Τρίτη 29/04 ώρα 17.00 : Επισκέφτηκα και πάλι το γραφικό καφέ των καπνιστών (βλ. προηγούμενο άρθρο) όπως τακτικά συνηθίζω. Όπως κάθε φορά, η σερβιτόρα με είδε, μου έγνεψε αν θέλω το γνωστό κι εγώ έγνεψα καταφατικά. Μέχρι να φέρει τον καφέ μου, άνοιξα το laptop και τα χαρτιά μου κι έβγαλα τον καπνό να στρίψω το τσιγάρο μου. Κι ενώ είμαι αφοσιωμένη στην …καλλιτεχνία μου και απορροφημένη στις σκέψεις μου μια φωνή σχεδόν με τρομάζει.

«Καπνίζετε πολύ το ξέρετε;» Έστρεψα το κεφάλι. Ένας νεαρός, αρκετά πιο νεαρός από εμένα άντρας στεκόταν από πάνω μου φορώντας αυτό το εκνευριστικό χαμόγελο του #θέλω να φλερτάρω#είμαι τόσο σαγηνευτικός#ότι μπούρδα και να πω το ‘χω.

«Από τον WHO είστε; (Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας με έδρα στην πόλη)» τον ρωτάω και μου ξεφεύγει ειρωνεία.

Χαμογελάει σαν να έχασε πόντο. Αλλά συνεχίζει.

«Όχι… απλώς σκεφτόμουν…σας έχω δει κι άλλες μέρες. Έρχεστε πάντα μόνη…»

«Αφού έρχομαι μόνη και το έχετε δει τόσες φορές, μάλλον σημαίνει πως θέλω να είμαι μόνη… αν δεν σας πειράζει βέβαια…» συνέχισα το ειρωνικό ύφος.

Του κόβεται το χαμόγελο, δύο-μηδέν. Αλλά συνεχίζει.

«Είστε μόνη γενικά στη ζωή; Εννοώ… δεν έχετε σύντροφο;…Γιατί;»

«Ααα! Από το Cosmopolitan είστε!» Τρία-μηδέν. Αλλά συνεχίζει. Με ελαφρύ εκνευρισμό.

«Όχι, όχι, απλώς έλεγα…»

«Από τον WHO δεν είστε, από το Cosmopolitan δεν είστε, ότι θέλω τη μοναξιά μου δεν καταλαβαίνετε, τι μπορώ εν πάση περιπτώσει να κάνω για σας;» Αντιμετώπισε το τέσσερα-μηδέν με αξιοπρέπεια. Ανασήκωσε το κορμί του, σοβάρεψε.

«Εσείς τίποτα… εγώ όμως μπορώ να κάνω για σας.» Κι έτσι απότομα όπως ήρθε έφυγε.

Τετάρτη 30/04 ώρα 13.00 : Μεσημεριανό στην κεντρική πλατεία της Γενεύης με μια φίλη. Ηλιόλουστη μέρα και καθόμαστε έξω μήπως και θυμηθούμε λίγο Ελλάδα. Η Εύη ήθελε οπωσδήποτε να φάμε μαζί για να μιλήσουμε. Εδώ και 2 περίπου χρόνια είναι με κάποιον που είναι σε διάσταση με τη γυναίκα του αλλά δεν χωρίζει. Και όποτε του λέει τέλος, εκείνος τη στήνει κάτω από το σπίτι της και την παρακαλάει. Εκείνη τον συγχωρεί και του δίνει ευκαιρίες αλλά εκείνος πάντα κάτι βρίσκει ή κάτι στα αλήθεια συμβαίνει και δεν ξεκαθαρίζει την κατάσταση.

«Δεν αντέχω άλλο. Αυτή τη φορά θα το τελειώσω! Αφού μου κάνει περισσότερο κακό από ότι καλό.»

«Ναι, αλλά σε αγαπάει και μοιάζει να προσπαθεί. Κι έπειτα μετά από δύο χρόνια υπομονή θα μείνεις μόνη σου;» ψάχνω σκέψεις να της πω.

