Πριν λίγες μέρες μετά από αρκετό καιρό ήρθα πάλι στην πατρίδα. Ελλαδίτσα! Φως! Το λέει και όνομά της. Το όνομα της χώρας μας, Ελλάς, προκύπτει από το Σέλλας που σημαίνει φως. Φως γιατί έχει τον πιο λαμπερό και καθαρό ήλιο. Φως γιατί ακόμα με όλα της τα αρνητικά μπορεί να σε διδάξει τόσα πράγματα, να σε φωτίσει.

Ο σκοπός του ταξιδιού ήταν διπλός. Εκλογές και βαφτίσια. Θα αγνοήσω τις εκλογές σε αυτό το άρθρο. Ο καθένας πήρε τα μηνύματά του. Ή όποια ήθελε, ή όποια κατάλαβε. Κι εγώ τα δικά μου. Όχι όμως τόσο από τις εκλογές όσο από τα βαφτίσια.

Στην οικογένεια από το σόι του πατέρα μου είναι πέντε αδέρφια. Που έχουν κάνει δεκατρία πρώτα ξαδέλφια με μέγιστη διαφορά ηλικία μεταξύ μας έως και 26 χρόνια. Προσωπικά είμαι η 11η σε σειρά ηλικίας. Τα περισσότερα ξαδέρφια μου έχουν παντρευτεί και έχουν παιδάκια χρόνια τώρα. Δώδεκα συνολικά.

Γενικά μεγαλώσαμε και ήμασταν μια οικογένεια δεμένη. Όλα τα αδέρφια του μπαμπά και τα ξαδέρφια μου. Κάναμε όλοι μαζί  Πάσχα, Καθαρά Δευτέρα και Δεκαπενταύγουστο (γιατί γιορτάζουμε 5 Μαρίες) στο Διακοφτό, στο εξοχικό της μικρής αδελφής του μπαμπά μου. Τα ξαδέλφια που ήμασταν πιο κοντά στην ηλικία. όταν τέλειωνε το φαγητό, πηγαίναμε στο πάνω μπαλκόνι και καπνίζαμε κρυφά. Όλοι μαζί! Και γελούσαμε κι ετοιμαζόμασταν να φύγουμε να πάμε να συνεχίσουμε σε κανένα μπαράκι. Εκεί το είχαμε το μυαλό μας, πως θα φύγουμε. Και να μας επιτρέψουν να φύγουμε.

Την Κυριακή βάφτιζε το παιδί του ο ξαδερφός μου ο Κώστας. Με περνάει δυο χρόνια κι έχουμε βγάλει μια ζωή μαζί. Ο Κώστας δεν είναι μόνο ξάδερφος, είναι φίλος, είναι κολλητός, είναι ένας από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους στη ζωή μου. Δεν ξέρω τι να πρωτοθυμηθώ να πω από τις μέρες μας και τη σχέση μας με τον Κώστα.

Πιτσιρίκια σκαρφαλώναμε στο δεντρόσπιτο του κήπου του στο Διακοφτό, ενώ άλλες φορές κοπανούσαμε το πιάνο του στο Χαλάνδρι. Έφηβοι αρχίσαμε να βγαίνουμε και να ξενυχτάμε. Δεν θα ξεχάσω καλοκαίρι του 94, εγώ 14, εκείνος 16, είχαμε πάει σε ένα πάρτυ και γυρίσαμε 3 το πρωί με το μηχανάκι του. Η θεία μου, μαμά του, μας περίμενε στο μπαλκόνι της εισόδου. Από την ώρα που παρκάραμε στην αυλή είδα στα μάτια της τη θύελλα. Ο Κώστας με έκρυψε πίσω του, και με συμβούλεψε μόλις φτάσουμε επάνω, να φύγω αμέσως για το δωμάτιο και θα το κανονίσει αυτός. Έτσι έκανα. Η θεία ρώτησε αν το θεωρούμε σωστό «μικρά παιδιά» να γυρίζουμε τέτοια ώρα σπίτι. Ο Κώστας είχε απαντήσει ναι, και είχε τρέξει να με βρει στη σοφίτα που είχαμε στρατοπεδεύσει για να σχολιάσουμε τη βραδιά που πέρασε και να σχεδιάσουμε την επόμενη.

Πέρασαν λίγα χρόνια και γίναμε φοιτητές. Βρισκόμασταν κάθε Σάββατο στο σπίτι κάποιου φίλου μας να πιούμε κάτι και να βγούμε μετά. Για χρόνια αλωνίζαμε όλη την Αττική, ζήσαμε όλους τους ελπιδοφόρους έρωτες των πρώτων ενήλικων χρόνων, γελάσαμε, κλάψαμε, πονέσαμε, πέσαμε με τη μηχανή, χορέψαμε ατελείωτα. Ζήσαμε καβγάδες, χωρισμούς, γλέντια, ξενύχτια, εξεταστικές, σχέσεις, προδοσίες, υποσχέσεις, απογοητεύσεις, χαρές! Κι ενώ με τον Κώστα νομίζαμε πως τα είχαμε ζήσει όλα, μετά μεγαλώσαμε! Και ήρθαν άλλα!

