Την προηγούμενη  βδομάδα οι μαθητές που δίνανε πανελλήνιες κλίθηκαν να διαβάσουν και σε ένα βαθμό να αναλύσουν ένα κείμενο του Ι.Μ Παναγιωτόπουλου για την ανθρωπιά. Ένα κείμενο μάλλον απαισιόδοξο γι αυτήν, τόσο για την εποχή που γράφτηκε όσο ίσως και για τις μέρες μας. Ίσως λέω. Δεν είμαι σίγουρη.

«…η δίψα της ευζωίας δεν αφήνει τόπο για ευγενικά αισθήματα… τα ευγενικά αισθήματα θεωρούνται ξεπερασμένα» έγραφε το 1988 ο συγγραφέας και δεν είμαι κάποια για να τον αμφισβητήσω. Άλλωστε μάλλον αρκετοί μπροστά στο συμφέρον τους μπορεί να έχουν αδικήσει άλλους. Ίσως και χωρίς να το καταλάβουν.

«Η ανθρωπιά είναι κυκλική παρουσίαεκείνος που είναι αληθινά ανθρωπινός δεν μπορεί παρά να είναι σε κάθε περίσταση ανθρωπινός». Δηλαδή, δε γίνεται να σου κλέβω τη θέση στην ουρά, να παρκάρω σε θέσεις αναπήρων, να κυκλοφορώ στο δρόμο θεωρώντας ότι υπάρχω μόνο εγώ και κάνω ότι θέλω, να μιλάω άσχημα, να σε «ρίχνω» όπου μπορώ, να σε «θάβω» όπου βολεύει κτλ, αλλά επειδή δίνω τα παλιά μου ρούχα στην εκκλησία να θεωρώ τον εαυτό μου «ανθρωπιστή».

Σε κάποιο μάθημα στο Πανεπιστήμιο ο καθηγητής μας έλεγε ότι ο άνθρωπος είναι «εγωιστικό» ον. Και όποια ενέργεια και αν κάνει, την κάνει για να επιστρέψει η δράση της σε αυτόν. Πως ακόμα και όταν κάνουμε φιλανθρωπίες ή θυσίες τις κάνουμε για να πιστωθούν στον εαυτό μας, για να νιώσουμε εμείς καλά. Και αυτό δε συμβαίνει πάντα εσκεμμένα, αλλά ασυνείδητα τις περισσότερες φορές.

Τις τελευταίες μέρες και νύχτες τις περνάω στην Αθήνα. Γυρίζω ατελείωτα από το πρωί μέχρι το βράδυ και κάποιες φορές μέχρι το άλλο πρωί. Να τη χορτάσω. Η Αθήνα ως πρωτεύουσα της Ελλάδας μοιάζει να συγκεντρώνει μέσα της τα περισσότερα χαρακτηριστικά μας. Έχει απίστευτο συνονθύλευμα εικόνων ζωγραφισμένο πάνω της. Μόνο που αυτό τον καιρό είναι πολύ έντονες οι σκουρόχρωμες πινελιές της κρίσης που μαστίζει όλους μας. Παρόλα αυτά δε στερείται ζωντάνιας και ενέργειας. Αυτής των Ελλήνων την αστείρευτη.

Πέμπτη πρωί στο μετρό. Απέναντί μου στις θέσεις κάθονται μια γυναίκα με ένα μωρό στην αγκαλιά και ένα κοριτσάκι δίπλα της. Σε κάποια στάση ανεβαίνει μια γιαγιά. Δεν υπάρχουν θέσεις. Για λίγο κανείς δεν κάνει κίνηση. Τότε η γυναίκα απέναντί μου σηκώνει το παιδί και λέει στη γιαγιά να καθίσει. «Όχι, κόρη μου. Άσε το παιδί να κάτσει. Προηγούνται τα παιδιά. Αυτά πρέπει να προσέχουμε. Εγώ τι άλλο να πάθω; Καλά είμαι όρθια.» Πράγματι, δεν έκατσε παρόλο που το παιδάκι ελευθέρωσε τη θέση και στριμώχτηκε μαζί με το βρέφος στην αγκαλιά της μαμάς τους.