«Γιατί; Μήπως τελικά μόνη μου δεν ήμουν αυτόν τον καιρό; Και θες να σου πω και κάτι; Αν είναι έτσι, κι έχει τόσο πόνο, πιο καλή η μοναξιά!»

Πέμπτη 01/05 ώρα 01.00 : Είμαι στο Live bar όπου είχε εξελιχθεί η «Μητέρα των μαχών 1» (βλ.άρθρο 25/03). Τραγουδάει ένα άλλο γκρουπάκι με εξίσου ωραίο τραγουδιστή και το μαγαζί είναι γεμάτο γυναίκες, ειδικά μπροστά του. Είμαι με τον φίλο μου τον Πέτρο. Έχει κάνει σχέση πια (με εκείνη που δεν μου έλεγε) και είναι πολύ ερωτευμένος. Μόνο που εκείνη ζει μόνιμα στο Λονδίνο. Είναι καλοντυμένος, καλοχτενισμένος, μυρίζει υπέροχα κι έχει το ύφος του «έμπειρου κυνηγού». Παραγγέλνουμε ποτό, ανταλλάσσουμε μερικές κουβέντες.

«Έλα πάμε κάτω μπροστά από τη σκηνή, είναι γεμάτο γκομενάκια» και στο ύφος του η λαγνεία και η αδημονία ξεχειλίζουν.

«Ρε Πέτρο, πάλι τα ίδια; Και την προηγούμενη βδομάδα έφυγες με γυναίκα από εδώ. Και υποτίθεται είσαι ερωτευμένος με άλλη»

«Μα είμαι! Αλλά κοιμάμαι μόνος! Έλα πάμε!»

Παρασκευή 02/05 ώρα 20.00 : Ισπανικό κουτουκάκι με χύμα κρασί και τάπας για νωρίς μετά τη δουλειά με φίλες. Πλησιάζει την Ελένη μια γνωστή της. Τυπικά φιλιά και αγκαλιές. Δεν είναι δα και κολλητές κι όμως στα 3 λεπτά η άλλη αρχίζει να της διηγείται πως την πλησίασε σε ένα μπαρ ένας καλοβαλμένος άντρας και αντί για οτιδήποτε άλλο άρχισε να της απαριθμεί τα περιουσιακά του στοιχεία. «Καλά δε βρήκε τίποτα άλλο για να με ρίξει; Πόσο μόνος πια;» σχολίασε η κοπέλα. Εγώ αναρωτήθηκα πόσο μόνη ήταν κι εκείνη που διάλεξε μια απλή γνωστή για να της διηγηθεί την ιστορία της.

Σάββατο 03/05 ώρα 15.00 :  Έχω βγει για καφέ με τη Λορίν και την Ελίν, γαλλίδες. Είναι οι δυο κοπέλες που είχα γνωρίσει στο καφέ των καπνιστών (βλ. προηγούμενο άρθρο). Η Λορίν χώρισε πρόσφατα από τη σχέση της με δική του επιλογή, αλλά για ένα περίεργο τρόπο εκείνος συνεχίζει να την ενοχλεί καθημερινά με μηνύματα, σχόλια στο fb, ποιήματα και διάφορα άλλα. Από την άλλη της ξεκαθαρίζει πως δεν θέλει να της δώσει καμιά ελπίδα. Απλώς θέλει να κρατάνε επαφή. Περίεργα πράγματα. Χωρίσανε γιατί ήθελε να είναι μόνος. Η Λορίν δεν καταλαβαίνει και υποφέρει από την ιστορία.

«Αφού θέλει τη μοναξιά του γιατί τα κάνει όλα αυτά;» λέει σχεδόν κλαίγοντας.

«Γιατί φαίνεται πως όσο κι αν τη θέλει μάλλον δεν μπορεί να τη διαχειριστεί» απάντησε η Ελίν.

«Μα ούτε τη σχέση μπορούσε…»

«Εκεί είναι μαγκιά μάλλον. Να διαλέξεις τι μπορείς να αντέξεις και να διαχειριστείς καλύτερα.»