Δουλεύαμε πολύ, κάναμε πιο σοβαρές σχέσεις, δε βγαίναμε όπως παλιά. Αποκτήσαμε ευθύνες, οικονομική και επαγγελματική συνείδηση, καινούριες αγωνίες και άγχη. Κάποια στιγμή εκείνος παντρεύτηκε με μια πανέμορφη και αξιόλογη γυναίκα και έκανε το πιο όμορφο μωρό-κορίτσι που έχω δει. Αυτό πήγαμε να βαφτίσουμε την Κυριακή. Το δωδέκατό μου ανιψάκι.

Όταν μπήκα στην αυλή του Αγ. Δημήτριου του Λουμπαρδιάρη στου Φιλοπάππου δεν ήξερα ποιον να πρωτοφιλήσω. Ήταν όλοι εκεί! Όλοι! Ένα τόσο μεγάλο σόι είναι δύσκολο να το πετύχεις όλο μαζί, ειδικά αν κάποιοι με τα χρόνια και με τα προβλήματα του ο καθένας είναι λίγο απομακρυσμένοι μεταξύ τους. Συμβαίνουν αυτά. Αλλά την Κυριακή ήταν μετά από χρόνια όλοι μαζί εκεί!

Δεν ήξερα αν έπρεπε να τους φιλήσω επειδή βαφτίζαμε ακόμα ένα μέλος μας ή επειδή είχα καιρό να τους δω ή επειδή τους είδα πάλι όλους μαζί. Στη ζωή μου έχω μια αρχή. Δεν τσακώνομαι ποτέ και δεν αφήνω κανέναν άνθρωπο αν όλα αυτά που μας ενώνουν είναι πιο πολλά από όσα μας χωρίζουν. Και για την οικογένεια αυτή, δε γίνεται τελικά να μην είναι. Φίλησα όσους μπορούσα αλλά το μυστήριο είχε αρχίσει.

Έτρεξα μέσα στην εκκλησία και το πρώτο πράγμα που είδα ήταν τα μάτια του Κώστα που πέσανε πάνω μου. Να μου χαμογελάνε. Κρατούσε την κόρη του αγκαλιά, λίγο πριν τη βαφτίσει. Λίγο πριν τη φωτίσει, γιατί αυτός που βαφτίζεται φωτίζεται! Εξ’ου και το νεοφώτιστος!

Δυο στιγμές κοιτάχτηκα με τον Κώστα και είχα 2 επιλογές, ή θα έκλαιγα ή θα έφευγα. Προτίμησα το δεύτερο και βγήκα έξω στην αυλή. Είναι μερικά συναισθήματα τόσο ισχυρά που αποφεύγεις να τα νιώσεις ολόκληρα μην πάθεις τίποτα. Θερίζουν τα εμφράγματα στους 30 και κάτι. Ή απλώς δε θες να ξεφτιλιστείς κλαίγοντας σαν μικρό παιδί γι αυτά. Το ξαδερφάκι μου βαφτίζει το παιδί του… Πώς γίνεται; Χτες το βράδυ δεν ήταν που παίζαμε σφαλιάρες στη σοφίτα;

Λίγο αργότερα βρεθήκαμε όλα τα πρώτα ξαδέρφια μαζί σε ένα τραπέζι. Από 54 μέχρι 28. Τρώγαμε, πίναμε, γελούσαμε. Ανταλλάσαμε και μοιραζόμασταν τον εαυτό μας.  Είχαμε αλλάξει αλλά είχαμε παραμείνει και τόσο ίδιοι. Ο καθένας από εμάς έχει τα δικά του προβλήματα. Αλλά εκείνη τη στιγμή τα είχαμε ξεχάσει. Ήμασταν όλοι μαζί, ανατρέχαμε στα παλιά, διηγούμασταν τα πρόσφατα, σχεδιάζαμε καινούρια.

Έστρεψα το κεφάλι μου και κοίταξα το τραπέζι του μπαμπά μου που καθόταν με τα αδέρφια του και τους συζύγους. Πόση ζωή έχουν βγάλει πέρα όλοι αυτοί μαζί! Πόσα δύσκολα χρόνια που εμείς ποτέ δεν θα τα μάθουμε! Κουβέντιαζαν, χαμογελούσαν, κοιταζόντουσαν. Θα πλήρωνα πολλά λεφτά για να μάθαινα τι ένιωθαν μεταξύ τους και ο καθένας ξεχωριστά εκείνες τις στιγμές.

