συνηθίσει με το φαί όμως τι κάνουμε; Ας πιούμε! Οι μέρες κυλούν. Καταλαβαίνω πώς είμαι εκεί γιατί θέλω να μάθω πως ζουν πραγματικά αυτοί οι άνθρωποι. Προσοχή στο χαρτί υγείας, λέει η Θεία. Έχουν έλλειψη τους τελευταίους δύο μήνες. Έπειτα διαπιστώνω πως το νερό δεν είναι τρεχούμενο.

Έτσι εξηγείται αυτός ο περίεργος θόρυβος τα βράδια. Γεμίζουν τα μεγάλα ντεπόζιτα και έτσι καταναλώνουμε συγκεκριμένη ποσότητα. Να γιατί η θεία πλένει τα πιάτα σε κουβά. Ένας κουβάς με σαπούνι(όχι ειδικό) και ένας με νερό. Η γιαγιά μου κρυφά ξεπλένει το πιάτο μου δεύτερη φορά. Καθαρό πιάτο μα τι να το κάνω; Ας πιούμε. Ξυπνάω πίνοντας μοχίτο και είμαι καλά. Σήμερα θέλω να μάθω που είναι οι νέες-οι όμορφες-οι Κουβανές-οι. Έχω συνηθίσει στην ομορφιά των Ελλήνων. Η θεία λέει πως πρέπει να πάω σε ντισκοτέκ γιατί εκεί μαζεύονται. Μα πώς να πάω; Δυο γυναίκες εκεί κινδυνεύουν να σπάσουν τα νεύρα τους από το πέσιμο των ανδρών. Μαθαίνω πως είναι συνηθισμένοι σε τουρίστριες που θέλουν να πληρώσουν για σεξ. Πώς θα πάω σε ντισκοτεκ; Την λύση την δίνει η γιαγιά Άννα. Αυτός εδώ με το χρυσό ρολόι έχει γνωριμίες και θα σε πάει παντού, λέει. Πολλαπλό σοκ.

Πρέπει να αποδεχτώ την νοοτροπία της βίζιτας. Συγγνώμη, δεν θα πάρω. Το θέμα ντισκοτέκ τελειώνει εδώ. Για πείτε μου για θρησκεία βρε παιδιά. Είμαστε καθολικοί, λένε. Και αυτοί οι μελαμψοί με τα λευκά ρούχα είναι οι αυτοαποκαλούμενοι άγιοι που πιστεύουν στον Ολόφιν. Οκ. Και για πείτε μου για πολιτική βρε παιδιά. Κάποτε λατρέυαμε τον Φιδελ γιατί μας έσωσε από την τυραννία του Μπατίστα, όμως την τελευταία δεκαετία, βλέπουμε παραέξω και ελπίζουμε πως ο Ραούλ θα μας σώσει. Δηλαδή θέλουμε καλύτερες συνθήκες ζωής. Ουδέν σχόλιο.

p3

Είμαι στην –δεν ξέρω πια μέρα. Μα γιατί δεν ξέρω; Εδώ κανείς δεν κοιτάει ρολόι. Οι άντρες ξέρουν απλά πως πρέπει μια μέρα να δουλεύουν και μια όχι γιατί αλλιώς θα πάνε φυλακή. Οι γυναίκες απλά δεν ξέρουν τι πάει να πει συνέπεια. Κανονίζουμε να πάμε εκδρομή στο ξακουστό τουριστικό Βαραδέρο. Ας πιούμε. Με 20 σεοσέ, σε δυόμιση ώρες θα είμαι εκεί, θα έχει και φαγητό-ποτό, all inclusive. Ας ξαναπιούμε. Βαραδέρο.

Η παραλία της Σάντα Μαρία- Ελαφονήσου σε επανέκδοση. Μα τι λέω; Εδώ στο βάθος έχει ξενοδοχειάρες.Αχα! Ένας τουριστικός προορισμός. Ρωτώ και μαθαίνω πως με 250 ευρώ περνάς μια εβδομάδα στη χλιδή. Έτσι εξηγούνται όλα. Το 70% του τουρισμού της χώρας είναι εκεί. Ας πιούμε και ας φύγουμε. Όλα καλά. Λαχταρώ να γυρίσω. Ελλαδίτσα μου…δε συγκρίνεσαι.

p6

Υ.Γ: Το κείμενο αυτό το καταθέτω με πολύ σεβασμό στους Κουβανούς συνανθρώπους. Απλώς καταθέτω μια προσωπική εικόνα χωρίς να θέλω να θίξω κανέναν. Ευχαριστώ.