Κυριακή 04/05 ώρα 03.00 : Μιλάω στο chat με το φίλο μου το Νίκο. Δουλεύει κάπου μεταξύ Λονδίνου και Νέας Υόρκης. Ταξιδεύει πολύ και συνέχεια. Εργάζεται απίστευτες ώρες και δεν έχει ωράριο καθότι έχει δική του εταιρεία. Τον πετυχαίνω στη Ν.Υόρκη. Τον ρωτάω αν μένει στο γραφείο του, που συνήθιζε να το χρησιμοποιεί και για έναν ύπνο, όποτε κοιμάται.

«Όχι, δεν το έχω πια, το υπενοικίασα, αφού είμαι κυρίως στο Λονδίνο. Μένω από δω κι από κει»

«Κατάλαβα…μένεις σε διάφορες όμορφες γυναίκες που σε θέλουν τόσο ώστε πιστεύουν πως αν σε φιλοξενήσουν μπορεί και να σε κρατήσουν χαχαχα. Ποιος τη χάρη σου, τέτοια προσφορά!» του γράφω και γελάω γιατί ξέρω πως ενώ είναι όμορφος και έχει πολλές κατακτήσεις, λόγω δουλειάς δεν μένει με καμία.

«Μη γελάς, δεν είναι αστείο. Κάθε βράδυ πριν ξαπλώσω δίπλα σε κάποια καινούρια νιώθω νικητής και κάθε πρωί που ξυπνάω δίπλα της νιώθω τόσο μόνος!»

Για έναν περίεργο λόγο τον συμπονώ, ίσως γιατί τον αγαπάω.

«Θα φταίει που ο νικητής είναι μόνος…» του γράφω.

Δευτέρα 05/05 ώρα 22.00 : Μιλάω στο skype με τον κολλητό μου από Ελλάδα. Ο Άρης είναι σχεδιαστής έργων (γλυπτά, έπιπλα, φωτιστικά κτλ) και gay. Δεν τον πετυχαίνω στα καλύτερά του. Στην οθόνη μου είναι κούκλος (πρώην μοντέλο όντας) όπως πάντα και βλαστημάω ξανά που ποτέ δεν θα έχω ελπίδα αλλά στα μάτια του και στη φωνή του τον πιστεύω που μου λέει ότι δεν είναι καλά.

«Δεν θέλω ούτε να δουλέψω. Ψάχνω το επόμενο έργο και δεν το βρίσκω. Που είναι η έμπνευσή μου; Τι θα κάνω;» ακούγεται απελπισμένος.

«Τι φταίει ρε αγάπη; Τι έχεις;»

«Νιώθω μόνος. Τόσο μόνος. Πότε έρχεσαι;»

«Δε νιώθεις μόνος επειδή λείπω εγώ Άρη, έχεις φίλους κάτω! Άλλο σου λείπει και κάνε κάτι»

«Μα δε θέλω. Δεν μου βγαίνει. Μου λες πως είμαι ωραίος και ενδιαφέρων μα εγώ δεν το βλέπω στον καθρέφτη μου. Βγαίνω έξω και τους βλέπω όλους straight! Πως αποκλείεται ποτέ να δουν εμένα. Και ξέρεις πως δεν είναι!»

Πέρασε μια ολόκληρη εβδομάδα και κάθε μέρα κάποιος ήταν μόνος. Και η μοναξιά μοιάζει να μην υπολογίζει μέρες, ώρες, φύλα, ηλικίες, επαγγελματικές επιτυχίες, πόλεις κι εθνικότητες. Μέσα σε μια βδομάδα ήταν παντού..

Είναι η μοναξιά μονόδρομος, όπως το βλέπει η Εύη; Είναι σωματική απουσία, όπως το βλέπει ο Πέτρος; Είναι έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας όπως για τη φίλη της Ελένης και εκείνον που την πλησίασε; Είναι ο φόβος της δέσμευσης που μας οδηγεί εκεί όπως τον πρώην της Λορίν; Είναι η απουσία μιας ειλικρινούς αγκαλιάς που κάνει το Νίκο να αδειάζει κάθε πρωί; Είναι η έλλειψη αυτοπεποίθησης που μας κάνει να πιστεύουμε ότι την αξίζουμε όπως ο Άρης;