Μετά κοίταξα στο τραπέζι των παιδιών των ξαδελφών μου. Πόση ζωή έχουν να βγάλουν πέρα, κι εύχομαι όλα μαζί. Λες να καπνίζουν και αυτά κρυφά στη σοφίτα; Λες να ανυπομονούν και αυτά να φύγουν από το οικογενειακό τραπέζι και να τρέξουν με τους φίλους τους σε κάποια καφετέρια; Λες να τα περιμένουμε θυμωμένοι στις 3 το πρωί στο μπαλκόνι;

Κι ύστερα κοίταξα πάλι εμάς. Πρώτη σκέψη. Πώς μεγαλώσαμε έτσι! Απίστευτο, αλλά όχι απλώς δεν είμαστε πια παιδιά έχουμε και γραμμές στο πρόσωπο, στα μάτια ειδικά. Μεγαλώσαμε… πολύ! Δεύτερη σκέψη. Πώς αγαπιόμαστε έτσι! Απίστευτό, αλλά όχι απλώς είμαστε ακόμα όλοι εδώ αλλά εννοούμε κάθε φιλί και αγκαλιά μας. Αγαπιόμαστε… πολύ! Από αυτό το τραπέζι δεν ήθελε πια να φύγει κανείς!

Τρεις γενιές ήταν εκεί. Αδέλφια, ξαδέλφια, εγγόνια. Με διαφορές μεταξύ τους, με άλλες ζωές, με άλλες απόψεις, με άλλες δυσκολίες. Αλλά όλοι εκεί. Για τα βαφτίσια.

Για τη μικρή νεοφώτιστη πριγκίπισσα της ημέρας. Είχε δίπλα της δυο σπάνιους γονείς, πολλούς παππούδες, πολλούς θείους και πολλά ξαδέρφια. Είχε κοντά της το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της. Ανθρώπους που την αγαπούν ήδη και θα είναι εκεί γι αυτή και αυτή ακόμα δεν το ξέρει.

Όπως δεν ξέρει, ότι έφερε κοντά ανθρώπους αυτή την Κυριακή στου Φιλοπάππου, και ότι με αφορμή τη δική της φώτιση στη χώρα του φωτός, φώτισε τα πρόσωπα όλων. Που το είχαν ανάγκη αυτό το φως, το βρεφικό, το αυθεντικό, αυτό που μας πλημμυρίζει για λίγο και αντλούμε δύναμη για να βγάλουμε πέρα το επερχόμενο σκοτάδι.

Να μας ζήσεις Αναστασία μου. Το όνομά σου όπως έχω ξαναγράψει σημαίνει «ξαναστέκομαι». Σπουδαίο όνομα! Το ένα σου έτος και η «φώτισή» σου έχουν ήδη διδάξει κάποιους. Εύχομαι στην πορεία της ζωής σου να ναι κι άλλοι! Να ζεις και να μοιράζεις φως, κι άλλο φως! Πάντα και μόνο φως!

Υ.Γ. Το κείμενο είναι αφιερωμένο στον ξαδερφό μου Κώστα, στην καινούρια μου ξαδέρφη και  γυναίκα του Άννα, στο λατρεμένο σόι μου που ξέρει να αγαπάει, να συγχωρεί και να αποδέχεται και φυσικά στη μικρή Αναστασία-Ιάνθη, το καινούριο μας φως!

Υ.Γ.2 Για πρώτη φορά δεν έχω αλλάξει κανένα όνομα ή συνθήκη. Γιατί κάποια πράγματα πρέπει απλά να τα λες με το όνομά τους!

Maria Kakavani

About Maria Kakavani

Η Μαρία αλλού γεννήθηκε, αλλού πήγε σχολείο, από αλλού είναι η μαμά της από αλλού ο μπαμπάς της, από αλλού οι παππούδες της, αλλού μεγάλωσε, αλλού έζησε, αλλού μετακόμισε για να εγκατασταθεί και αλλού είναι τώρα και συνεχίζει. Γενικά είναι αλλού! Έχει πτυχίο και μεταπτυχιακό (ΜΒΑ) από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και τα έχει κάνει ωραία κορνίζα, μιλάει μερικές γλώσσες αλλά μάλλον όχι τις απαραίτητες και λατρεύει τα media γιατί εκεί γεννήθηκε και εξελίχτηκε επαγγελματικά και γνώρισε τον κόσμο από την αρχή. Πιστεύει από καρδιάς πως παρόλες τις δυσκολίες κάθε πρωί που ξυπνάμε πρέπει να κοιταζόμαστε στον καθρέφτη, να χαμογελάμε και να λέμε «θα τα καταφέρω!» Και να τα καταφέρνουμε!