Δεν θέλω να σας ταράξω. Δεν ήθελα να ταραχτώ ούτε κι εγώ. Αλλά με τόσο θάνατο γύρω-γύρω πώς να μην ταράζεται κανείς. Είναι πολύ περίεργο αλλά αυτό που τρομάζει περισσότερο από κάθε άλλο τους ανθρώπους τυχαίνει να είναι το μόνο δεδομένο, το μόνο βέβαιο πράγμα στη ζωή. Αυτό που όπως κάποιοι λένε ορίζει και το νόημά της. Ο θάνατος. Καθορίζει την έννοια της ζωής, όπως το μαύρο χρώμα εκείνη του λευκού. Ανεβάζει την αξία της, όπως το σκοτάδι του φωτός. Αν δεν υπήρχε σκοτάδι δεν θα μπορούσαμε να ορίσουμε το φως, ούτε και να το εκτιμήσουμε. Οτιδήποτε και αν ορίζει, καθορίζει ή διαμορφώνει ο θάνατος δεν έχει καταφέρει ακόμα να μην μας τρομάζει, να μην μας ταράζει, να μην μας θλίβει, να μην μας τρομοκρατεί. Το μοναδικό βέβαιο πράγμα στη ζωή και είμαστε ανίκανοι όχι απλώς να το αποδεχτούμε αλλά ακόμα και να το κοιτάξουμε απλά στα μάτια.

Ούτε εγώ μπορώ. Την τελευταία βδομάδα όμως όλο κάποιος θάνατος «ψιθυρίζει» γύρω μου. Δεν μπορώ. Ταράζομαι. Και τώρα που γράφω ταράζομαι. Δεν είμαι σίγουρη ότι είναι εύκολο να γράψω μερικές παραγράφους για το θάνατο χωρίς να φοβηθώ. Είναι όμως η δική μου μικροσκοπική προσπάθεια να του ρίξω μια ματιά. Μια ματιά μόνο.

Δεν θέλω να σας ταράξω. Και δεν θα αναγκαζόμουν να γράψω αν δεν ήμουν σίγουρη ότι είστε ήδη ταραγμένοι. Αναγκάζομαι γιατί δεν μπορώ να κάνω άλλο πως δε βλέπω. Την πρώτη μέρα που έπεσε το αεροπλάνο στην Ουκρανία απέφυγα να διαβάσω τα διάφορα ρεπορτάζ και να δω εικόνες. Δεν έβλεπα ειδήσεις και άλλαζα κατηγορία στα ειδησεογραφικά portal. Τόσοι νεκροί… Γιατί; Ποιος θα πληρώσει; Και έχει κόστος η ζωή για να την πληρώσει; Δεν ήθελα να βλέπω, δεν ήθελα να ξέρω τι έγινε. Δεν θα άλλαζε κάτι. Επειδή τελικά όμως ο κόσμος είναι μικρός, ένας συνάδελφος της αδερφής μου ήταν μέσα στο αεροπλάνο, οπότε μια άκρη της θλίψης έφτασε στο σπίτι μας. Ο θάνατος είχε πρόσωπο. Και ήταν κάπου κοντά μας.

Την ίδια τακτική κράτησα και τις πρώτες μέρες των επιθέσεων στη Γάζα. Να μη βλέπω. Να μη μαθαίνω. Να μην πληγώνομαι. Λες κι αν δεν το δω εγώ δεν θα έχει γίνει. Δεν θα συνεχίσει να γίνεται. Πόλεμος. Ξεπερνά τα όρια της τραγωδίας. Δεν είναι τραγωδία. Είναι παράνοια. Κι όμως ο πόλεμος είναι συνυφασμένος με την ανθρώπινη ιστορία, με την ανθρώπινη φύση. Τόσο όσο κι ο θάνατος. Τόσοι νεκροί… Γιατί; Ποιος θα πληρώσει; Και έχει κόστος η ζωή για να την πληρώσει; Δεν ήθελα να βλέπω. Αφού δεν μπορώ να γίνω σωτήρας ας μην είμαι θεατής. Οι φωτογραφίες όμως των νεκρών είναι παντού. Και ακόμα χειρότερα νεκρών παιδιών. Δε γίνεται να τις αποφύγω. Πονάω. Σκέφτομαι να μην κάνω παιδί για να μην μπορέσει ποτέ κανείς να μου το σκοτώσει. Η σκέψη του θανάτου στιγμιαία κερδίζει την επιθυμία για δημιουργία ζωής. Στιγμιαία.