Παρασκευή μεσημέρι στα Προπύλαια. Ανάμεσα στην Ακαδημία και στο Πανεπιστήμιο, στα παγκάκια 4-5 νεαροί κάνουν χρήση. Ναι, χτυπάνε ενδοφλέβιες μπροστά στα μάτια τόσων περαστικών. Άλλοι ρίχνουν μια ματιά λύπησης, άλλοι οίκτου, άλλοι αποστροφής και άλλοι αποδοκιμασίας. Αλλά όλοι τους έχουν ξεχάσει στα επόμενα δέκα τους βήματα. Μια από τους τοξικομανείς είναι κοπελίτσα. Πιο μικρή από εμένα. Αδύνατη πολύ, μοιάζει χαμένη και παλεύει να βρει το στόχο της με τη σύριγγα. Από την Ακαδημίας ακούγονται συνθήματα, περνάει πορεία. «Βρε! Πάμε, βρε! Περνάνε μπάτσοι, δε βλέπετε; Πάμε!» φωνάζει ο ένας από τους νεαρούς και όλοι σηκώνονται για να απομακρυνθούν. Μένει η κοπελίτσα καθιστή στον πεζόδρομο. Τους κοιτάζει με παράπονο και απόγνωση. Δεν καταλαβαίνω αν είναι γιατί δεν πρόλαβε να βουτήξει στον ψεύτικο παράδεισό της ή γιατί δεν μπορεί να σηκωθεί. Δυο από τα αγόρια κοντοστέκονται. «Πάμε, έρχονται!» επιμένει ο πρώτος. Αλλά τα αγόρια γυρίζουν πίσω σηκώνουν την κοπέλα και υποβασταζόμενη την παίρνουν μαζί, χωρίς να μπορούν πια να τρέξουν.

Παρασκευή βράδυ στη στάση του λεωφορείου. Στο παγκάκι κάθονται δυο κορίτσια κι ένα ηλικιωμένος καλοντυμένος, παχουλός κύριος. Πλησιάζει ένας ρακένδυτος παππούς, κρατάει μια σακούλα με σκουπίδια «Σηκωθείτε! Σηκωθείτε να κάτσω, είμαι 82 χρονών» φωνάζει στα κορίτσια με αγένεια, που μάλλον κρύβει πόνο και δάκρυα. Τα κορίτσια σηκώνονται και στέκονται κάπου μακρύτερα. Ο παππούς κάθεται και αρχίζει να βγάζει τα σκουπίδια από τη σακούλα και να τα σκορπάει κάτω. «Τι κάνεις; Γιατί τα πετάς κάτω; Δε ντρέπεσαι; Σε είδα που σκόρπισες και τα πάντα από το καλάθι πριν.» του είπε οργισμένα ο καλοντυμένος κύριος δίπλα του δείχνοντας το καλάθι των σκουπιδιών λίγο πιο πέρα. Πράγματι, όλα τα σκουπίδια ήταν στο πεζοδρόμιο. Ο παππούς έδειξε να εκρήγνυται. «Είμαι 82 χρονών. Έχω να φάω δυο μέρες. Γ$%ω τους πολιτικούς όλους! 82 χρονών. Κοιμάμαι στο δρόμο. Να πάνε να γ%^$3*ν όλοι! Κι εσύ μαζί. Κοίτα κοιλιά που έχεις! Που την βρήκες τόση κοιλιά; Είμαι 82 χρονών κι έχω να φάω δυο μέρες.» Φώναζε, έβριζε με οργή. Ο παχουλός του απαντούσε και τον προκαλούσε. Οι παραβρισκόμενοι δυσανασχετούσαν.  Μια γυναίκα, μάλλον φτωχά ντυμένη τον πλησίασε και του έχωσε στο χέρι 5 ευρώ. «Πάρε να φας παππού.» είπε κι έφυγε βιαστικά να προλάβει το λεωφορείο που είχε φτάσει. Εκείνος ξοπίσω της φώναζε ευχές, με εμφανές το σοκ στο πρόσωπό του, λες και είχε συμβεί το πιο απίθανο πράγμα στον κόσμο.