Πόσο δύσκολες μπορεί να είναι οι ανθρώπινες σχέσεις και ενώ περιτριγυριζόμαστε από τόσο κόσμο συχνά νιώθουμε μόνοι, ή είμαστε μόνοι;

Τόσο δύσκολες που πιο καλή η μοναξιά από τον τόσο πόνο και αβεβαιότητα που προκαλούν;

Κι όμως κάπου είχα διαβάσει πως οι άνθρωποι είναι πλασμένοι για να ζούνε δυο-δυο. Πόσο «εγώ» χρειάζεται να βάλουμε πίσω για να πλησιάσουμε τον άλλο; Και πόσο «εσύ» πρέπει να νιώσουμε για να τον αγγίξουμε τελικά;

Δεν ξέρω.. και ούτε θα γράψω κανένα συμπέρασμα. Θα σας πω μόνο τι έγινε την Τρίτη, στο καφέ των καπνιστών, μετά που έφυγε εκείνος ο νεαρός άντρας.

Τρίτη 29/04 ώρα 17.10 : Στρίβω το τσιγάρο μου και σκύβω πάλι στις σημειώσεις και το laptop μου. Έρχεται η σερβιτόρα και ακουμπάει στο τραπέζι τον καφέ μου. Και μαζί ένα κομμάτι σοκολατένιο κέικ. Την κοιτάζω περίεργα κι εκείνη χαμογελάει. Ποτέ δεν παραγγέλνω κέικ, δεν τρώω γλυκά. Αφήνει στο τραπέζι και ένα κομμάτι χαρτί. Ένα σημείωμα.

«Είναι από τον κύριο που έφυγε, και το κέικ και το σημείωμα» μου λέει και φεύγει.

Το ξεδιπλώνω και το διαβάζω.

«Δεν χρειάζεται να είμαι από τον WHO για να δω ότι καπνίζεις πολύ. Ούτε από το Cosmopolitan για να δω ότι είσαι μόνη. Ούτε να μάθω ότι πίνεις σκέτο τον καφέ σου για να αναγνωρίσω την πικρία στα λόγια σου. Ούτε θα σου ζητήσω να φας το γλυκό σκέτο για να γίνεις κάποια άλλη. Θα ήθελα μόνο να το δοκιμάσεις μαζί με τον καφέ σου. Τίποτα δεν είναι νόστιμο μόνο του!»

Χαμογέλασα. Σήκωσα το κεφάλι να τον ψάξω στην αίθουσα. Πουθενά. Ήπια μια γουλιά από τον σκέτο καφέ για να πάει κάτω το τέσσερα-τέσσερα. Άπλωσα το χέρι κι έπιασα το κέικ. Δάγκωσα λίγο πολύ λίγο. Αλλά ήταν τέσσερα-πέντε.

Δε βαριέσαι…μάχη είναι αυτή… συνεχίζεται…!

Υ.Γ. Όπως πάντα όλες οι ιστορίες και τα πρόσωπα είναι αληθινά αλλά εντελώς αλλαγμένα για χάρη του άρθρου και της ιδιωτικότητας τους.

 

Maria Kakavani

About Maria Kakavani

Η Μαρία αλλού γεννήθηκε, αλλού πήγε σχολείο, από αλλού είναι η μαμά της από αλλού ο μπαμπάς της, από αλλού οι παππούδες της, αλλού μεγάλωσε, αλλού έζησε, αλλού μετακόμισε για να εγκατασταθεί και αλλού είναι τώρα και συνεχίζει. Γενικά είναι αλλού! Έχει πτυχίο και μεταπτυχιακό (ΜΒΑ) από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και τα έχει κάνει ωραία κορνίζα, μιλάει μερικές γλώσσες αλλά μάλλον όχι τις απαραίτητες και λατρεύει τα media γιατί εκεί γεννήθηκε και εξελίχτηκε επαγγελματικά και γνώρισε τον κόσμο από την αρχή. Πιστεύει από καρδιάς πως παρόλες τις δυσκολίες κάθε πρωί που ξυπνάμε πρέπει να κοιταζόμαστε στον καθρέφτη, να χαμογελάμε και να λέμε «θα τα καταφέρω!» Και να τα καταφέρνουμε!