Πριν μερικές μέρες ήταν τα γενέθλια ενός παλιού φίλου. Τα θυμάμαι είκοσι χρόνια τώρα. Χωρίς facebook, χωρίς υπενθυμίσεις, χωρίς ηλεκτρονικά ημερολόγια. Μου τα είπε τότε που ήμασταν μαζί πρόσκοποι και τα θυμάμαι κάθε χρόνο. Και ας κάναμε χρόνια να βρεθούμε. Τα θυμήθηκα και φέτος. Αμφιταλαντεύτηκα για ώρα. Τελικά μπήκα στο προφίλ του στο fb. Όχι για να ευχηθώ. Έτσι, για να τον δω. Να τον θυμηθώ. Ο Γιώργος πέθανε πριν δυο χρόνια. Αντιμετώπιζε κάποια ψυχολογικά προβλήματα και με εντολή εισαγγελέα πήγαν αστυνομικοί στο σπίτι για να τον μεταφέρουν σε κλινική. Έτσι ορίζει ο νόμος και η διαδικασία. Ο Γιώργος αντιστάθηκε και οι αστυνομικοί τον χτύπησαν πολύ για να καταφέρουν να του περάσουν χειροπέδες. Πάρα πολύ. Έπαθε ανακοπή και εξέπνευσε στο νοσοκομείο λίγες μέρες μετά. Δεν ήταν εγκληματίας, ήταν ασθενής. Ένας άρρωστος άνθρωπος που χρειάζεται βοήθεια. Και χωρίς να είμαι ειδικός έχω την άποψη πως σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να υπάρχει γιατρός εκεί. Γιατί ο Γιώργος δεν «έφυγε» σαν ασθενής, αλλά σαν εγκληματίας και είναι πολύ άδικο και τραγικό αυτό. Γιατί; Ποιος θα πληρώσει; Κι έχει κόστος η ζωή για να την πληρώσει;

Κοιτάζω το προφίλ του στο fb. Μερικά τελευταία post από φίλους του για καλό παράδεισο. Κοίτα που το fb αφού δείχνει όλη τη ζωή σου λειτουργεί και ως ταφόπλακα. Μπλέκομαι με τις αναμνήσεις… βουρκώνω. Ήμουν ερωτευμένη με το Γιώργο όταν ήμασταν μαζί στους προσκόπους. Τους μήνες πριν πεθάνει δούλευε σε ένα βενζινάδικο. Σταματούσα για βενζίνη, λέγαμε καμιά κουβέντα. Δεν του είπα ποτέ ότι έφηβη ήμουν ερωτευμένη μαζί του. Κι ίσως δεν έχει νόημα που το γράφω τώρα. Ο θάνατος κάποιες φορές μας διδάσκει να μάθουμε να εκφραζόμαστε όσο είναι νωρίς. Στο τώρα μας δηλαδή.

Πριν μια βδομάδα πέθανε ο πατέρας μιας φίλης. 88 χρονών. Στον ύπνο του. Θα ήθελα να μου το εύχονται αυτό. Να πεθάνω πλήρης ημερών και στον ύπνο μου. Αν και είμαι σίγουρη πως τότε δεν θα το θέλω. Ίσως και να φοβάμαι να κοιμηθώ για να μην πεθάνω. Η φίλη μου και οι συγγενείς της έκλαψαν για τον πατέρα της πολύ. Δεν είμαι σίγουρη αν αλλάζει ο πόνος μας για το θάνατο ανάλογα με την ηλικία ή τις συνθήκες. Μπορεί και να πονάει πάντα το ίδιο. Γιατί το αποτέλεσμα παραμένει ίδιο.

Η φίλη μου η Ναταλία φοβάται πολύ να μην πεθάνει. Με την παραμικρή ενόχληση που θα νιώσει στο σώμα της τρέχει στους γιατρούς και εξαντλείται στις εξετάσεις. Κάθε φορά είναι απόλυτα σίγουρη πως από κάποια σοβαρή ασθένεια πεθαίνει. Έχει αποφασίσει και την ασθένεια. Και όταν αυτό δε γίνεται, ηρεμεί για λίγο καιρό, ζει «ευτυχισμένη» και μετά ανακαλύπτει από κάποιο άλλο σημάδι στο σώμα πως από κάτι άλλο πεθαίνει. Και μέσα της πεθαίνει χίλιες φορές.

Μου τη θύμισε λίγο ο ήρωας του θεατρικού έργου του Κωνσταντίνου Μάγνη «Μπλάνκο» που ανέβηκε την προηγούμενη εβδομάδα στην Πάτρα. Επειδή δυστυχώς δεν μπορούσα να το παρακολουθήσω ζήτησα από τον αγαπημένο φίλο Κωνσταντίνο, που θαυμάζω βαθιά, να μου το στείλει να το διαβάσω. Ένας φοβισμένος από τον επερχόμενο θάνατο του ήρωας. Που προσπαθεί να βγει από το Εγώ του για να γλιτώσει. Μα Εγώ και Ζωή είναι άρρηκτα δεμένα μεταξύ τους. Και από το θάνατο δε γλίτωσε κανείς. Δεν τον κέρδισε κανείς. Το θέμα είναι να κερδίσουμε τη ζωή. Και αντί να φοβόμαστε να πεθάνουμε, να μη φοβόμαστε να ζήσουμε.