Σάββατο νύχτα σε μουσικό μεζεδοπωλείο. Είμαι με δυο φίλους και μια φίλη. Η σερβιτόρα είναι ένα μικροκαμωμένο, ξανθό κοριτσάκι, η Μαριέλλα, μέσα στο κέφι και με ένα πλατύ χαμόγελο. Λες κι έχει βρέξει πάνω του όλη η χαρά της ζωής. Η φίλη μου της παραγγέλνει μπύρα αλλά της φέρνει λάθος. Της ζητάμε να την αλλάξει κι εκείνη επιμένει ότι είναι το ίδιο πράγμα. Καταλαβαίνω πως δε θέλει να την πάρει πίσω, αλλά επιμένουμε και τελικά φέρνει στη φίλη μου αυτήν που ζήτησε.

Στο μαγαζί γίνεται χαμός, χορεύουν, τραγουδάνε, έχουν κλείσει τους διαδρόμους. Η Μαριέλλα με δυσκολία διασχίζει το μαγαζί και τρέχει σαν την τρελή για να προλάβει τις παραγγελίες. Την παρακολουθούσα ώρες και δεν έχασε το χαμόγελο και το κέφι της ούτε μια στιγμή. Στο τέλος της βραδιάς, ξημερώματα, ήρθε στο τραπέζι μας για να πληρώσουμε. Γελούσε με αθωότητα ασταμάτητα και μας είπε ότι έσπασε κατά λάθος την οθόνη της συσκευής που γράφει τις παραγγελίες. «Πόσο κάνει; Ξέρετε;» μας ρωτούσε γελώντας πάντα «Πάλι θα πληρώσω. Πόσο κάνει; Ότι κάνω το πληρώνω! Έχω πληρώσει κάτι παρέες που μου φύγανε..ουουου! Αλλά τι να κάνω; 12 ώρες μέσα στο τρέξιμο και το χαμό, όλο κάτι θα γίνει. Πόσο κάνει μια τέτοια οθόνη; Πάει το μερακάματο λέτε;» και μας έδειχνε γελώντας τη συσκευή.

Στη συνέχεια πιάσαμε τη συζήτηση, μεταξύ άλλων μας είπε ότι έχει πτυχίο χορού και ότι ήθελε να πάει σε σχολή στην Αγγλία αλλά δε γίνεται γιατί ο πατέρας της έχασε τη δουλειά του και τώρα ζει εκείνη την οικογένειά της. Ήταν η μοναδική στιγμή όλη τη νύχτα που είδα το χαμόγελό της να σπάει, μια στιγμή μόνο. Και αμέσως μετά ξαναγέλασε με την ψυχή της. Της αφήσαμε πουρμπουάρ αλλά όταν φτάσαμε στην πόρτα, είδα τη φίλη μου να γυρίζει πίσω και να αφήνει κάτι ακόμα στο τραπέζι. «Άφησα για τη μπύρα που μου έφερε λάθος…θα της τη χρεώσουν» μου είπε μετά στο αυτοκίνητο.

Κυριακή μεσημέρι Μοναστηράκι. Μια γιαγιά περπατάει καμπουριασμένη πολύ αργά στην πλατεία. Η πλάτη της ήταν σχεδόν παράλληλη με το έδαφος, τόσο σκυφτή. Κρατούσε κυπελάκι για χρήματα στο χέρι αλλά δε μιλούσε, δε ζητούσε, ούτε στεκόταν. Μόνο περπατούσε. Με φανερή δυσκολία. Πιο αργά και από χελώνα. Ο κόσμος είναι πολύς και κάποιοι τη σπρώχνουν άθελά τους. Της βγαίνει το ένα παπούτσι. Εκείνη συνεχίζει να περπατά. Ένας νεαρός με καπελάκι και φαρδύ παντελόνι, μαζεύει το παπούτσι, την πλησιάζει, γονατίζει και της το φοράει. Κοιτάχτηκαν για μια στιγμή κι ύστερα ο νεαρός σηκώθηκε και συνέχισε τη βόλτα με την παρέα του. Η γιαγιά συνέχισε να περπατά. Βουρκωμένη.