Έχετε παρατηρήσει ποτέ ότι τις στιγμές που νιώθουμε περισσότερο ευτυχισμένοι και γεμάτοι λέμε «Τώρα δεν πειράζει, ας πεθάνω». Ίσως εκεί να είναι το κλειδί. Οι στενοχώριες και τα κενά στη ζωή μας αυξάνουν το φόβο του θανάτου. Αν παλεύαμε πιο πολύ για την εσωτερική μας γαλήνη, ευτυχία, αυτοπραγμάτωση, όπως ο καθένας την ορίζει, ίσως να φοβόμασταν λιγότερο. Αν κάναμε πραγματικότητα τα όνειρά μας δεν θα φοβόμασταν τη στιγμή που θα σταματήσουμε να ονειρευόμαστε.

Ίσως από το θάνατο πρέπει να κρατάμε τη θετική πλευρά. Πως έχουμε ζωή. Ναι, θα τελειώσει αλλά αυτό δεν πρέπει να μας αποθαρρύνει, αλλά να μας κάνει να προσπαθήσουμε να περάσουμε καλά σε αυτή. Να τη γεμίσουμε. Όπως όταν πάμε σε ένα πάρτι. Κάποια στιγμή θα ξημερώσει και θα τελειώσει. Άλλοι θα έχουν φύγει νωρίτερα κι άλλοι με το πρώτο φως της μέρας. Αλλά αυτό δε σημαίνει πως δεν πρέπει να πάμε ή να περάσουμε καλά σε αυτό. Κι αν η ζωή δεν είναι ακριβώς το πάρτι που περιμέναμε, ας γίνουμε φέσι κι ας χορέψουμε, είχε πει κάποιος.

Δεν ήθελα να σας ταράξω. Δεν ήθελα να ταραχτώ κι εγώ. Και δεν θα έγραφα αν δεν ήξερα πως είμαστε ήδη όλοι ταραγμένοι. Επειδή θα μπορούσαμε να ήμασταν εμείς σε μια πτήση σαν αυτή στην Ουκρανία, επειδή θα μπορούσε στη δική μας χώρα να γίνεται πόλεμος, επειδή έχουμε όλοι χάσει νωρίς και άδικα κάποιο φίλο σαν το Γιώργο και κάτι δεν του είπαμε, επειδή κλάψαμε πολύ για κάποιο πολύ ηλικιωμένο άνθρωπο αντί να κάνουμε γλέντι για τη γεμάτη ζωή του, επειδή μπορεί να κάνουμε ότι και η Ναταλία αλλά να μην το λέμε. Επειδή είναι πολύ δύσκολο να συμφιλιωθούμε με το θάνατο. Είτε αγνώστων είτε γνωστών είτε τον δικό μας.

Όταν ο ήρωας στο θεατρικό έργο του Κωνσταντίνου στέκεται απέναντι από το γιατρό και περιμένει να μάθει πότε θα πεθάνει (καλή ώρα σαν τη φίλη μου τη Ναταλία στην πραγματικότητα) εκείνος του απαντάει τα παρακάτω λόγια με τα οποία θα ήθελα και να κλείσω χωρίς άλλα σχόλια, δεν χρειάζεται.

«Είσαι λίγο χλωμός.

Οι εξετάσεις σου είναι μια χαρά. Εσύ είσαι χάλια. Πρέπει να το κοιτάξεις αυτό.

Έρχεσαι και εξετάζεσαι μια φορά το μήνα. Θέλεις να σου πω την αλήθεια;

Η αλήθεια είναι ότι θα πεθάνεις.

Πότε θα πεθάνεις; Αυτό δεν ξέρω να σου το πω.

Αν αυτό θέλεις να σου πω, δεν μπορώ

Είσαι υγιής. Κανείς δεν μπορεί να σου πει πότε θα πεθάνεις

Και πρέπει να μάθεις να ζεις μ αυτό, μέχρι να μάθεις πότε θα πεθάνεις.

Είναι δύσκολο, το ξέρω.

Αλλά έτσι ζω κι εγώ.

Έτσι ζούμε όλοι.»

Υ.Γ. Το θεατρικό έργο «Μπλάνκο» ανέβηκε πριν λίγες μέρες στην Πάτρα, σε σενάριο Κωνσταντίνου Μάγνη και σκηνοθεσία Τηλέμαχου Τσαρδάκα.

Maria Kakavani

About Maria Kakavani

Η Μαρία αλλού γεννήθηκε, αλλού πήγε σχολείο, από αλλού είναι η μαμά της από αλλού ο μπαμπάς της, από αλλού οι παππούδες της, αλλού μεγάλωσε, αλλού έζησε, αλλού μετακόμισε για να εγκατασταθεί και αλλού είναι τώρα και συνεχίζει. Γενικά είναι αλλού! Έχει πτυχίο και μεταπτυχιακό (ΜΒΑ) από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και τα έχει κάνει ωραία κορνίζα, μιλάει μερικές γλώσσες αλλά μάλλον όχι τις απαραίτητες και λατρεύει τα media γιατί εκεί γεννήθηκε και εξελίχτηκε επαγγελματικά και γνώρισε τον κόσμο από την αρχή. Πιστεύει από καρδιάς πως παρόλες τις δυσκολίες κάθε πρωί που ξυπνάμε πρέπει να κοιταζόμαστε στον καθρέφτη, να χαμογελάμε και να λέμε «θα τα καταφέρω!» Και να τα καταφέρνουμε!