Ο Ι.Μ Παναγιωτόπουλος σε κάποιο σημείο του κειμένου του αναφέρει πως ίσως τον όρο «ανθρωπιά» ο καθένας μας τον αντιλαμβάνεται με διαφορετικό τρόπο.

Ίσως! Ίσως να μην εννοούμε όλοι το ίδιο. Ίσως να έχει δίκιο ότι δεν υπάρχουν πια «μεγάλοι άνθρωποι». Ίσως ο καθένας μας να κοιτάζει πράγματι την ευζωία του και τα δικά του προβλήματα. Ίσως να είχαν δίκιο στο Πανεπιστήμιο και να είμαστε εγωιστικά όντα.

Ίσως όμως και να μη γίνεται διαφορετικά. Ίσως οι άνθρωποι να μην είμαστε τέλειοι «ανθρωπιστές» γιατί είμαστε απλά άνθρωποι. Ατελείς και με προβλήματα. Όμως η γυναίκα με το μωρό πρόσφερε τη θέση. Η ηλικιωμένη σκέφτηκε το παιδάκι και αρνήθηκε. Η φτωχή γυναίκα, έδωσε χρήματα στον παππού για να φάει. Οι τοξικομανείς μέσα στην παραζάλη τους βοήθησαν τη φίλη τους να σηκωθεί. Η φίλη μου πλήρωσε για το λάθος της σερβιτόρας για να μην το πληρώσει εκείνη που είχε μεγαλύτερη ανάγκη τα χρήματα. Ο νεαρός με το καπελάκι έγινε ο πρίγκιπας της γιαγιάς και της ξαναφόρεσε το χαμένο «γοβάκι»-παπούτσι.

Ίσως όλοι αυτοί να μην είναι αληθινά ανθρώπινοι κάθε μέρα. Ίσως στην κοινωνία μας η ανθρωπιά να μην έχει «κυκλική παρουσία». Ίσως η ανθρωπιά να είναι μόνο στιγμές. Στιγμές μέσα μας. Μικρές καθημερινές στιγμές που γεννούν τις μεγαλύτερες πράξεις και τα ισχυρότερα συναισθήματα. Πινελιές μέσα στη ζωγραφιά της πραγματικότητας. Μικρές φωτεινές πινελιές που κοντράρουν τις σκούρες της κρίσης. Δεν ξέρω αν είναι αρκετές. Ίσως όχι. Είναι όμως εκεί και χαίρομαι γι αυτό. Είναι εκεί, να τις βλέπουμε, να ελπίζουμε, να παραδειγματιζόμαστε. Και να βάλουμε κι εμείς τη δικιά μας!

Υ.Γ. Όλα τα περιστατικά είναι αληθινά. Προτείνω ανεπιφύλακτα να πάτε στο μαγαζί που δουλεύει η Μαριέλλα. Αξίζει γι αυτή και μόνο!

Maria Kakavani

About Maria Kakavani

Η Μαρία αλλού γεννήθηκε, αλλού πήγε σχολείο, από αλλού είναι η μαμά της από αλλού ο μπαμπάς της, από αλλού οι παππούδες της, αλλού μεγάλωσε, αλλού έζησε, αλλού μετακόμισε για να εγκατασταθεί και αλλού είναι τώρα και συνεχίζει. Γενικά είναι αλλού! Έχει πτυχίο και μεταπτυχιακό (ΜΒΑ) από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και τα έχει κάνει ωραία κορνίζα, μιλάει μερικές γλώσσες αλλά μάλλον όχι τις απαραίτητες και λατρεύει τα media γιατί εκεί γεννήθηκε και εξελίχτηκε επαγγελματικά και γνώρισε τον κόσμο από την αρχή. Πιστεύει από καρδιάς πως παρόλες τις δυσκολίες κάθε πρωί που ξυπνάμε πρέπει να κοιταζόμαστε στον καθρέφτη, να χαμογελάμε και να λέμε «θα τα καταφέρω!» Και να τα καταφέρνουμε!